Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

εκπαιδευτικά

το μεσαιωνικό σχολείο[1]

Ο Αισχύλος[2] είχε συμπεριληφθεί στο βυζαντινό σχολικό πρόγραμμα σπουδών και ήταν, σε μεγάλο βαθμό, οι συγγραφείς οι οποίοι περιλαμβάνονταν σ’ αυτό το πρόγραμμα που αποκτούσαν ανάλογο κύρος στα ιταλικά σχολεία και πανεπιστήμια. Αυτό ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εισαγωγής Βυζαντινών διδασκάλων. Σήμαινε δε ότι οι Ιταλοί σπουδαστές του δέκατου πέμπτου και των αρχών του δέκατου έκτου αιώνα εξακολουθούσαν να έχουν μικρή ή και καμία θέση σ’ ένα σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών για την απόκτηση πτυχίου κλασικών σπουδών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιταλοί δεν εξέφραζαν τις προτιμήσεις τους ή δεν έθεταν νέα ερωτήματα. Σε μια σημαντική περίπτωση επέφεραν μια αλλαγή. Το ενδιαφέρον για τον Πλάτωνα, που προκάλεσαν οι Μπρούνι και Φιτσίνο, αν και δεν οδήγησε στην εξαφάνιση του Αριστοτέλη από τα πανεπιστήμια, δημιούργησε εντούτοις μια ολωσδιόλου νέα κατάσταση. Στο Βυζάντιο, ο Πλάτων ήταν πολύ γνωστός συγγραφέας, που, ωστόσο, έπρεπε να μελετάται με προσοχή επειδή οι θεωρίες του έρχονταν σε αντίθεση με τη διδασκαλία της εκκλησίας, και οι αρχές είχαν εκδώσει ένα διάταγμα το 1082 καταγγέλλοντας την πλατωνική θεωρία των μορφών και επιτρέποντας τη μελέτη του Πλάτωνα μονάχα σαν υπόδειγμα καλού πεζού λόγου. Στην Ιταλία βρέθηκαν τα μέσα να παραβλεφθεί ή να ελαχιστοποιηθεί οιαδήποτε απειλή προς την ορθή πίστη.

Η σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση με το βυζαντινό σχολικό πρόγραμμα σπουδών συνεπαγόταν και κάποια έμφαση στα κλασικά έργα της λογοτεχνίας των εθνικών που κατά καιρούς είχε προκαλέσει την μήνιν των εκπροσώπων της εκκλησίας. Στο Βυζάντιο, είχε δοθεί μια μικρή παραχώρηση στις επιθυμίες της εκκλησίας: απ’ ό,τι φαίνεται, οι Ψαλμοί χρησιμοποιούνταν ως κείμενο ανάγνωσης στις μικρές τάξεις του σχολείου και στις πιο προχωρημένες οι μαθητές διάβαζαν συχνά μια συλλογή από τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ενός από τους μεγαλύτερους Καππαδόκες συγγραφείς του τετάρτου αιώνα. Η παραχώρηση αυτή μάλλον δεν αποτέλεσε πάγια ιταλική πρακτική, ακόμα κι αν ο Μουσούρος διάβαζε τον Γρηγόριο με τους μαθητές του και κατά καιρούς άλλοι σπουδαστές χρησιμοποιούσαν τους Ψαλμούς ως κείμενο ανάγνωσης στα πρώτα στάδια εκμάθησης της γλώσσας. Σε γενικές γραμμές, τα ελληνικά κείμενα των πατέρων της εκκλησίας δεν ήταν δυνατό να ενδιαφέρουν τους Ιταλούς για τους ίδιους λόγους που δεν ενδιέφεραν τους Βυζαντινούς. Όμως, στις διεθνείς σχέσεις η θρησκεία αποτελούσε σημαντικό παράγοντα, έτσι κάποιοι Ιταλοί φρόντισαν να ανακαλύψουν τί είχαν γράψει οι κορυφαίες αυθεντίες μιας σχισματικής εκκλησίας.

[1] από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση, Ν. Τζ. Γουίλσον, σελ. 279-280, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνη, Αθήνα 1994
[2] Στη Δύση ο αλδινός εκδοτικός οίκος κυκλοφόρησε, για πρώτη φορά, το ελληνικό κείμενο των έργων του Αισχύλου το 1518, η δυσκολία όμως της γλώσσας ήταν τόσο μεγάλη που πολλά απόσπάσματα αντιστέκονταν στις προσπάθειες του επιμελητή να κάνει την ποιήση κατανοητή στον δυτικό αναγνώστη.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Θέατρο

Βαβυλωνία[1]

Πρόσωπα αποσπάσματος:
Ανατολίτης
Πελοποννήσιος
Χίος
Αλβανός
Κύπριος
Λογιώτατος
Ξενοδόχος Χίος

Πελ. – Τώρα ναι, χρειάζεται να κάμουμε ένα καλό γλέντι.
Ανατ. – Τί; τσουμπόυσι[2]; άιντε ντε! Άμμα[3] να κάτσουμε ούλοι σ’ ένα σουφρά.
Χίος – Ναίσκε, όλοι να κάμουμεν μίαν παρέγια με το ρεφενέ[4] μας.
Λογ. – Και δη ευθυμητέον τήμερον, και πανηγυριστέον την της Ελλάδος παλιγγενεσίαν, καγώ μεθ’ υμών.
Ανατ. – Κάτεσαι κι’ εσύ μαζί μας σουφρά Λογιώτατε;
Λογ. – Έγωγε.
Ανατ. – Τζάνουμ, Λογιώτατε, μπαμπά[5] σου γλώσσα γιατί ντε μιλάς;
Λογ. – Την των προγόνων διαλέγεσθαι χρη.
Ανατ. – Εγώ χρη μη, γόνω μόνω, ντε ξέρω, γιατί ντε μιλάς ρωμαίικα, έριφ[6];
Λογ. – Ταύτην γαρ και μεμάθηκα.
Ανατ. – Όρσε κι’ άλλο! Εγώ λέω, γιατί ντε μιλάς ρωμαίικα, εκείνο με λέιε, μεμανάτηκα, πανάτηκα … Αν μπορής, κατάλαβε πγια.
Χίος – Καλέ, ίντα θα κάμουμεν τώρη; Εν καθούμεστεν πλια;
Αλβ. – Πώ, να το κάνης ανταλέτι[7] μαζί, ορέ.
Ανατ. – Ναι, ούλοι σ’ ένα σουφρά να κάτσουμε, τζάνουμ.
Αλβ. – Χα, χα, καλό είναι έτσι ορέ.
Κυπρ. – Σα θα κάτσουσιν όλοι τούτοι να φάσιν, τρώω κι’ εώ[8].
Χίος – Να διαβάσουμεν τώρη τη λίστα, να δγιούμεν ίντα φαγιά μας έχει … Λογιώτατε, διαβάστεν τη εσείς τη λίστα (τω δίδει τον κατάλογον).
Λογ. – (Αναγιγνώσκει). Σούπαν από κολοκύνθια, βραστόν, βουδινόν, εντράδαν, κιοφτέδας, δολμάδας … (αφίνει τον κατάλογον). Ταύτα τουρκιστί εγεγράφατο, άπερ δη και ιλιγγιά με αναγιγνώσκοντα. (Προς τον Κύπριον0, Ανάγνωθι ουν συ, Κύπριε.
Κυπρ. – (Αναγιγνώσκει). Πουρέκκιν, κεπάππιν, καταΐφφιν, ψωμμίν, κρασσίν, τυρίν, ψάτιν ψηττό, ψάριν βραστό, φρούττα, και ποκλαβέτην.
Ανατ. – Άνταμ! μπακλαβά πες το μπρε! … (προς τον ξενοδόχον). Αμέ ντικό μου παστουρμά;
Ξεν. – Ότοιμος είναι, να σας χαρώ …
Λογ. – Άξον δη καμοί πλακούντα, τον και μάκαρες ποθέουσιν.
Ανατ. – (Προς τον ξενοδόχον). Μισέ Μπαστιά, μισέ Μπαστιά! … Έλα, έλα! Λογιώτατο μακαρόνια τέλει.
Λογ. – Ουχί, αλλά πλακούντα και δη είρηκα τον και μάκαρες …
Ανατ. – Ιστέ μακαρόνια για, εσύ καμήλα είσαι να φας χαμούρι[9], Άνταμ, ντεν τρως ντολμά σαν το γρότο μου, κιοφτέ σαν το παπούτσι μου, μόνε μακαρόνια ύρεψες;
Λογ. – Ουκ έγνωκας.
Ανατ. – Έγνωκας, μέγνωκας, ντεν έχει αρτίκ, εσύ καλό φαΐ είναι ντεν ιξέρεις. (Προς τον ξενοδόχον). Μισέ, (καθ’ εαυτόν) – αλλάχ τζιβά βερσίν[10] ούλο ιξεχνώ όνομά σου … Α!, Μπαστή, ηύρα μισέ Μπαστιά, τσιμπούκι ντεν έχεις εντώ πέρα;
Ξεν. – Έχω να σας χαρώ, ορίστε … (τω δίδει).
Λογ. – Άγε δη μοι και τριχείας τεταριχευμένους συν οξυγάρω τε και ελαίω.
Ξεν. – Ίντ’ άπετεν[11];
Πελ. – Τριχιές γυρεύει να τον δέσουνε … Μοιάζει μουρλάθηκε ο κουρούνης.
Ξεν. – Καλ’ αλήθεια κουζουλαθήκετεν[12] και θέτενε να σας δέσουμεν; Κι’ ως πόσες οργιές τις θέτε ν’ άνε;
Λογ. – Ούμενουν, αλλά τριχείας και δη έφην, τους και σαρδέλας βαρβαριστί καλουμένους.
Ξεν. – Κι’ ε λέτενε να σας φέρω σαρδέλες, μόνε λέτε τριχιές; (Καθ’ εαυτόν). Κι’ εν είν κουζουλός τώρη, να χαρώ την τσάτσα[13] μου, για δέσιμο σας έχω, κι’ έννοια σας.
Λογ. – Και δη άγαγέ μοι και σωλήνα.
Ξεν. – Εν ηφέρανε σήμερις σουλήνες. Χάβαρα φέρανε, θέτεν τα;
Λογ. – Ουκ, αλλά το νικοτιανάγωγον, είρηκα, αμφί τη χοάνη και τη νικοτιανοπήρα[14].
Ανατ. – Σακίν[15] τσιμπούκι τέλεις κ’ εσύ; Ζερύμ[16] τσιμπούκι μου πολύ κυττάζεις.
Λογ. – Και μάλα γε, καπνιστέον και γαρ.
Ανατ. – Άι μπουταλά[17], άι!! Και ντε λες τσιμπούκι, μόνε ανακάτωσες ούλα τα πράγματα, σουλήνες, μουλήνες, σύριγγες, μύριγγες; Πολύ σασκίνη[18] άντρωπο είσαι, να με συμπατήσης.


[1] Δημητρίου Βυζάντιου (1790-1853).
[2] Διάχυσις, συμπόσιο
[3] Τηρείται το ορθογραφικό σύστημα του συγγραφέα.
[4] Τράπεζαν (χαμηλό τραπέζι φαγητού).
[5] Πατρός.
[6] Άνθρωπε.
[7] Μεγαλοπρέπειαν.
[8] Εγώ.
[9] Ζυμάρι.
[10] Κακόν τι να τω δώση ο Θεός.
[11] Τί είπατε;
[12] Τρελλαθήκατε.
[13] Γιαγιά.
[14] Τσιμπούκι και καπνοσακκούλα.
[15] μήπως.
[16] Γιατί.
[17] Ανόητε.
[18] Ηλίθιος.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Νέα Κωμωδία

Ο Δύσκολος[1]

Ο Δύσκολος[2] είναι, πέρα για πέρα, σάτιρα ενός χαρακτήρα ιδιότροπου και μισάνθρωπου. Ένας οχληρός γέροντας, ο Κνήμων, αντιπαθεί όλους τους συνανθρώπους του και αποφασίζει να τους αποφύγει. Συμπεριφέρεται με σκαιότητα σε όσους τον πλησιάζουν, γεγονός που δυσαρεστεί ιδιαίτερα τον Σωσίστρατο, που είναι ερωτευμένος με την κόρη του Κνήμωνα. Η περιπέτεια δημιουργείται όταν ο Κνήμων, θέλοντας να βρει έναν κουβά και μια αξίνα που είχαν πέσει στο βάθος ενός πηγαδιού, πέφτει ο ίδιος μέσα. Ιδού λοιπόν που έχει ανάγκη τους άλλους. Πράγματι ο πρόγονός του και ο Σώστρατος τον ανασύρουν και τότε δίνει ο ίδιος την συγκατάθεσή του για οποιοδήποτε γάμο … : χωρίς να αλλάξει χαρακτήρα αναγνωρίζει τουλάχιστον την πλάνη του : ουδέν’ εύνουν ωιόμην έτερον ετέρω των απάντων αν γενέσθαι.

