Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Αρμενιακά

Αραράτ – κεφάλαιο δεύτερο[1]

Το Αραράτ είναι παντού μες στην αρμένικη γλώσσα, στη μνήμη, στην ποίηση και στη ζωή. Δεν είναι όμως μες στα όρια του σημερινού κράτους, λείπει στην αιχμαλωσία.

Στο πόδι του έχει αφήσει την καθημερινή πληγή του.

Για να καταλάβουμε κι εμείς τί σημαίνει για τον Αρμένιο η καθημερινή πληγή του Αραράτ ας πάρουμε για παράδειγμα να χαράξουμε τα σύνορά μας κάπου στους πρόποδες της ακρόπολης γύρω – γύρω με τέτοιο τρόπο που όλη η Αθήνα να γίνει ένα αμφιθέατρο στραμμένο στον Παρθενώνα, αλλά τον ναό, τα αγάλματα και όλα τα άλλα, όπως τα έλεγε ο Μακρυγιάννης, να τα ‘χουν οι Τούρκοι, αποκεί και πίσω όλα να είναι τουρκιά κι εμείς να είμαστε στο αμφιθέατρο και ν’ αντικρίζουμε αυτό το θέαμα. Τον Μακρυγιάννη τον θύμισα σαν μια υπόμνηση του καιρού – θέλω να πω ότι δεν φτάνει απλώς να τα βλέπουμε αυτά, αλλά να βλέπουμε με τα μάτια της εποχής εκείνης. Έτσι κάπως είναι τα πράγματα εδώ – ανοίγοντας ο Αρμένιος την πόρτα βλέπει αντίκρυ το Αραράτ. Το βλέπει κι ευθύς στέλνει μια βλαστήμια εκεί που νομίζει ότι πρέπει να την κατευθύνει – σ’ αυτούς που κρατούν τον αιχμάλωτο, σε κείνους που συνέργησαν, σε κείνους που αδιαφόρησαν και ολιγώρησαν, σε πολλούς. Η ιστορία είναι μεγάλη. Έτσι αρχίζει τη μέρα του βλαστημώντας τους υπαίτιους και καλημερίζοντας το βουνό. Είναι μεγάλος αυτός ο πειρασμός. Γιατί και το θέαμα είναι μοναδικό. Συνήθως λέμε όλοι για τα βουνά μας: «το ωραιότερο του κόσμου». Ο καθένας για το δικό του. Εδώ όμως και ο ξένος που θα έρθει υποχρεώνεται ν’ αναγνωρίσει ότι το Αραράτ είναι πράγματι το ωραιότερο βουνό του κόσμου. Είναι κάτι το αξέχαστο. Δεν βλέπει κανείς μια πλαγιά ή μια πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή, πέντε χιλιάδες διακόσια μέτρα. Κάθε πρωί ο Αρμένιος τα βλέπει όλα σε μια παράταξη – τον Παρθενώνα – του, το Ερεχθείο, τα τείχη, τα αγάλματα. Ένα μοναδικό πανόραμα, όλοι οι αιχμάλωτοι στη σειρά. Ο μετς Μασίς, το μικρό Αραράτ, ένας τέλειος κώνος στο αριστερό άκρο, ύψος περίπου τέσσερις χιλιάδες μέτρα με τα χιόνια τώρα το καλοκαίρι λιανές μακρουλές πλεξίδες γαϊτανάκι γύρω στο πιο τέλειο βουνίσιο κεφάλι που μπορεί να φανταστεί κανείς, μοναδικό κι αλησμόνητο. Δίπλα ακριβώς ο γιγάντιος όγκος του αζάτ Μασίς, η μεγάλη κορυφή. Αυτή είναι αιωνίως μες στα σύννεφα κάτασπρα σας τα χιόνια. Πρέπει να είσαι τυχερός, να πέσεις σε καλή μέρα, για να δεις ως που φτάνει και πως γράφεται στον γαλανό ουρανό ο γκώδης σαν ένα τεράστιο οροπέδιο τρούλος του. Δεν είναι καθόλου εύκολο.

Όταν ο τσάρος Νικόλαος πήρε από τους Πέρσες αυτά τα εδάφη και τα προσάρτησε στην αυτοκρατορία του, κάμποσες ώρες στάθηκε εκεί αντίκρυ, αλλά ως το τέλος δεν μπόρεσε να δει τη μεγάλη κορυφή του Αραράτ. «Μα βγάλε επιτέλους το σκουφί σου και προσκύνα τον αφέντη σου !» του φώναξε. Έφυγε άπρακτος. Εκείνον όμως τον καιρό στον ποιητή Πούσκιν το Αραράτ αποκαλύφθηκε αμέσως. Ο Πούσκιν σκαστός από την Πετρούπολη πέρασε από τα μέρη αυτά πηγαίνοντας για το Ερζερούμ, πίσω από τα νικηφόρα ρωσικά στρατεύματα. Καλοκαίρι του 1829, δυο – τρεις μήνες πριν από τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Αυτή που κατακύρωσε με τις μεγάλες σφραγίδες και τη δική μας ελευθερία. Σ’ αυτό το ταξίδι εμπνεύστηκε και τον τελευταίο χαιρετισμό στην αναγεννώμενη Ελλάδα. Στο οδοιπορικό του δίνει σύντομα τις εντυπώσεις του από το θρυλικό βουνό.

Με ξύπνησαν οι κοζάκοι το ξημέρωμα … Βγήκα από το αντίσκηνο στον καθαρόν αέρα. Μόλις έσκαγε ο ήλιος. Είδα πέρα στον ξάστερο ουρανό ν’ αστράφτει χιονισμένο ένα δικέφαλο βουνό. «Ποιο είναι κείνο το βουνό ;» ρώτησα κι όπως τέντωνα το κορμί μου να ξεμουδιάσει άκουσα την απάντηση: «Το Αραράτ». Τί δύναμη έχουν απάνω μας οι ήχοι ! Κοίταζα αχόρταγα αυτό το βιβλικό βουνό, είδα την κιβωτό αραγμένη στην κορυφή, ελπίδα της ανανέωσης και της ζωής κι από μέσα να πετούν το κοράκι κι η περιστερά, σύμβολα της θείας δίκης και της ειρήνης …

Ο Πούσκιν ήταν βιαστικός. Πέταξε τις λίγες αυτές γραμμές στο σημειωματάριό του και πηδησε στο άλογο να φτάσει μπροστά το στρατό που είχε ήδη πάρει από τους Τούρκους το Καρς και σε λίγο τους έπαιρνε και την Ερζερούμ, τη βυζαντινή Θεοδοσιούπολη. «Τα πήραν αλλά δεν τα κράτησαν»

[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», σελ. 23-25, εκδόσεις Κέδρος, 1982.