Το πορτραίτο λοιπόν του Δύσκολου αποτελεί ακριβώς το θέμα της κωμωδίας. Και είναι βέβαια χαρακτηριστικό του Μενάνδρου[3] ότι ζήτησε έτσι να περιγράψει και να αποκρυσταλλώσει τους ανθρώπινους τύπους. Είχε συνδεθεί με τον Θεόφραστο, τον συγγραφέα των Χαρακτήρων, και παρατηρείται ότι ορισμένοι τίτλοι χαμένων έργων του Μενάνδρου αντιστοιχούν προς κάποιους χαρακτήρες του Θεοφράστου (Αγροίκος, Δεισιδαίμων, Κόλαξ). Ο Μένανδρος … κληροδότησε στο θέατρο όλων των εποχών έναν ορισμένο αριθμό προσώπων – τύπων που ανήκαν στην κοινωνία της εποχής του και που χάρη σ’ αυτόν έγιναν κλασσικά : ο ερωτευμένος, ο στρατιώτης, ο παρασιτικός, ο μάγειρος – και προπάντων ο δούλος, αυτός ο δούλος ο επινοητικός και αυθάδης, που νουθετεί τα νεαρά αφεντικά του, επινοεί τεχνάσματα, κινεί τα νήματα της δράσης και όλα αυτά χωρίς να αφίσταται από μια πολύ ρεαλιστική αίσθηση της δικής του υπεροχής. Οι υπηρέτες του Μολιέρου πλάθονται ακόμα με βάση το υπόδειγμα των δούλων του Μενάνδρου.

Η ύπαρξη ωστόσο αυτών των προσώπων – τύπων, με τα έντονα χαρακτηριστικά, δεν αποκλείει διόλου την ποικιλία και τις λεπτές αποχρώσεις, κάθε άλλο. Κανένας γέροντας, κανένας νεαρός ερωτευμένος, κανένας δούλος δεν μοιάζει εντελώς με κάποιον άλλο. Και οι συντυχίες της πλοκής δημιουργούν συναισθηματικές διακυμάνσεις που αποδίδονται από τον Μένανδρο τη στιγμή ακριβώς που εκδηλώνονται.

Η κωμωδία του Μενάνδρου δεν είναι πια πολιτική. Αντίθετα, έχει αποβεί ψυχολογική. Όπως και η τραγωδία του Ευριπίδη, είναι πλούσιοι σε μονολόγους. Ορισμένοι είναι διασκεδαστικοί, όπως του ερωτευμένου στον Δύσκολο. Ενώ κατάκοπος αναλογίζεται τον ανώφελο ζήλο που επέδειξε προσποιούμενος τον εργάτη στα κτήματα, θα κάνει ωστόσο και νέα απόπειρα να συναντήσει τον Κνήμωνα : διά τί μεν ουκ έχω λέγειν, μα τους θεούς ; (544)

Άλλοι είναι συγκινητικοί, όπως αυτός που εκφράζει τις τύψεις του νεαρού συζύγου στους Επιτρέποντες, όταν ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του που την κατηγορούσε άδικα του είχε μείνει πιστή.

Ένα στοιχείο παραμένει χαρακτηριστικό στον κόσμο του Μενάνδρου στο σύνολό του : ο κόσμος αυτός είναι φιλόφρων και ευαίσθητος. Ο μισάνθρωπος του Δύσκολου αποτελεί κάποια εξαίρεση του κανόνα, αλλ’ αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς το έργο έχει σκοπό να ψέξει το ελάττωμά του. Ακόμα η γλώσσα του είναι πικρή, χωρίς να γίνεται χυδαία. Οι δούλοι επίσης μπορεί να είναι αυθάδεις και να σκαρώνουν φάρσες αλλά δεν κάνουν πια τα χοντροκομμένα αστεία που αγαπούσε ο Αριστοφάνης. Μεγάλη αβρότητα βασιλεύει σχεδόν πάντα μεταξύ των προσώπων του Μενάνδρου καθώς και ευλύγιστη διακριτικότητα κυριαρχεί στο ύφος του. Έτσι, σ’ αυτά ακριβώς, αντανακλάται το ανθρώπινο ιδεώδες του.

Η περίπτωση του Δυσκόλου το αποδεικνύει : εκείνοι ακριβώς που δεν έχουν το αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, έχουν καθήκον προς τον εαυτό τους να το αποκτήσουν. Οι άνθρωποι χρειάζονται ο ένας τον άλλο και η πιο καλή ανθρώπινη ιδιότητα είναι εκείνη ακριβώς που προσιδιάζει σε ανθρώπους : η «ανθρωπιά». Αυτή λέιπει από τον Κνήμωνα και λέγεται γι’ αυτόν ότι είναι ένας άνθρωπος απάνθρωπος (6) : Αντίστροφα αυτός που ανταποκρίνεται σ’ αυτό το ιδεώδες μας συγκινεί : ένα περίφημο απόσπασμα (484 Koerte) λέει : ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, αν ανθρωπος η και πολλές ακόμα ρήσεις εικονίζουν τους δεσμούς που μια τέτοια αρετή υφαίνει μεταξύ των πλασμάτων. Ένα απόσπασμα λέει : ουδείς εστί μοι αλλότριος, αν η χρηστός … (475 Koerte), ένα άλλο : τουτ’ εστί το ζην ουχ εαυτώ ζην μόνον (646 Koerte). Τέλος, δεν αμφιβάλλουμε διόλου ότι ο στίχος του Τερεντίου ανάγεται στον Μένανδρο, όταν λέει στον Εαυτιντιμωρούμενον : homo sum : humani nihil a me alienum puto.

Η αίσθηση αυτή της ανθρώπινης αδελφοσύνης αντιστοιχεί προς τους νέους καιρούς, όπου η πολίς πια δεν περιορίζει τον ορίζοντα του ανθρώπου. Ο κοσμοπολιτισμός των φιλοσόφων αντικατοπτρίζεται εδώ. Ήδη όμως είχε εκδηλωθεί στον Αριστοτέλη και με τη Σχολή του, ίσως, συνδέεται το ιδεώδες του Μενάνδρου στο μέτρο που ακριβώς διακηρύσσει, πρακτικά, τη γλυκύτητα και την αντοχή.

Εκεί ακριβώς βρίσκονται πράγματι οι νέες αρετές του καινούργιου αυτού κόσμου : οι Επιτρέποντες καταδικάζουν την οξυθυμία και προβάλλουν τη συγγνώμη, την κατανόηση, τη συμφιλίωση. Το ίδιο και η Περικειρομένη. Σταθερά το θέατρο του Μανάνδρου μας θέτει μπροστά σε οικογενειακούς δεσμούς, τρυφερότητες, φιλίες. Ακόμα και στους δούλους επικρατεί ένα είδος στοργικής οικειότητας και ακόμα και οι αυλητρίδες ή οι εταίρες δείχνουν λεπτότητα. Η αυτοσυγκράτηση και η χάρη της τέχνης του Μενάνδρου απεικονίζουν το νέο αυτό ιδεώδες για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η φιλοπατρία των παρελθόντων αιώνων παραχώρησε τη θέση της σε μια ιδιωτική ζωή πιο ευέλικτη, όπου ανθίζει η στοργή.

Τα χαρακτηριστικά αυτά εξηγούν ίσως τη σημαντική επιτυχία που γνώρισε το έργο του Μενάνδρου. Τα αντίγραφα που βρέθηκαν στην Αίγυπτο, το άγαλμα που οφείλεται στους γιους του Πραξιτέλη, οι λατινικές απομιμήσεις του Πλαύτου και του Τερεντίου, τα σχόλια του Πλουτάρχου, όλα μαρτυρούν αυτή τη δημοτικότητά του, που υπήρξε διαρκής. Πρόσφατα μάλιστα βρέθηκε στη Μυτιλήνη μια ολόκληρη σειρά μωσαίκών, που απεικονίζουν ακριβώς σκηνές από κωμωδίες του Μενάνδρου. Χρονολογούνται περίπου στο έτος 300 και μας βοηθούν να φαντασθούμε τη σκηνοθεσία της εποχής.


[1] Jacqueline de Romilly, Αρχαία ελληνική γραμματολογία, σελ. 248-250, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1988.
[2] Δύσκολος: ίσως η παλαιότερη κωμωδία του Μενάνδρου. Χρονολογείται το 316.
[3] Μένανδρος, γεννημένος το 342-341 παρουσίασε το πρώτο του επιβεβαιωμένο έργο (Οργή) το 321, δύο χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, και φαίνεται πως έζησε μέχρι το 293. Μείζον γεγονός στάθηκε η ανακάλυψη ενός ολόκληρου έργου, του Δυσκόλου που δημοσιεύθηκε το 1959 από τον Βίκτωρα Μάρτιν. Εκτός από τον δύσκολο, κωμωδίες για τις οποίες μπορούμε να σχηματίσουμε απόψη είναι οι Επιτρτέποντες, η Περικειρομένη, η Σαμία [για καθένα από τα έργα αυτά έχουν διασωθεί από 300 έως 600 στίχοι].

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

το κατά Ρήγα κατηγορητήριο

Περίληψις[1]

εκ των πρακτικών της διεξαχθείσης των τούτο μεν εν τω αστυνομικώ καταστήματι κρατουμένων, τούτο δε άνευ προφυλακίσεως ανακριθέντων Ελλήνων υπηκόων της οθωμανικής Πύλης, οίτινες ονομάζονται Ρήγας Βελεστινλής, Ευστράτιος Αργέντης, Δημήτριος Νικολίδης, Παναγιώτης Εμμανουήλ και ο αδελφός αυτού Ιωάννης Εμμανουήλ, Αντώνιος Κορωνιός, Θεοχάρης Γεωργίου Τορούντζιας, Ιωάννης Καρατζάς, Ανδρέας Μασούτης και Κωνσταντίνος Άμοιρος.

Ο Ρήγας Βελεστινλής, ηλικίας 40, γεννηθείς εν Φεραίς της Θεσσαλίας και άγαμος, κατά τα πρακτικά της ανακρίσεως αυτού υπ’ αριθμόν 1 ωμολόγησε κατ’ ουσίαν, ότι κατά την ενταύθα διαμονή του :

α΄) Έψαλε πολλάκις και έπαιξε δια του αυλού το ενταύθα υπό στοιχείον Α συνημμένον ελληνικόν άσμα το επιγραφόμενον Θούριος Ύμνος, όπερ άρχεται διά των λέξεων Ως πότε παλληκάρια, εν ώ ο ελληνικός λαός καθ’ όλου παρακινείται εις αποστασίαν από των Τούρκων …

β΄) Ομολογεί ο Ρήγας, ότι συνέταξεν ελληνικούς χάρτας, ών έκαστος πλήρης σύγκειται εκ δώδεκα τεμαχίων, ότι τοιούτων ολοκλήρων χαρτών εχάραξε 1220 αντίτυπα διά του εντάυθα χαλκογράφου Φραγκίσκου Μύλλερ και εξετύπωσεν αυτά διά του τυπογράφου Ιακώβου Νιτς εν των Ιωσηφείω τμήματι της πόλεως. Ομολογεί προς τούτοις, ότι μετέφτρασεν εκ του γαλλικού εις το ελληνικόν και τον τέταρτον τόμον του Αναχάρσιδος, επειδή το πρώτον, δεύτερον και τρίτον μέρος είχεν ήδη επεξεργασθή ο εντάυθα διατρίβων Έλλην φοιτητής της ιατρικής ο καλούμενος Σακελλάριος. Τέλος, ότι εξέδωκεν έργον επιγραφόμενον Ο Ηθικός Τρίπους, τούθ’ όπερ μετέφρασεν ελληνιστί μέρος μεν εκ του ιταλικού του Αββά Μεταστασίου, μέρος δ’ εκ της Βοσκοπούλας των Άλπεων του Γάλλου συγγραφέως Μαρμοντέλ, ότι δε ταύτα πάντα έπραξεν εξ ασπόνδου μίσους προς το τουρκικόν έθνος και επί τω σκοπώ να διαφωτίση το ίδιον αυτού έθνος περί της παρούσης θλιβεράς αυτού καταστάσεως.

γ΄) Ομολογεί ο Ρήγας, ότι επί τω αυτώ της αναμορφώσεως του έθνους του εχάραξε παρά τω Μύλλερ και εξετύπωσε παρά τω Νιτς 1200 αντίτυπα της εικόνος της παριστανούσης Αλέξανδρον τον Μέγαν ης έκτυπον συνάπτεται ενταύθα υπό το στοιχείον D και ήτις είνε αντίγραφον καλλιτεχνήματος εκ του ενταύθα Μουσείου, ότι δε εις την εικόνα ταύτην προσέθηκεν αυτός τας επ’ αυτής εμφαινομένας παρατηρήσεις περί των πράξεων του ήρωος τούτου γαλλιστί και ελληνιστί. Και τινας μεν των τοιούτων χαλκογραφιών διένειμεν εις Έλληνας ενταύθα, τας δε λοιπάς παρέδωκεν εις τον ήδη μνημονευθέντα Αβράμην προς πώλησιν αντί 20 κρεϋτσαρίων κατ’ αντίτυπον.

Ο Ρήγας καταθέτει μεν προς τούτοις, ότι εσχεδίασε και χάρτας της Μολδαβίας και Βλαχίας, υποστηριχθείς προς τούτο διά χρημάτων υπό των ηγεμόνων των χωρών εκείνων Υψηλάντη και Καλλιμάχη ους και εχάρξε μεν παρά τω Μύλλερ, εξετύπωσε δε παρά τω Νιτς. Αλλ’ επειδή επί του προκειμένου επιμένει, ότι τούτο πράττων μόνον λόγον είχε την κερδοσκοπίαν, δεν αποδεικνύεται δε το εναντίον, διά ταύτα το γεγονός τούτο σημειούται ενταύθα μόνον προς γνώσιν.

δ΄) Ομολογεί ο Ρήγας, ότι πάντοτε επεθύμει την απελευθέρωσιν της Ελλάδος από του τουρκικού ζυγού και δη ότι μετά την σωτηρίαν της ψυχής του τούτο έχει ως πρώτον πόθον να ίδη εκδιωκομένους τους Τούρκους από της Ελλάδος, επειδή προετίμα να έχη κυρίαρχον τον διάβολον μάλλον παρά τοιούτον τύραννον οίος ο Τούρκος. Και προσθέτει ακόμη, ότι, αν σήμερον επρόκειτο να φθάσωσι τα πράγματα μέχρις αποστασίας εν Ελλάδι, θα ήτο έτοιμος να συνεργασθή.

Ταύτα σκοπών και ιδία επ’ ευκαιρία της υπό των Γάλλων δημοσία κοινοποιηθείσης προκηρύξεως, ότι ήθελον ναπελευθερώσωσι το υπό τον τυραννικόν ζυγόν κατατηκόμενον έθνος εκείνο, ο Ρήγας λέγει, ότι χωρίς να λάβη παρ’ οιουδήποτε εντολήν τινα έγραψε ως εξ ονόματος πάντων των Ελλήνων κατά τον Ιούλιον παρελθόντος έτους την ενταύθα υπό στοιχείον Ε συνημμένην και υπ’ αυτού κατά την ιδίαν ομολογίαν όλην αυτή χειρί γραφείσαν πρωτότυπον επιστολήν προς τον εν Τεργέστη πρόξενον της Γαλλίας, ην απέστειλε προς τον Κορωνιόν, όπως εγχειρισθή εις τον προς ον όρον. Λέγει δε, ότι το ουσιώδες περιεχόμενον της επιστολής ταύτης προς τον πρόξενον ενέχει την παράκλησιν πάντων των Ελλήνων προς αυτόν, όπως ενεργήση παρά τω στρατηγώ τω έχοντι την διοίκησιν της εν Ιταλία γαλλικής στρατιάς και παρακαλέση αυτόν να παρασχεθή εις αυτούς βοήθειαν προς απελευθέρωσιν αυτών, εν η δε περιπτώσει έμελλε να παρασχεθή εις αυτούς βοήθεια, θα λάβη εις των Ελλήνων την εντολήν να διαμένη παρά τούτω τω ήρωι, όπως διατηρή την μεταξύ αυτών αλληλογραφίαν.

ε΄) Ομολογεί ο Ρήγας, ότι την ενταύθα υπό στοιχείον F συνημμένην όλως δημοκρατικήν Προπαιδείαν μετά των εν αυτή ευρισκομένων και υπό ελληνικών ιδεών διαπνεομένων δύο ασμάτων, ων το μεν είνε μίμησις του γαλλικού La Carmagnole (η Καρμανιόλα), το δε του γνωστού γερμανικού Freut euch des Lebens (Απολαύετε του βίου), και εν οις κατά την υπό στοιχείον G συνημμένην γερμανικήν μετάφρασιν περιέχονται καθ’ όλου ρησικοπίαι κατά των τυράννων και παρακινείται ο λαός εις αποστασίαν, ότι ταύτα έλαβε προς αντιγραφήν παρά του εν Πρεβέζη Έλληνος του καλουμένου Λαυρεντίου Αλιάνδρου, ότι πάντα τανωτέρω υπό στοιχείον F συνημμένα έγραψε καθ’ ολοκληρίαν ιδία χειρί, και ότι το αντίγραφον αυτού τούτο παρέδωκε προς νέαν αντιγραφήν εις τον συνοδοιπόρον εαυτού Χριστόφορον Χατζηβασίλην, όστις εξητάσθη ήδη εν εντολήν , όπως ούτος εκτυπώση παρά τω Πούλιω το υπό του Ρήγα συντεταγμένον και περί στρατιωτικών κανόνων πραγματευόμενον έργον το επιγραφόμενον Ο στρατάρχης Κεβενχύλλερ, παρενείρη δε εις αυτό εν αρχή την Προπαιδείαν μετά των ασμάτων και εκτυπώση εξ αυτών 1000 αντίτυπα όπως διαμεμηθώσιν εις τους Έλληνας.

ς΄) Ο Ρήγας παρ’ όλην αυτού την άρνησιν κατεφωράθη διά της ομοφώνου καταθέσεως του διευθυντού των τυπογραφικών έργων Στάδλερ και των εργατών Ιωσήφ Αδάμ, Ιωσήφ Κλέτσελ και Φραγκίσκου Χουγαλε, ότι την υπό στοιχείον Ι ελληνικήν προκήρυξιν εξετύπωσε παρά τω Πούλιω βραχύ χρόνον προ της εαυτού αναχωρήσεως, εκτυπωθέντων 3000 αυτής αντιτύπων.

Επειδή λοιπόν η προμνημονευθείσα υπό στοιχείον Ι προκήρυξις συνίσταται κατά το μέγιστον μέρος εκ του γαλλικού πολιτεύματος και του άσματος Ως πότε παλληκάρια, ού συντάκτης κατά την ως ανωτέρω υπό στοιχείον Β επιστολήν είνε ο Ρήγας, πάντα ταύτα τα πειστήρια αποδεικνύουσιν αυτόν αριδήλως ως τον συντάκτην της προκηρύξεως ταύτης.

ζ΄) Παρά την μαρτυρίαν του Ρήγα, καθ’ ην επί του παρόντος είχε παντελώς εγκαταλίπει την επαναστατικήν αυτού σκέψιν, ιδίως λαμβανομένης υπ’ όψιν της ιδίας αυτού ομολογίας, ότι έκαμε λόγον περί των μέσων πώς ηδύνατο να επιχειρηθή επανάστασίς της, καταφωράται πάντως εκ των επί μέρους καταθέσεων των Αργέντη, Νικολίδου, Πέτροβιτς και Ιωάννου Εμμανουήλ, ότι το επαναστατικόν αυτού σχέδιον ήτο το επόμενον. Είχε δήλα δη ο Ρήγας την απόφασιν να μεταβή εις την χερσόνησον του Μωρέως, κειμένην κατά την Μεσόγειον θάλασσαν, προς τους αυτόθι οικούντας Έλληνας στασιαστάς, του Μανιάτας, απογόνους όντας των αρχαίων Σπαρτιατών, να προσελκύση εις εαυτόν την εμπιστοσύνην αυτών, να ελευθερώση όλην την χερσόνησον του Μωρέως διά της βίας από του τουρκικού ζυγού. Μετά δε την απελευθέρωσιν του Μωρέως ήθελεν έπειτα να εισβάλη εις την Ήπειρον, να ελευθερώση και ταύτην την χώραν, να συνενώση τους Μανιάτας μετά των άλλων Ελλήνων στασιαστών των καλουμένων Κακοσουλιωτών, οίτινες οικούσι παρά τα παράλια της Αδριατικής θαλάσσης, και μετά των συνηνωμένων τούτων δυνάμεων να προχωρήση προς Ανατολάς και έπειτα ναπελευθερώση τα τουρκικάς επαρχίας Μακεδονίαν, Αλβανίαν, την κυρίως Ελλάδα, κατόπιν δε τας λοιπάς διά γενικής αποστασίας, και, ως καταθέτει ιδίως ο Πέτροβιτς, να εισαγάγη απανταχού το γαλλικόν πολίτευμα. Ήλπιζε δ’ ο Ρήγας να κατορθώση την απελευθέρωσιν ταύτην τόσω μάλλον, όσω άπαντες οι Έλληνες είνε οπωσδήποτε ωπλισμένοι και έχουσι προμηθείας τροφών, είνε δε πρόχειρα χρήματα εκ πλουσίων μονών.

η΄) Τέλος ο Ρήγας παρά την ιδίαν αυτού άρνησιν καταφωράται εκ τε της καταθέσεως του Αργέντη, εις όν απεκάλυψε την πρόθεσιν αυτού, κυρίως δ’ εκ της ιδίας εαυτού προς τον Κορωνιόν σταλείσης επιστολής, της ανωτέρω υπό στοιχείον Ν αναφερομένης, μετά της υπό στοιχείον Ο μεταφράσεως, ότι κατά τον Δεκέμβριον παρελθόντος έτους ανεχώρησεν εντεύθεν επό μόνη τη προθέσει όπως διενεργήση επανάστασιν εν Ελλάδι, επειδή εν τη επιστολή ταύτη μεταξύ άλλων ευρίσκονται και αι φράσεις Εκ Βουκουρεστίου γράφουσί μοι φίλοι μας Θεσσαλοί, Ηπειρώται και Αθηναίοι. Βρυχώνται ως οι λέοντες. Μοι λέγουσι, ότι δεν είνε καιρός διά βιβλία, αλλά πρέπει ναποπλεύσω εις την πατρίδα και να γράψω εις αυτούς την ώραν της αναχωρήσεώς μου, επειδή και αυτοί αναχωρούσι προσεχώς εις την ιδίαν εαυτών. Επειδή δε προς τοις άλλοις η επιστολή αύτη εν όλω αυτής τω περιεχομένω ουδέν άλλο ενέχει ή τον πόθον προς την δημοκρατίαν. Επειδή εκτός τούτου ο Ρήγας εν τη ανακρίσει του και εν τοις συνημμένοις Ρ και Q ο ίδιος ομολογεί, ότι συμπαρέλαβε μεθ’ εαυτού εις τα ταξείδια πλήθος αντιτύπων της ως ανωτέρω συνημμένης υπό στοιχείον Ι ελληνικής προκηρύξεως … και δη επί τω σκοπώ, όπως διαδώση ταύτα εν Ελλάδι, ως και ενταύθα ανεκοίνωσε τοιαύτα εις πολλούς Έλληνας κατά την ιδίαν του ομολογίαν. Διά ταύτα εκ τούτων και των ανωτέρω περιστατικών καταφαίνεται αριδήλως η πρόθεσις αυτού αύτη.

[1] Γιώργης Έξαρχος, Ρήγας Βελεστινλής, Ανέκδοτα έγγραφα – νέα στοιχεία, σελ. 248 επ., εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998.

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

ιστορίες από την περίοδο πριν από την εθνική μας παλιγγενεσία

Του Λεωνίδα το σπαθί
Κολοκοτρώνης το φορεί.
Τούρκος σαν τον δει ζαρώνει
και το αίμα του παγώνει.

Το λιονταρόπουλο[1]

Μεσάνυχτα. Σκοτεινός υψωνόταν στον Ταΰγετο ο πύργος της Καστανίτσας. Ούτε φως, ούτε ήχος μαρτυρούσαν στους έξω, αν, πίσω από τους χονδρούς τοίχους του, ζούσαν άνθρωποι.

- Θοδωράκη, ξύπνα … Ξύπνα, αγόρι μου, μουρμούρισε μες στο σκοτάδι η φωνή της Μάνας.

Το παιδί, τριών χρονών πιτσιρίκος, άνοιξε νυσταγμένο τα μάτια κι’ αναδεύτηκε στο στρώμα.

- Ξύπνα, Θοδωράκη !... ξανάπε ήμερα η ίδια φωνή. Ήρθε ο πατέρας σου !

Το παιδί διαπλάτωσε τα μάτια. Στο λυχνοστάτη το λυχνάρι ήταν αναμμένο.

Στο αχνό φως του, το αγόρι ξεχώρισε, σκυμμένη πάνωθέ του τη μορφή της μάνας του. Κι’ ένα βήμα πιο πίσω, έναν ηλιοψημένον άντρα με πλατείς ώμους και μακριά κατάμαυρα μαλλιά.

Ο πατέρας του !... ώστε αυτός ήταν ;… Άκουε να τον μελετούν. Άκουε σιγανόφωνα να διηγούνται με θαυμασμό τα κατορθώματα του καπετάν Κωνσταντή. Πότε – πότε πάλι άκουε να ψιθυρίζουν κρυφά πως ήρθε κάποιο παλικάρι σταλμένο από κείνον. Μα ο Θοδωράκης δεν τον είχε δει ποτέ ως τότε. Ή τουλάχιστον δεν θυμόταν νάχε κάποτε αντικρύσει το θρυλικό αυτό πρόσωπο. Έλειπε πάντα. Κι’ όταν καμιά φορά ρωτούσε «πού είναι», βάζαν το δάχτυλο στο στόμα και δεν του αποκρίνονταν.

Ανακάθισε κι’ έτριψε βάρυπνος τα μάτια.

- Μη φωνάξεις, Θοδωράκη ! τον πρόσταξε η φωνή της μάνας. Κανείς δεν πρέπει να μας ακούσει. Κανείς δεν πρέπει να μάθει πως ήρθε απόψε στον πύργο ο πατέρας σου. Μα είσαι μεγάλο αγόρι πια. Γι’ αυτό σε ξύπνησα να τον ιδής.

- Έλα γιε μου ! έκανε ο πλατύστερνος άντρας.

Άπλωσε τα χέρια και σήκωσε το παιδάκι.

- Θέλω να σε γνωρίσω και να με γνωρίσεις, πρόσθεσε.

Ο μικρός δεν μιλούσε. Κοίταζε άφωνος τον πατέρα του σαν να μην ήξερε αν ήταν ξύπνιος ή αν ονειρευόταν. Όλα αυτά του φαίνονταν σαν παραμύθι. Γιατί ο Θοδωράκης δεν άκουσε ποτέ να του διηγούνται για νεράϊδες και μαγεμένα βασιλόπουλα. Μόνο για κλέφτες κι’ αρματολούς μπαρουτοκαπνισμένους, που δεν ξεχώριζε, ως τότε, αν ήταν πλάσματα της φαντασίας ή άνθρωποι ωσάν τους άλλους. Στο σκυθρωπό μανιάτικο πύργο δεν μιλούσαν παρά για πόλεμο. Κι’ απέναντι από το στρώμα του, μόλις ο Θοδωράκης άνοιγε κάθε πρωΐ τα μάτια, αντίκρυζε στον τοίχο κρεμασμένο το τουφέκι του παππού του.

Καθώς ο πατέρας του το κρατούσε στην αγκαλιά του, ο μικρός ένοιωσε πως τα γυμνά ποδάρια του ακουμπούσαν σε κάτι σκληρό και κρύο. Χαμήλωσε το βλέμμα κι’ είδε πως ήταν η κάνη μιας πιστόλας, περασμένης στο σελάχι του καπετάν Κωνσταντή. Τα άρματα κι’ ο πατέρας του λες κι’ ήταν ένα. Χαμογέλασε. Ώστε όσα διηγόταν δεν ήταν ψέματα – ήταν αλήθειες. Ο μαυρειδερός πλατύστερνος άντρας τον κανάκισε λίγο κι’ έπειτα τον ξανάβαλε στο στρώμα.

- Κοιμήσου τώρα … του ‘πε. Χόρτασε ύπνο. Γιατί … αργότερα … ποιός ξέρει …

Η μάνα ξαναπήρε τον λύχνο. Η κάμαρα σκοτείνιασε. Ο Θοδωράκης ξανάκλεισε τα μάτια. Αποκοιμήθηκε. Ολονυχτίς ονειρευόταν αρματωμένους άντρες, που κυνηγούσανε τους Τούρκους πάνω στα βουνά κι’ έρχονταν νύχτα σπίτι τους, αμίλητοι κι’ αθόρυβα ωσάν σκιές.

[1] Κ. Α. Σφαέλου – Βενιζέλου, μέρος Α΄, σελ. 9-11, «Το Λιονταρόπουλο», Εστία.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

από τους μύθους του Αισώπου

Νυκτερίς και Βάτος και Αίθυια[1]

Η Νυχτερίδα ήταν γυναίκα, από τις πρώτες του χωριού στην εξυπνάδα. Το χωριό της ήταν παραθαλάσσιο. Ένας από τους συγγενείς της λεγόταν Βάτος και ένας άλλος λεγόταν Γλάρος. Από το χωριό τους έβλεπαν να γυρνούν γυρολόγοι με λογής πανικά ή να έρχωνται με καΐκια του κόσμου οι πραμάτειες για τους ντόπιους εμπόρους. Όλοι έκαναν χρυσές δουλειές.

- Γιατί να μη γίνουμε κι’ εμείς έμποροι ; είπεν η Νυχτερίδα στο Βάτο και στο Γλάρο.

Εκείνοι ηύραν το σχέδιο περίφημο. Ύστερα από λίγο είχαν κιόλας έτοιμη τη συμφωνία. Θα σχημάτιζαν και οι τρεις μια εμπορική εταιρεία. Θα έβαζαν και οι τρεις καταθέσεις σε είδος ή σε μετρητά. Και ύστερα θα πήγαιναν και οι τρεις μαζί στην πρωτεύουσα, θα φόρτωναν ένα καΐκι γεμάτο εμπόρευμα και θα γύριζαν στον τόπο τους για να πουλούν και να θησαυρίζουν. Όλα φαινόντουσαν τόσο εύκολα ! Οι τρεις συνεταίροι ήταν κατενθουσιασμένοι. Ο Βάτος πούλησε όλη την περιουσία του, σπίτι χωράφια, αμπέλια, περιβόλια. Με τα χρήματα αγόρασε γούνες και άλλα υφάσματα. Ο Γλάρος πούλησε όλη την περιουσία του και αγόρασε χαλκώματα κάθε λογής. «Θα τα αγοράζουν οι νέες για την προίκα τους. Δε θα προφταίνουμε να πουλάμε !» έλεγε στους άλλους δυο συνεταίρους και έτριβε τα χέρια του από χαρά. Η Νυχτερίδα δεν είχε διόλου χρήματα. Δεν είχε ούτε χτήματα για να τα πουλήση. Πήρε λοιπόν και ηύρε έναν- έναν όλους τους τοκογλύφους των χωριών της επαρχίας και δανείστηκε χρήματα. Βέβαια ο τόκος ήταν πολύ μεγάλος. Ωστόσο, η Νυχτερίδα ήταν πολύ σίγουρη πως η εταιρεία τους θα έκανε χρυσές δουλείες. «Μέσα σε δυο το πολύ μήνες θα έχω ξεπληρώσει τόκους και κεφάλαια», έλεγε. Αφού ψώνισαν όλα τα είδη, φόρτωσαν ένα ολόκληρο πλοίο, μπήκαν και αυτοί μέσα και επίστρεφαν στον τόπο τους.

Στο δρόμο όμως έπιασε ξαφνική και μεγάλη θαλασσοταραχή και το πλοίο ναυάγησε πάνω σε κάτι ξέρες. Όπως ήταν νύχτα, οι ναύτες πήραν πολλά από τα υφάσματα, μπήκαν στις δυο βάρκες και φύγανε κρυφά. Το πλοίο, ναυαγησμένο και ακυβέρνητο, το ξαναπήραν τα κύματα, το πήγαν πότε εδώ και πότε εκεί, ώσπου στο τέλος βούλιαξε μ’ όλα τα χαλκώματα. Είδαν και έπαθαν οι τρεις συνεταίροι, ώσπου να καταφέρουν να σωθούν. Ευτυχώς, είχαν την καλή τύχη να περνάη εκεί κοντά τους κάποιο καράβι να τους περιμαζέψη. Πώς όμως να τολμήσουν να παρουσιαστούν στο χωριό τους ; Παρακάλεσαν τότε το θεό να τους λυπηθή και να τους βοηθήση. Εκείνος τους λυπήθηκε και τους έδωκε άλλη μορφή. Ο Βάτος έγινε δεντρικό, ο σημερινός «βάτος» με τα μακρυά κλωνιά και τα πολλά του αγκάθια. Ο Γλάρος έγινε πουλί, ο σημερινός «γλάρος» με την αγκιστρωτή μύτη και τις λευκές σπαθωτές φτερούγες. Η νυχτερίδα έγινε κι’ αυτή πουλί, η σημερινή «νυχτερίδα» με τις φτερούγες της από δέρμα και με το μουσούδι της σαν του ποντικιού.

Αλλά και μ’ όλη τη μεταμόρφωσή τους δεν κατορθώνουν να λησμονήσουν το μεγάλο τους καημό. Ο βάτος έπιασε τις στράτες και τα μονοπάτια, ένα γύρω σ’ όλους τους τόπους. Εκεί άπλωσε τ’ αγκαθερά κλωνιά του και παραφυλάει. Κάθε διαβάτης που θα περάση, στέκεται ο βάτος με τ’ αγκάθια του και τον γραπώνει από το ρούχο: «Μην είναι κανένας από τους ναύτες τούτος ο περαστικός;- Μην είναι από τα δικά μου υφάσματα τούτο που φοράει;» Έτσι συλλογιέται ο βάτος και εξετάζει του καθενός τα ρούχα. Ο γλάρος πάλι δεν αφήνει τη θάλασσα. Γαλήνη ή φουρτούνα κάνει, του γλάρου του είναι αδιάφορο. Ολημερίς πετάει πάνω από τη θάλασσα και ψάχνει. Και κάθε τόσο κάνει βουτιές μέσα στα νερά, κοιτάζοντας τους βυθούς. Έχει την ελπίδα πως, συνεχίζοντας να ψάχνη έτσι τη θάλασσα, δεν μπορεί παρά να ξαναβρή κάποια μέρα τα βυθισμένα του χαλκώματα. Όσο για τη νυχτερίδα, εκείνη έχει τις πιο πολλές σκοτούρες. Αυτήν, αληθινά, αξίζει να την κλαίη κανείς, τη δόλια, μα και την αλαφρόμυαλη. Γιατί οι δανειστές της, όλοι εκείνοι οι φορεροί τοκογλύφοι, χαλάσανε τον κόσμο για να τη βρούνε. Το έμαθε η νυχτερίδα και από τότε διαρκώς κρύβεται. Κρύβεται όλη την ημέρα μέσα σε κρυφές και ανήλιες τρύπες. Αν θα επιχειρήση να βγη έξω, βγαίνει μονάχα τη νύχτα, με το σκοτάδι. Αλλά κι’ έτσι δεν της απολείπει ο φόβος, μήπως και τη νύχτα την αναγνωρίσουν οι τοκογλύφοι της και την πιάσουν !

Αρχαίο κείμενο:

Νυκτερίς και βάτος και αίθυια εταιρείαν ποιησάμενοι, εμπορικόν διέγνωσαν βίον ζην. Η μεν ουν νυκτερίς αργύριον δανεισαμένη καθήκεν εις το μέσον, η δε βάτος εσθήτα μεθ’ εαυτής έλαβεν, η δε αίθυια Τρίτη χαλκόν. Και απέπλευσαν. Χειμώνος δε σφοδρού γενομένου και της νεώς περιτραπείσης, πάντα απολέσαντες αυτοί επί την γην διεσώθησαν. Εξ εκείνου τοίνυν η μεν αίθυια τοις αιγιαλοίς αεί παρεδρεύει, μη που τον χαλκόν εκβάλλει η θάλαττα. Η δε νυκτερίς, τους δανειστάς φοβουμένη, της μεν ημέρας ου φαίνεται, νύκτωρ δ’ επί νομήν έξεισιν. Η δε βάτος της των παριόντων εσθήτος επιλαμβάνεται, ει που την οικείαν επιγνοίη ζητούσα.

* Κ. Ρωμαίου, «Κοντά στις ρίζες», σελ. 290-293, Εστία 1980.
[1] Αισωπείων μύθων συναγωγή (Fabulae Aesopicae collectae, εκδ. C. Halm, Lipsiae) αρ. 306 και 306b, σελ. 150-151.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Θέατρο σκιών και ηρώων

ο Καραγκίοζης ήρωας[1]

Τα ηρωικά έργα του Καραγκιόζη, όλα εμπνευσμένα από το 21 ή από άλλα ληστρικά ανδραγαθήματα, ήταν ο ρομαντισμός, ήταν ο φόρος τιμής που απένεμε το ζωντανό και πρωτόγονο αυτό θέατρο στη μόδα της εποχής. Ήταν όμως ένας νεοκλασικός ρομαντισμός. Στο κέντρο του ήταν οι αθάνατες μορφές των ηρώων ή απλών ληστών, η λατρεία του γενναίου ανδρός, του λεβέντη κι όμορφου που με το άκρο εγωκεντρισμό του ωφελεί τελικά όπως κι όταν θέλει αυτός το σύνολο. Ο υπέρ πίστεως και πατρίδος αγών των ωχρών ιδεολόγων, ανακατεύεται με το αιώνιο ιδανικό του Έλληνα, για τον γενναίο και ωραίο, που ανάμεσα στα καθήκοντα του χρήσιμου ηρωισμού του είναι κι ομορφιά του.

Ο Καραγκιόζης είναι ο σίφουνας της αρνήσεως όλων αυτών, η άρνηση των πάντψν που έχουν οι φτωχοί και αποτυχημένοι, αλλά και απελευθερωμένοι από κάθε δεσμό επιτυχίας. Μια άρνηση θερμή, ενθουσιώδης, τραγική (με τη δύναμη του τραγικού), μια άρνηση μέσα στην οποία να κρύβεται η πιο λυρική και η πιο αγνή ουσία της ζωής. Σ’ όλα αυτά τα δράματα κατοχής, όπως είναι όλες οι κωμωδίες του Καραγκιόζη, μιας Κατοχής που δεν αρχίζει με την Τούρκικη κατοχή, ούτε τελειώνει μ’ αυτήν. Σ’ όλα αυτά τα προβλήματα των κατεχομένων ανθρώπων η λύση έρχεται με την ηρωική έξοδο του κατεχομένου διά της διαλύσεως των πάντων από τη ζωική δύναμη. Ο Καραγκιόζης, λοιπόν, είναι ηρωικός όσο και οι ήρωες και οι ληστές, αλλά ο ηρωισμός του είναι πιο πνευματικός, όσο κι αν αυτό φανεί περίεργο ή αστείο.

Αν το δράμα του τύπου που δημιούργησε ο Σαρλώ, είναι το αιώνιο δράμα του δειλού, που θέλει να ξεπεράσει τη δειλία του, δεν είναι άσχετο με το δράμα του Καραγκιόζη, με το δράμα του εβραίου κατεχόμενου ή καταδιωκόμενου, με το πνεύμα του αιωνίως ανυπόταχτου Έλληνα, που τον τύλιγαν και που συνεχώς εξανίστατο. Αν η Τραγωδία λυτρώνει διά του ελέους, η κωμωδία λυτρώνει με το γκρέμισμα που φέρνει το γέλιο της τελικής διάλυσης. Ο κάθε ρόλος του καραγκιόζη είναι η γελοιογραφία, ή μάλλον η καταστροφή ενός ηρωικού προσώπου. Η καχυποψία, η οκνηρία του καταπιεζόμενου ήρωα γίνονται αρετές του κωμικού ήρωα που διαλύει για να νιώσει ελεύθερος. Όποιος δεν υποτάσσεται στο διαλυτικό του μένος, όποιος ελπίζει, όποιος υπολογίζει, όποιος συνδυάζει, περιφρονείται και ρεζιλεύεται.

Ο Χατζηαβάτης είναι ο αιώνιος δοσίλογος, αυτός που συμπράττει με τον κατακτητή, που ελπίζει μαζί του. Το σφάλμα του είναι ότι πιστεύει κι ελπίζει στο συμφέρον του, στη ζωή. Ο Καραγκιόζης του φέρεται όπως η Αντιγόνη στην Ισμήνη, η Ηλέκτρα στη Χρυσόθεμι, ο Φιλοκτήτης στον Οδυσσέα, ο Οιδίποδας στον γαλήνιο Κρέοντα, στον Πολυνείκη και στον Ετεοκλή.

Κάτω από τις καρπαζιές που ξυπνούν κι ενθουσιάζουν τους μικρούς θεατές, κάτω από τ’ αστεία, υπάρχει μια ηρωική μεγαλοπρέπεια ενός ασκητή – που όσο κι αν φαίνεται παράδοξο – θεωρεί ντροπή του να έχει σχέδια, μα που κρατά, εν τούτοις, ένα μέτρο στη βαθύτητά του. Κι ακριβώς, αυτή η βαθύτης του τίθεται στην εξυπηρέτηση μιας ευθυμης ειρωνείας και μιας διαλύσεως χωρίς κακία.


[1] Γιάννη Τσαρούχη, «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», σελ. 64-66, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

Λαογραφία

περί της ελληνικής καταγωγής των Βλάχων[1]

Η ελληνική συνείδηση των Βλάχων από τους πρώτους κιόλας αιώνες της λατινοφώνησής τους, ήταν αταλάντευτη. Ο ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού, Προκόπιος (6ος αιώνας), αποκαλεί τους δίγλωσσους αυτούς Έλληνες: «Έλληνες εισίν, Ηπειρώται καλούμενοι άχρις Επιδάμνου πόλεως ήτοις επί θαλάττια οικέιται». Σημαντικότερη είναι η πληροφορία που μας δίνει ο Ιωάννης ο Λυδός, χρονικογράφος και καθηγητής της ρητορικής στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης: «Νόμος αρχαίοις ην πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις επάρχοις, τάχα σε και ταις άλλαις των αρχών, τοις Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν … Τα δε περί την χερσόνησον (του Αίμου) πραττόμενα παντα την αρχαιότητα διαφύλαξεν εξ ανάγκης διά το τους αυτής οικήτορας καίπερ Έλληνας εκ του πλείονος όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή και μάλιστα τους δημοσιεύοντας»[2].

Σε απλή μετάφραση: Οι Έλληνες είναι πολυπληθέστεροι στην Βαλκανική, αλλά χρησιμοποιούν ως γλώσσα τους την Ρωμαϊκή (Ιταλική, όπως λέει ο Λυδός).

Ο Ρενέ Πινόν υποστηρίζει ότι μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού, σε ολόκληρη την Μακεδονία ομιλούνταν η λατινική (βλάχικη) γλώσσα. «Οι κάτοικοι των ορέων, οι ποιμένες, οι κτηνοτρόφοι, οι τεχνίτες, διατήρησαν ένα γλωσσικό ιδίωμα προερχόμενο κατ’ ευθείαν από την λατινική, η οποία φυσικότατα ομοιάζει πολύ με τη Ρουμανική της αρχαίας Δακίας. Οι Βλάχοι επομένως, δεν είναι ιδιαίτερος λαός, κλάδος του Ρουμανικού λαού πλανηθέντος ανά την Πίνδο, αλλά είναι απλούστατα εκλατινισθέντες Μακεδόνες.

Όλες οι ιστορικές πηγές, δείχνουν πως οι Βλάχοι ζουν αδιάλειπτα στην Ηπειρομακεδονία από την ημέρα που λατινοφώνησαν, ενώ δεν υπάρχει καμία πηγή που να αναφέρει κάθοδό τους από περιοχές βόρεια του Δούναβη. Είναι άλλωστε παράδοξο να υπάρχουν πλήρεις πηγές για τις μετακινήσεις όλων των λαών και πληθυσμών, απ’ τις μεγάλες μεταναστεύσεις του 5ου και 6ου αιώνα μέχρι και την κάθοδο των Αρβανιτών τον 11ο αιώνα και να μην υπάρχει καμία πηγή για τις υποτιθέμενες μετακινήσεις των Βλάχων.

Ο ίδιος ο κορυφαίος Ρουμάνος Βυζαντινολόγος Νίκολα Γιόργκα, παραδέχεται ότι «μεταξύ των Βλάχων της Ρουμανίας και της Ηπειρομακεδονίας, ουδεμία άλλη σχέση πλην της γλωσσικής υπάρχει».

Η Μοσχόπολη ήταν το ιστορικό κέντρο των Βλάχων, πόλη που μαζί με τα Γιάννενα ήταν τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα του Ελληνισμού στη νεότερη ιστορία του. Στη Μοσχόπολη λειτούργησε το πρώτο ελλαδικό τυπογραφείο, υπό τη διέυθυνση του Ιερομονάχου Γρηγορίου Κωνσταντινίδη. Στη Μοσχόπολη λειτούργησαν και τα δύο πρώτα σχολεία του Ελληνισμού[3], το «Ελληνικόν Φροντιστήριον», που αργότερα θα γίνει «Νέα Ακαδημία» και θα προσφέρει γνώσεις όχι απλά σχολικού, αλλά Πανεπιστημιακού επιπέδου. Την Ακαδημία αυτή ίδρυσε ο Μοσχοπολίτης Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωάσαφ, από προσφορές Βλάχων. Στην Ακαδημία, θήτευσαν και οι πρώτοι μεγάλοι δάσκαλοι του Γένους Διονύσιος Ματισιώτης, Θεόδωρος Καβαλιώτης, Αμβρόσιος Παμπέρης, Γρηγόριος Κωνσταντινίδης, Ιωάννης Αδάμης, Μιχαήλ Γκάρης, Κων/νος Βρέττας, Αθανάσιος Οικονόμου και πολλοί άλλοι. Στην Ακαδημία εκπονήθηκε πρώτο λεξικό των 4 Βαλκανικών γλωσσών από τον Φιλόσοφο Δανιήλ: Ελληνό-Αλβανικό-Βλαχικό-Βουλγαρικό.

[1] Στέφανου Ν. Σωτηρίου, «Οι Βλαχόφωνοι του Ευρωπαϊκού και Βαλκανικού χώρου», σελ. 29 επ., εκδόσεις Πελασγός, 1998.
[2] Ιωάννης Λυδός, «Περί αρχών της Ρωμαϊκής Πολιτείας».
[3] τα άλλα δύο στα Γιάννενα

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Μνημεία του Λόγου

οι απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας[1]

Οι ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι βυθισμένες, όπως αυτές του δένδρου, στη λαϊκή γλωσσολογοτεχνική δημιουργία του Μεσαίωνα. Προδρομικά μνημεία του λόγου είναι τα δημοτικά τραγούδια, που δεν διασώθηκαν παρά μόνο ελάχιστοι σατιρικοί στίχοι τους. Προηγήθηκε ένα μακρότατο διαμορφωτικό στάδιο λαϊκής δημιουργίας. Πολλά χρόνια πριν απ’ τον 9ο αιώνα η νεοελληνική δημοτική γλώσσα παρουσιάζεται διαμορφωμένη στα βασικά της γνωρίσματα: στη μορφή της, στην προσφορά της και στα μέτρα της. Μέσα στον 11ο αιώνα παίρνει την τελική της διαμόρφωση και γίνεται όργανο της νέας λογοτεχνίας. Σε χειρόγραφο του ιε΄ αιώνα σώθηκε το αρχαιότερο ακριτικό τραγούδι: Του υιού του Αρμούρη, που σώθηκε παράλληλα και στο στόμα του λαού[2]. Το τραγούδι αυτό απηχεί γεγονότα ιστορικά του θ΄αιώνα και αναφέρεται στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, που στα 859, ύστερα από θριαμβευτικές νίκες κατά των Αράβων, πέρασε τον Ευφράτη ποταμό και τους εκδικήθηκε για την καταστροφή της πατρίδας του, του Αμορίου. Το τραγούδι αυτό παρουσιάζει αρχέτυπο χαρακτήρα. Έχει γλώσσα, στίχο, σύνθεση, τεχνική, που μαρτυρούν ένα προηγμένο στάδιο δημοτικής γλωσσοτεχνικής καλλιέργειας. Σημειώνει τις αρχές της ακριτικής ποίησης και της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μέσα στο δέκατο αιώνα, και συγκεκριμένα μέσα στο πρώτο του τέταρτο (900-925), τα ακριτικά τραγούδια πλάθονται και ψάλλονται από ραψωδούς στην Παφλαγονία. Ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας (850-932) σ’ ένα σχόλιό του μας πληροφορεί, ότι στην εποχή του αφθονούσαν «οι κατάρατοι Παφλαγόνες αγύρται[3], ωδάς τινας συμπλάσαντες, πάθη περιέχουσας ενδόξων ανδρών και προς οβολόν άδοντες καθ’ εκάστην οικίαν». Ο Αρέθας θαυμάζει τους ραψωδούς αυτούς της Παφλαγονίας και τους ονομάζει καταράτους[4]. «Ενδόξους άνδρας» εννοεί ο Αρέθας τους Ακριτικούς ήρωες. Η Παφλαγονία είναι η σκηνή και η κοιτίδα των Ακριτικών τραγουδιών[5]. Από εκεί διαδόθηκαν σ’ όλες τις περιοχές της Μικρασίας, του Πόντου και των νησιών[6]. Μέσα σ’ έναν αιώνα έγιναν πανελλήνια, επιβάλανε το Διγενή σαν επική μορφή, σα νέον Αχιλλέα. Στα 1143 περίπου ο Πτωχοπρόδρομος αποκαλέι τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό «νέον Ακρίτην». Μέσα σ’ αυτή την περίοδο (925-1143) το Ακριτικό έπος πήρε πανελλήνια διάδοση και κύρος, και ανύψωσε τη μορφή του Ακρίτα σε σύμβολο και πρότυπο μυθικό, ώστε μ’ αυτό να παραβάλλονται και μ’ αυτό να υμνούνται οι ένδοξοι αυτοκράτορες. Η αίγλη αυτή ήταν εκείνη, που έδωσε στον ανώνυμο λόγιο την ώθηση να συνθέσει το Ακριτικό έπος[7] και να κινήσει τόσους άλλους σύγχρονους και κατοπινούς, να κάνουν συμπληρώσεις του και με τόσες γλωσσικές μορφές[8]. Το παλαιότερο απ’ αυτά είναι το χειρόγραφο του Εσκοριάλ σε λαϊκό ύφος και δημοτική μορφή. Έχει στίχους σαν αυτούς:

Στράτορα, πρωτοστράτορα και πρώτη των στρατόρων
απόστρωσε τον μαύρον σου και στρώσε μου τον γρίβαν
τον είχε πάντα ο θείος μου εις τας ανδραγαθίας …
και κρέμασε στην σέλλαν μου και το βαρύ σπαθί μου …

Τα Ακριτικά λοιπόν τραγούδια, που αποτελούσαν ολάκερο επικό κύκλο, και το Ακριτικό έπος, που στηρίζεται σ’ αυτά και αναχωνεύει ένα μεγάλο μέρος της ύλης τους, παρουσιασμένα μέσα στην περίοδο 925-1050, αποτελούν τα πρώτα μνημεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και σημειώνουν τις αρχές της.

[1] Γ. Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 19-20, εκδόσεις Πέτρου Κ. Ράνου, Αθήνα 1966.
[2] Καρπαθιάκες και Κυπριακές παραλλαγές.
[3] γυρολόγοι αοιδοί.
[4] δαιμονίους, διαβολεμένους, ευφυέστατους.
[5] Σ. Κουγέα, Λαογραφία Δ΄ 239-240 και Ν. Πολίτη, Το εθνικόν έπος των νεωτέρων Ελλήνων, σελ. 23.
[6] ιδίως στην Κύπρο.
[7] Ακριτηίδα.
[8] δημοτική, καθαρεύουσα, μικτή.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

περί γραφής

Ο πάπυρος[1]

Ο πάπυρος, που ήταν αρχικά επίθετο της αιγυπτιακής γλώσσας και σήμαινε «βασιλικός»[2], είναι ένα φυτό των τελμάτων, που παλαιότερα φύτρωνε στην κοιλάδα του Νείλου, σε διάφορες περιοχές της Συρίας, στη Μεσοποταμία και στην Παλαιστίνη, κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ. Σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί και βρίσκεται μόνο στην τροπική Αφρική και σε μερικές περιοχές της Σικελίας, κυρίως στην περιοχή των συρακουσών. Το φυτό αυτό, που ο Λινναίος του έδωσε την επιστημονική ονομασία Cyperus Papyrus, χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους κυρίως για την κατασκευή παπύρινου χαρτιού αλλά και για διάφορες άλλες χρήσεις: την κατασκευή ελαφρών πλοιαρίων, υφαντικών ινών, υποδημάτων, φιτιλιών για λαμπάδες, αφιερωματικών στεφανιών και, τέλος, ως φάρμακο.

Με βάση ένα χωρίο του Πλινίου του Πρεσβυτέρου[3], μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα διάφορα στάδια της κατασκευής του χαρτιού από πάπυρο. Το στέλεχος του φυτού, που έφτανε σε ύψος τα πέντε μέτρα, το έκοβαν κατά μήκος σε λεπτότατες λωρίδες[4]. Τις λωρίδες αυτές τις άπλωναν σε ένα στρώμα, τη μια κολλητά με την άλλη, πάνω σε ένα τραπέζι ή άλλη επίπεδη επιφάνεια, και τις έβρεχαν με νερό του Νείλου. Πάνω στο πρώτο στρώμα τοποθετούσαν ένα άλλο, κάθετα προς αυτό. Σχηματιζόταν έτσι ένα πλέγμα, που το συμπίεζαν σε ένα πιεστήριο. Με την πίεση έβγαινε από τις χλωρές ακόμη ίνες του φυτού μια κολλητική ουσία[5], και έτσι τα δύο στρώματα ενώνονταν απόλυτα μεταξύ τους και σχημάτιζαν ένα ενιαίο φύλλο, που το ονόμαζαν plagula ή scheda. Καθεμιάν από τις plagulae αυτές, αφού την ξέραιναν στον ήλιο, τη χτυπούσαν με ένα σφυρί, για να φύγουν ενδεχόμενες ανωμαλίες, και την πασπάλιζαν με αλευρόκολλα, για να γίνει πιο λεία η επίφάνειά της. Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας αυτής το τεμάχιο του παπύρου λεγόταν κόλλημα, και πραγματικά αμέσως έπειτα ο κολλητής αφού έκοβε τα μεμονωμένα φύλλα στο μέγεθος που ήθελε, τα ένωνε ύστερα με κόλλα και σχημάτιζε μια μεγάλη σε μάκρος επιφάνεια. Το πρώτο φύλλο το έλεγαν πρωτόκολλον και το τελευταίο εσχατοκόλλιον.

Ονομάζουμε συνήθως recto του παπύρου την όψη όπου οι ίνες είναι κάθετες προς τα κολλήματα και οι στίχοι της γραφής βαίνουν κατά μήκος των ινών. Αντίθετα, ονομάζουμε verso την όψη όπου οι ίνες βαίνουν παράλληλα προς το κόλλημα, και η γραφή αντίθετα προς αυτές. Στα επίσημα έγγραφα και στις πολυτελείς εκδόσεις μόνο το recto προοριζόταν για γραφή. Αλλά επειδή ο πάπυρος ήταν πάντοτε πολύ ακριβός[6], δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο ένα εμπόριο χαρτιού από πάπυρο με γραμμένο το recto αλλά άγραφο ακόμη το verso, που το πουλούσαν σε χαμηλή τιμή. Έτσι έχουμε τους οπισθόγραφους παπύρους, γραμμένους δηλαδή και στις δύο όψεις. Κατά κανόνα, στους παπύρους αυτούς η γραφή του recto πρέπει να θεωρείται αρχαιότερη από τη γραφή του verso.

Ο πάπυρος ήταν το κοινότερο υλικό γραφής σε ολόκληρη την κλασσική Αρχαιότητα. Πατρίδα του είναι η Αίγυπτος, και τα αρχαιότερα δείγματά του, με ιερογλυφική γραφή, χρονολογούνται σε εποχή που απέχει πάνω από 3.000 χρόνια από τη γέννηση του Χριστού. Αλλά κύλινδροι παπύρου εικονίζονται σε παραστάσεις αιγυπτιακών ναών που ανήκουν σε ακόμη παλαιότερη εποχή. Αρχικά οι Έλληνες δεν έκαναν την εισαγωγή του παπύρου απευθείας από την Αίγυπτο, αλλά τον αγόραζαν από τους Φοίνικες. Αυτό το αποδεικνύει καθαρά μια άλλη ελληνική ονομασία του παπύρου, ήδη γνωστή στον Αισχύλο: βύβλος[7]. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την ομώνυμη ακμαία πόλη της Φοινίκης, που πρέπει να ήταν το κυριότερο κέντρο εμπορίας παπύρου.

Γνωστός στην Ελλάδα πριν από την εποχή του Ηροδότου, που τον αναφέρει ως κανονική ύλη γραφής, ο πάπυρος χρησίμευσε σχεδόν αποκλειστικά για τη γραφή όλων των φιλολογικών και των δικαιοπρακτικών κειμένων ως τον 4ο αιώνα μΧ, όπως θα δούμε παρακάτω. Το αρχαιότερο χρονολογημένο έγγραφο σε πάπυρο είναι ένα γαμήλιο σύμβόλαιο του 311 πΧ, που βρέθηκε στην Ελεφαντίνη της Αιγύπτου. Στη Ρώμη, όπου πιστεύεται ότι ο πάπυρος πρωτοέφτασε τον τελευταίο αιώνα της δημοκρατικής περιόδου, σύγχρονα με τη διάδοση των πρωτων φιλολογικών έργων, χρησιμοποιήθηκλε ως τον 4ο αιώνα μΧ, και ύστερα άρχισε να εξαφανίζεται. Κατά το Μεσαίωνα η χρήση του ήταν σποραδική.

Ο πάπυρος είναι υλικό αρκετά ευθρυπτο, που διατηρείται μόνο σε ξηρά εδάφη, σε μέρη που δεν έρχονται σε επαφή με τον αέρα. Ως το πρώτο μισό του 18ου αιώνα δεν ήταν γνωστά παρά ελάχιστα τεμάχια παπύρου. Η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1752. Στο Ηράκλειο[8], στην έπαυλη του Καλπουρλινίου Πίσωνα, φίλου του Κικέρωνα, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη λάβα από την έκρηξη του Βεζουβίου[9], βρέθηκαν μισοκαμένοι και τσαλακωμένοι κύλινδροι παπύρου με ελληνική γραφή. Στα δύο χρόνια που κράτησε η έρευνα βρέθηκαν στην ίδια έπαυλη και σε γειτονικές κατοικίες πάνω από 1.800 παρόμοιοι κύλινδροι. Ένα μέρος τους περιελάμβανε έργα του επικούρειου φιλοσόφου Φιλοδήμου. Στα τέλη του ίδιου αιώνα άρχισαν να γίνονται οι πρώτες ανακαλύψεις παπύρων στην Αίγυπτο, αλλά μόλις την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα[10] πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες επιστημονικές αποστολές στην Οξύρυγχο, που συνεχίστηκαν έπειτα και στον αιώνα μας[11]. Έτσι άρχισε να συγκεντρώνεται ένας πλούσιος θησαυρός, αποτελούμενος από χιλιάδες φιλολογικά κείμενα και έγγραφα, πολλά από τα οποία παραμένουν ακόμη αδιάβαστα και ανέκδοτα. Η τόση αφθονία του υλικού συντέλεσε πολύ στην ανάπτυξη της παπυρολογίας ως ανεξάρτητης ιστορικής επιστήμης.

[1] Ελπίντιο Μιόνι, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία, σελ. 28-30, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994.
[2] στα ελληνικά πάπυρος, βύβλος και αργότερα βίβλος.
[3] ΧΙΙΙ 12-13.
[4] philyrae
[5] turbidum glutinum
[6] τον θεωρούσαν ως εμπόρευμα πολυτελείας και γι’ αυτό επέβαλλαν στην εμπορία του υψηλούς φόρους.
[7] Ικέτιδες 947.
[8] Herculaneum.
[9] 79 πΧ.
[10] 19ου.
[11] 20ο.

σχετικά άρθρα: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_18.html

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

Ιστορικές Μνήμες

Τα χιλιοειπωμένα[1]

Είχα παρακολουθήσει τη Μικρασιατική Εκστρατεία του 1921 από τη Σμύρνη μέχρι και πέραν του Σαγγαρίου, ως πολεμικός ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων.

Έζησα έντονα τη μεγαλειώδη εκείνη προσπάθεια του Γένους σε όλες τις φάσεις της, επικές και δραματικές.

Απεκόμισα ανεξίτηλες εντυπώσεις, αξερίζωτα βιώματα.

Δεν είμαι καθόλου πολεμοχαρής.

Δεν δύναμαι όμως ν’ αποκρύψω τα αισθήματα θαυμασμού και περηφάνειας, που συγκλόνιζαν την ψυχή μου όταν αντίκρυζα εκ του πλησίον τις ελληνικές φάλαγγες να προελαύνουν νικηφόρες στα βάθη της Μικράς Ασίας, τα πανταχού κατάσπαρτα από ιστορικά ίχνη, από σεπτά κειμήλια, από αθάνατα λείψανα του αρχαιοελληνικού, του ελληνιστικού και του βυζαντινού πολιτισμού μας.

Ασταθείς είναι πάντοτε των πολέμων οι τύχες …

Αν η εκστρατεία εκείνη είχε, για τους γνωστούς εσωγενείς και εξωγενείς λόγους, άδοξο τέλος και καταστροφική συνέπεια, παρά τούτο, ασυγχώρητη θα ήταν εθνική παράλειψι και αγνωμοσύνη να παροραθούν και να αγνοηθούν τα επιτευχθέντα τότε σπουδαία κατορθώματα του Εθνικού μας Στρατού, που προσθέτουν σελίδες τιμής στην ιστορία της πολεμικής αρετής των Ελλήνων.

Ανήκει για τούτο πας αίνος στους ηρωικούς άθλους των μαχητών της Μικράς Ασίας – όπως ανήκει πας θρήνος στο αποτρόπαιο ξερίζωμα του Ελληνισμού της, που υπερβαίνει σε απανθρωπιά κάθε πολεμικήν αιματοχυσία.

Το Ελληνικόν Έθνος οφείλει να μη λησμονήση ποτέ, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ούτε το πολεμικό άθλημα ούτε το φυλετικό ξερίζωμα. Όπως δεν ελησμόνησεν επί τέσσερες αιώνες το 1453, έτσι δεν πρέπει να λησμονηθή, ακόμη κι αν χρειαστούν αιώνες, το 1922.

Έθνη που λησμονούν εύκολα, είτε τους θριάμβους των είτε τους ολέθρους των, είναι καταδικασμένα σε ιστορικόν εξαφανισμό.

Χιλιοειπωμένο είναι αυτό που λέγω. Αλλά στην πολυτάραχη εποχή των αδόκιμων και αλλοπρόσαλλων νεοκραυγασμάτων, που ζούμε, σκόπιμο είναι να ξανακούγωνται συχνότερα και τα δόκιμα, τα συνετά, τα σταθερά χιλιοειπωμένα …

[1] Γιώργου Αθάνα (1893 – 1987), Ιστορικά Μελετήματα, Εις μνήμην Μικρασίας, σελ. 258-259, Ίδρυμα Γ & Μ Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος 1998.

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Αρμενιακά

Αραράτ – κεφάλαιο δεύτερο[1]

Το Αραράτ είναι παντού μες στην αρμένικη γλώσσα, στη μνήμη, στην ποίηση και στη ζωή. Δεν είναι όμως μες στα όρια του σημερινού κράτους, λείπει στην αιχμαλωσία.

Στο πόδι του έχει αφήσει την καθημερινή πληγή του.

Για να καταλάβουμε κι εμείς τί σημαίνει για τον Αρμένιο η καθημερινή πληγή του Αραράτ ας πάρουμε για παράδειγμα να χαράξουμε τα σύνορά μας κάπου στους πρόποδες της ακρόπολης γύρω – γύρω με τέτοιο τρόπο που όλη η Αθήνα να γίνει ένα αμφιθέατρο στραμμένο στον Παρθενώνα, αλλά τον ναό, τα αγάλματα και όλα τα άλλα, όπως τα έλεγε ο Μακρυγιάννης, να τα ‘χουν οι Τούρκοι, αποκεί και πίσω όλα να είναι τουρκιά κι εμείς να είμαστε στο αμφιθέατρο και ν’ αντικρίζουμε αυτό το θέαμα. Τον Μακρυγιάννη τον θύμισα σαν μια υπόμνηση του καιρού – θέλω να πω ότι δεν φτάνει απλώς να τα βλέπουμε αυτά, αλλά να βλέπουμε με τα μάτια της εποχής εκείνης. Έτσι κάπως είναι τα πράγματα εδώ – ανοίγοντας ο Αρμένιος την πόρτα βλέπει αντίκρυ το Αραράτ. Το βλέπει κι ευθύς στέλνει μια βλαστήμια εκεί που νομίζει ότι πρέπει να την κατευθύνει – σ’ αυτούς που κρατούν τον αιχμάλωτο, σε κείνους που συνέργησαν, σε κείνους που αδιαφόρησαν και ολιγώρησαν, σε πολλούς. Η ιστορία είναι μεγάλη. Έτσι αρχίζει τη μέρα του βλαστημώντας τους υπαίτιους και καλημερίζοντας το βουνό. Είναι μεγάλος αυτός ο πειρασμός. Γιατί και το θέαμα είναι μοναδικό. Συνήθως λέμε όλοι για τα βουνά μας: «το ωραιότερο του κόσμου». Ο καθένας για το δικό του. Εδώ όμως και ο ξένος που θα έρθει υποχρεώνεται ν’ αναγνωρίσει ότι το Αραράτ είναι πράγματι το ωραιότερο βουνό του κόσμου. Είναι κάτι το αξέχαστο. Δεν βλέπει κανείς μια πλαγιά ή μια πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή, πέντε χιλιάδες διακόσια μέτρα. Κάθε πρωί ο Αρμένιος τα βλέπει όλα σε μια παράταξη – τον Παρθενώνα – του, το Ερεχθείο, τα τείχη, τα αγάλματα. Ένα μοναδικό πανόραμα, όλοι οι αιχμάλωτοι στη σειρά. Ο μετς Μασίς, το μικρό Αραράτ, ένας τέλειος κώνος στο αριστερό άκρο, ύψος περίπου τέσσερις χιλιάδες μέτρα με τα χιόνια τώρα το καλοκαίρι λιανές μακρουλές πλεξίδες γαϊτανάκι γύρω στο πιο τέλειο βουνίσιο κεφάλι που μπορεί να φανταστεί κανείς, μοναδικό κι αλησμόνητο. Δίπλα ακριβώς ο γιγάντιος όγκος του αζάτ Μασίς, η μεγάλη κορυφή. Αυτή είναι αιωνίως μες στα σύννεφα κάτασπρα σας τα χιόνια. Πρέπει να είσαι τυχερός, να πέσεις σε καλή μέρα, για να δεις ως που φτάνει και πως γράφεται στον γαλανό ουρανό ο γκώδης σαν ένα τεράστιο οροπέδιο τρούλος του. Δεν είναι καθόλου εύκολο.

Όταν ο τσάρος Νικόλαος πήρε από τους Πέρσες αυτά τα εδάφη και τα προσάρτησε στην αυτοκρατορία του, κάμποσες ώρες στάθηκε εκεί αντίκρυ, αλλά ως το τέλος δεν μπόρεσε να δει τη μεγάλη κορυφή του Αραράτ. «Μα βγάλε επιτέλους το σκουφί σου και προσκύνα τον αφέντη σου !» του φώναξε. Έφυγε άπρακτος. Εκείνον όμως τον καιρό στον ποιητή Πούσκιν το Αραράτ αποκαλύφθηκε αμέσως. Ο Πούσκιν σκαστός από την Πετρούπολη πέρασε από τα μέρη αυτά πηγαίνοντας για το Ερζερούμ, πίσω από τα νικηφόρα ρωσικά στρατεύματα. Καλοκαίρι του 1829, δυο – τρεις μήνες πριν από τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Αυτή που κατακύρωσε με τις μεγάλες σφραγίδες και τη δική μας ελευθερία. Σ’ αυτό το ταξίδι εμπνεύστηκε και τον τελευταίο χαιρετισμό στην αναγεννώμενη Ελλάδα. Στο οδοιπορικό του δίνει σύντομα τις εντυπώσεις του από το θρυλικό βουνό.

Με ξύπνησαν οι κοζάκοι το ξημέρωμα … Βγήκα από το αντίσκηνο στον καθαρόν αέρα. Μόλις έσκαγε ο ήλιος. Είδα πέρα στον ξάστερο ουρανό ν’ αστράφτει χιονισμένο ένα δικέφαλο βουνό. «Ποιο είναι κείνο το βουνό ;» ρώτησα κι όπως τέντωνα το κορμί μου να ξεμουδιάσει άκουσα την απάντηση: «Το Αραράτ». Τί δύναμη έχουν απάνω μας οι ήχοι ! Κοίταζα αχόρταγα αυτό το βιβλικό βουνό, είδα την κιβωτό αραγμένη στην κορυφή, ελπίδα της ανανέωσης και της ζωής κι από μέσα να πετούν το κοράκι κι η περιστερά, σύμβολα της θείας δίκης και της ειρήνης …

Ο Πούσκιν ήταν βιαστικός. Πέταξε τις λίγες αυτές γραμμές στο σημειωματάριό του και πηδησε στο άλογο να φτάσει μπροστά το στρατό που είχε ήδη πάρει από τους Τούρκους το Καρς και σε λίγο τους έπαιρνε και την Ερζερούμ, τη βυζαντινή Θεοδοσιούπολη. «Τα πήραν αλλά δεν τα κράτησαν»

[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», σελ. 23-25, εκδόσεις Κέδρος, 1982.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Ιστορία

Η ισχυροποίηση της αθηναϊκής δημοκρατίας[1]

Οι πολιτειακές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη θα συντελέσουν στην ανάπτυξη του αθηναϊκού κράτους τόσο από εσωτερική όσο και από εξωτερική άποψη. Αυτή την ανάπτυξη επιδίωξαν να ανακόψουν οι Σπαρτιάτες γιατί, κατά τον Ηρόδοτο, κατάλαβαν ότι αν οι Αθηναίοι μείνουν ελεύθεροι θα γίνουν ισοδύναμοι με αυτούς[2]. Εξάλλου ο Κλεομένης μετά την αποτυχία του να παραδώσει την αρχή στον Ισαγόρα «επιστάμενος περιυβρίσθαι» συγκέντρωσε στρατό από όλους τους Πελοποννησίους συμμάχους της Σπάρτης χωρίς να αποκαλύψει ότι είχε την πρόθεση να τιμωρήσει τους Αθηναίους και να επιβάλει τον Ισαγόρα ως τύραννο[3]. Παράλληλα συνεννοήθηκε με τους Θηβαίους και τους Χαλκιδείς ώστε να εισβάλουν στην Αττική ταυτόχρονα με τους Πελοποννησίους. Η με τόση φροντίδα προετοιμασία του Κλεομένη πήγαζε προφανώς από την προηγούμενη εμπειρία του, ότι η επιβολή της θέλησης της Σπάρτης δεν θα ήταν εύκολη επιχείρηση, και ότι μόνο με την ισχύ των όπλων θα μπορούσε να περιστείλει τη δύναμη του αθηναϊκού δήμου.

Οι Αθηναίοι είχαν βέβαια αντιδράσει με την επιτυχία στην πρώτη προσπάθεια του Κλεομένη να εγκαθιδρύσει ολιγαρχικό καθεστώς, περιμένοντας όμως νέα ισχυρότερη στρατιωτική επέμβαση αποφάσισαν να στείλουν πρέσβεις στις Σάρδεις «συμμαχίην βουλόμενοι ποιήσασθαι προς Πέρσας»[4].Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο σατράπης Αρταφέρνης προς τον οποίο οι πρέσβεις ανακοίνωσαν τον σκοπό της επίσκεψής τους έθεσε όρο για τη σύναψη συμμαχίας να προσφέρουν «γη ντε και ύδωρ», και ότι οι πρέσβεις δέχθηκαν και δήλωσαν υποταγή. Αλλά μετά την επιστροφή τους «αιτίας μεγάλας είχον»[5].

Ο Ηρόδοτος αποδίδει την προσπάθεια προσέγγισης των Περσών σε πρωτοβουλία Αθηναίων απαλλάσσοντας έτσι τον Κλεισθένη από οποιαδήποτε κατηγορία. Νεώτερος ερευνητής συνδέει τη στροφή της Αθήνας προς την Περσία με τον Κλεισθένη και υποστηρίζει ότι η επίπληξη των πρέσβεων οφειλόταν στο ότι μετά την επιστροφή τους είχε περάσει ο κίνδυνος που απειλούσε το καθεστώς[6]. Η εξέλιξη που είχε η συνδυασμένη κατά των Αθηνών επίθεση δεν αποκλείει αυτή την άποψη.

Ενώ ο στρατός των Πελοποννησίων οδηγούμενος από τους δύο βασιλείς της Σπάρτης, τον Αγιάδη Κλεομένη και τον Ευρυπωντίδη Δημάρατο, εισχωρούσε στην Αττική οι βοιωτοί είχαν κυριέψει την Οινόη και τις Υσιές «δήμους εσχάτους της Αττικής» και οι Χαλκιδείς λεηλατούσαν βορινούς δήμους της Αττικής προς την Χαλκίδα[7].

Από τις επιθέσεις αυτές οι Αθηναίοι έκριναν ως περισσότερο απειλητική εκείνη που προερχόταν από τους Πελοποννησίους και συγκεντρώθηκαν στην Ελευσίνα για να τους αντιμετωπίσουν. Αλλά «μελλόντων … συνάψειν τα στρατεύματα ες μάχην» αποκαλύφθηκε ο σκοπός της εκστρατείας με αποτέλεσμα την αποχώρηση των Κορινθίων και την αποδοκιμασία του Δημάρατου. Οι άλλοι σύμμαχοι τότε βλέποντας τους δύο βασιλείς να διαφωνούν μιμήθηκαν το παράδειγμα των Κορινθίων.

Η αποτυχία της εκστρατείας αποδόθηκε από τις αρχές της Σπάρτης στη διαφωνία των δύο βασιλέων γι’ αυτό και ορίσθηκε με νόμο ότι στο μέλλον ένας μόνο από τους βασιλείς θα ήταν ηγέτης του στρατού[8]. Επίσης από τότε η Σπάρτη δεν μπορούσε να επιβάλει την γνώμη της στους συμμάχους της, αλλά έπρεπε να συγκαλέσει τους εκπροσώπους της συμμαχίας σε συνέλευση και να σεβαστεί την απόφασή τους.

Μετά την αποχώρηση του στρατού των Πελοποννησίων οι Αθηναίοι βάδισαν κατά τα βόρεια για να αναχαιτίσουν το ιππικό των Χαλκιδέων. Επειδή όμως μόλις έφθασαν στον Εύριππο είδαν τους Βοιωτούς να πλησιάζουν στράφηκαν εναντίον τους και στη μάχη που έγινε φόνευσαν πολλούς και αιχμαλώτισαν 700. Την ίδια ημέρα πέρασαν τον Εύριππο και συνέτριψαν τους Χαλκιδείς. Επέβαλαν δε στους ηττημένους σκληρούς όρους: Φυλάκισαν αλυσοδεμένους τους αιχμαλώτους, ώσπου αποφάσισαν να τους απολύσουν παίρνοντας για τον καθένα δύο μνας. Με τη δεκάτη από τα λύτρα που είχαν εισπραχθεί κατασκεύασαν χάλκινο τέθριππο, που αφιέρωσαν στην Αθηνά, στη βάση του οποίου ήταν χαραγμένη η ακόλουθη επιγραφή:

ένθεα Βοιωτών και Χαλκιδέων δαμάσαντες
παίδες Αθηναίων έργμασιν εν πολέμω
δεσμώ εν αχλυόεντι έσβεσαν ύβριν.
Των ίππους δεκάτην Παλλάδι τάσδ’ έθεσαν
[9]

Επίσης, πήραν από τους Ιπποβότας της Χαλκίδος έκταση γης την οποία διαίρεσαν σε 4.000 κλήρους και τους παραχώρησαν σε ισάριθμους Αθηναίους ακτήμονες[10]. Έτσι αμείβονται οι υπερασπιστές της δημοκρατίας και ενισχύονται οι προφυλακές της.

Οι νίκες των Αθηναίων συνδέονται άμεσα με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η διεύρυνση του σώματος των πολιτών, η ουσιαστική συμβολή τους στη διαχείριση των κοινών αφυπνίζουν το φρόνημά τους και ενισχύουν τους δεσμούς τους με την «πόλι», όπως διαπιστώνεται από το αποτέλεσμα των πολεμικών συγκρούσεων. Εξάλλου αυτό το ίδιο αποτέλεσμα ενισχύει την πίστη των πολιτών στην «ισονομία» και την «ισηγορία», που σημαίνουν αντίστοιχα ισότητα απέναντι στους νόμους και ελευθερία λόγου για πολιτικά ζητήματα. Στην ισηγορία αποδίδει ο Ηρόδοτος την αύξηση της δύναμης των Αθηνών, και για να αποδείξει τη σημασία της αντιπαραθέτει τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονταν οι Αθηναίοι όταν είχαν τυραννική κυβέρνηση και τη διάκρισή τους όταν απαλλάχθηκαν από τους τυράννους, και αντιπαραβάλλει την αλλοτρίωση που παρατηρείται εξαιτίας της τυραννίδος με το δυναμισμό που προέρχεται από την απόκτηση ελευθεριών[11].

[1] Άννα Ραμού – Χαψιάδη, «από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική», σελ. 173176, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1982.
[2] V. 91
[3] Ηρόδοτος, V. 74. 1
[4] Ηρόδοτος, V. 73. 1
[5] V. 73
[6] Burn, Persia and the Greeks, σ. 187
[7] Ηρόδοτος, V. 74. 2
[8] 506/5, Ηρόδοτος, V. 75
[9] Ηρόδοτος, V. 77
[10] κληρούχους
[11] V. 78

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

από την "μάχη" των φύλων

Ο «Χρυσός Αιώνας» της Αθήνας και οι άτυχες γυναίκες του[1]

Αν την ιστορία έγραφαν οι Ελληνίδες, από τη σκοπιά του φύλου τους, ουδέποτε θα είχαν διανοηθεί να χαρακτηρίσουν «χρυσό αιώνα» την 5η προχριστιανική εκατονταετία της Αθήνας. Χρυσός αιώνας μπορεί να ήταν για τους πατέρες, τους αδερφούς, τους συζύγους και τους γιους τους – εφόσον αυτοί δεν τύχαινε ν’ ανήκουν στη θεόφτωχη τάξη των θητών – που απολάμβαναν την υλική ευημερία και την πολιτική ισότητα της δημοκρατίας τους, που καλλιεργούσαν το σώμα και το πνεύμα τους, που οικοδομούσαν τ’ αθάνατα μνημεία τους. Όχι όμως και για κείνες, αφού το πεδίο δράσης που τους είχε ορίσει η αρσενική νομοθεσία δεν απλωνόταν παραπέρα από την αυλόπορτα του οίκου τους. Με τέτοιους όρους, η ζωή του θηλυκού πληθυσμού, αντί να προοδεύει παράλληλα με την πρόοδο της πρώτης ελληνικής πόλης, εμφανίζεται οπισθοδρομημένη σε σχέση με τους ομηρικούς χρόνους.

Δημιουργός του νομοθετικού πλέγματος που κατέτασσε τις γυναίκες στην κατηγορία του «δεύτερου φύλου» είναι ο Σόλωνας[2], εκφραστής και θεμελιωτής των τάσεων που επικρατούσαν ανάμεσα στους ομοφύλους του, αλλά και των δικών του προσωπικών τάσεων, αφού ήταν γνωστός θεράποντας της παιδεραστίας. Κατά το βιογράφο του Πλούταρχο, η αδυναμία του αυτή, πέρα από συγκεκριμένα περιστατικά, αποδείχνεται κι από τα ποιήματά του, ακόμη όμως κι από ένα νόμο του, που απαγόρευε στους δούλους ν’ αλείβονται με λάδι και ν’ αγωνίζονται στις παλαίστρες, αυτούς τους πρόσφορους τόπους δημιουργίας παιδεραστικών δεσμών, είτε να πλησιάζουν μ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο ερωτικά τους νέους. Γιατί, λέει ο Πλούταρχος, ο Σόλωνας θεωρούσε την ερωτική συναναστροφή με τους νέους ωραία και σοβαρή απασχόληση, γι’ αυτό και προσκαλούσε μονάχα τους άξιους, εκεί όπου απέκλειε τους ανάξιους[3]. Έτσι νομιμοποίησε μια κοινωνία παιδεραστική, με τις γυναίκες χωρισμένες σε κατηγορίες, ανάλογα με τη γενετήσια προσφορά τους: συζύγους, παλλακίδες, εταίρες, πόρνες. Όπως δήλωνε απροκάλυπτα στο δικαστήριο ένας ρήτορας, «τας μεν γαρ εταίρας ηδονής ένεκα έχομεν, τας δε παλλακίδας της καθ’ ημέραν θεραπείας του σώματος, τας δε γυναίκας (δηλαδή συζύγους) του παιδοποιείσθαι γνησίως και των ένδον φύλακα πιστήν έχειν»[4].

Μετά απ’ αυτά δεν είναι περίεργο που μια αξιόπρεπη νοικοκυρά του -5ου αιώνα, απασχολημένη αποκλειστικά με την τεκνοποίηση και τη διεύθυνση του οίκου της, ελάχιστα γνώριζε την πόλη «της», αυτή την Αθήνα που ο κόσμος ολόκληρος θαύμαζε ή ζήλευε, υμνούσε ή μισούσε. Έξω έβγαινε σπανιότατα, πάντα για συγκεκριμένο σκοπό, οπωσδήποτε με τη συνοδεία υπηρέτριας, ή ευνούχου, ή συγγενή, και ποτέ για ψώνια, μια και η δουλειά αυτή προοριζόταν αποκλειστικά για τους δούλους. Γενικά η αθηναϊκή κοινωνία αντιμετώπιζε την έξοδο της γυναίκας με καχυποψία, η οποία ήταν τόσο μεγαλύτερη, όσο η γυναίκα ήταν νεότερη. Ο ρήτορας Υπερείδης έλεγε πως η γυναίκα που βγαίνει από το σπίτι πρέπει να έχει τέτοια ηλικία, ώστε οι άντρες που τη συναντούν να μην αναρωτιούνται ποιος είναι ο σύζυγός της, αλλά ποιανού είναι η μητέρα.

Εδώ, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει τον Υπερείδη πώς άραγε οι διαβάτες θ’ αναρωτιόντουσαν τα παραπάνω, αφού η γυναίκα που έβγαινε έξω ήταν στην πραγματικότητα αόρατη: γύρω από το πρόσωπο είχε ένα σάκκον, ύφασμα που έμοιαζε με σακουλάκι, ή ένα κρήδεμνον[5], διάφανο ύφασμα που άφηνε έξω μόνο τα μάτια, ενώ το κεφάλι της ήταν τυλιγμένο σε μίτραν, κάτι σαν το σημερινό κεφαλομάντιλο. Μια από τις νόμιμες δικαιολογίες εξόδου για τη γυναίκα ήταν η μετάβαση στο θέατρο, αλλά μόνο για να παρακολουθήσει παράσταση τραγωδίας, γιατί οι κωμωδίες, με τη χοντρή κι αθυρόστομη σάτιρά τους, αποτελούσαν θέαμα-ακρόαμα αποκλειστικά αντρικό.

Καθώς οι απαγορεύσεις αυτές αναφέρονταν στην ημερήσια έξοδο, φαντάζεται κανείς πως αντιμετωπιζόταν η νυχτερινή. Ο σχετικός νόμος όριζε, για τη γυναίκα, «μη νύκτωρ πορεύεσθαι, πλην αμάξη κομιζομένη, λύχνου προφαίνοντος»[6]. Κι όσο για τις μετακινήσεις έξω από την πόλη, ο Σόλωνας, με φανερή απέχθεια για την ιδέα, είχε θεσπίσει πως η γυναίκα που ήθελε να βγει από την εξωτερική περίμετρο της Αθήνας δεν μπορούσε να έχει μαζί της περισσότερα από τρία κομμάτια ρουχισμού, ή περισσότερα τρόφιμα από την αξία ενός οβολού, ή περισσότερο νερό απ’ όσο χωράει σε κανάτι του ενός «πήχεος», δηλαδή ύψους από τον αγκώνα ως την άκρη του μικρού δαχτύλου. Γενικά ο δρόμος ήταν για τη γυναίκα κάτι σαν τον απαγορευμένο καρπό. Ο Αριστοφάνης λέει ότι, όχι μονάχα τα κορίτσια, αλλά και οι κυράδες, άσχετα από ηλικία, έπρεπε να κρατιούνται μακριά από τα παράθυρα, στο εσωτερικό του σπιτιού, για να μην τύχει και τις δει κανένας περαστικός[7]. Η προκατάληψη για το δρόμο ήταν τόση, ώστε όταν γύρισαν στην Αθήνα τ’ απομεινάρια του αθηναϊκού στρατού από τη φοβερή καταστροφή της Χαιρώνειας[8], οι γυναίκες μόλις που τόλμησαν να βγουν στις αυλόπορτες και να ρωτήσουν για τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, μα κι αυτό ακόμα θεωρήθηκε άπρεπο και για κείνες και για την πόλη τους[9].



* Η συνέχεια του άρθρου στην σελίδα του Δημοδιδάσκαλου: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_11.html
[1] Θεόδωρου Καρζή, «Η γυναίκα στην αρχαιότητα», σ. 171 επ., εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1997.
[2] Ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλωνας έζησε από το -640 ως το -560.
[3] Πλουτάρχου, Σόλων, 1.
[4] Δημοσθένη (;): Κατά Νεαίρας, 122. Η Νέαιρα ήταν μια πολύ γνωστή εταίρα, που ο ρήτορας Στέφανος την είχε φέρει στην Αθήνα, μαζί με τα τρία παιδιά της, και την παντρεύτηκε. Αργότερα, η Νέαιρα κατηγορήθηκε για ασέβεια στους νόμους και πέρασε από δίκη, όπου οι κατήγοροί της εκφώνησαν τον παραπάνω λόγο, γραμμένο ίσως από το Δημοσθένη, αλλά πιθανότερα από άλλον, άγνωστο ρήτορα.
[5] Ή κάλυμμα, ή καλύπτραν.
[6] Πλουτάρχου, Σόλων, 21.
[7] Αριστοφάνη, Θεσμοφοριάζουσαι, στ. 797.
[8] το -338 ο αθηναϊκός στρατός κατασφάχτηκε από τους Μακεδόνες.
[9] Λυκούργου, Κατά Λεωκράτους, 40.