Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Περιηγητές

η Ήπειρος και η Θεσσαλία στην ύστερη περίοδο της Τουρκοκρατίας[1]

Ο Άγγλος γιατρός Henry Holland (κατοπινός γιατρός του βασιλικού συζύγου Αλβέρτου και της ίδιας της Βικτωρίας) σε ηλικία 24 ετών το 1812, θα περιηγηθεί τον ελληνικό χώρο και θα δώσει ενδιαφέρουσες πληροφορίες που καλύπτουν πολλές πτυχές του λαϊκού βίου. Προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες στον Αλή πασά και το γιο του Βελή, εξασφαλίζει την εύνοιά τους και διασχίζει την κεντρική και νότια Ελλάδα δίνοντας στοιχεία για κοινωνική και πνευματική ζωή του τόπου. Στην Κεφαλονιά θα χαρακτηρίσει τους κατοίκους της εφευρετικούς, γρήγορους στις αποφάσεις, επιδέξιους και τολμηρούς … Οι παπάδες προέρχονταν συνήθως από τις κατώτερες τάξεις. Πολέμησαν με φανατισμό την εισαγωγή της πατατοκαλλιέργειας λέγοντας στους χωριάτες ότι η πατάτα ήταν το μήλο που πρόσφερε ο όφις στην Εύα με αποτέλεσμα την εκδίωξη των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο … Στην Άρτα ο περιηγητής σημειώνει τις εξαγωγές: στάρια, ξυλεία, λάδι, καπνά, μαλλιά. Καθοδόν προς Γιάννενα συνειδητοποιεί την πύκνωση των εμπορικών συναλλαγών. Συναντά αλογομούλαρα ενωμένα με σχοινιά ανά πέντε να κατηφορίζουν προς τη θάλασσα φορτωμένα με προϊόντα, ενώ άλλα ανηφόριζαν φορτωμένα με μαλτέζικα εμπορεύματα. Στην πορεία συναντούσαν κοπάδια από χιλιάδες πρόβατα που ακολουθούνταν από αγριωπούς τσοπάνηδες πρωτόγονους στη φορεσιά, απελέκητους στη συμπεριφορά. Στρατιώτες του Αλή οδοιπορούσαν με τα τουφέκια παράλληλα στους ώμους και χατζάρια στο ζουνάρι, με την κουκούλα της χοντροκαπότας στο κεφάλι. …

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα Γιάννενα. Το γιαννιώτικο παζάρι απλωνόταν σε δέκα δώδεκα στενά και σκοτεινά σοκάκια. Τα μαγαζιά ήταν ξύλινες παράγκες και κάθε δρόμος είχε τα δικά του εμπορεύματα: γούνες, διακοσμητικά αντικείμενα, φορεσιές, μπαμπακερά, καπνά, τσιμπούκια και μαρκούτσια κεχριμπαρένια, δέρματα και παπούτσια. Μετά το ηλιοβασίλεμα οι δρόμοι φωτίζονταν με φανάρια. Ο νεαρός Holland εντυπωσιάζεται με το πυκνό εσωτερικό εμπορικό δίκτυο και τις ανταποκρίσεις του εξωτερικού. Αναφέρεται στην περίπτωση τριών αδελφών που εμπορεύονταν έχοντας εγκατασταθεί στη Μόσχα, στην Πόλη και στη Γερμανία συνεργαζόμενοι στενά με τον τέταρτο αδελφό τους που παρέμενε στα Γιάννενα. Οι σχέσεις με τη Γερμανία και τη Ρωσία ήταν συνεχείς και άμεσες ή πραγματοποιούνταν μέσω άλλων κέντρων[2]. Οι Γιαννιώτες, ταξιδεμένοι και με ανοιχτό μυαλό, είχαν υιοθετήσει ευρωπαϊκές συνήθειες και μιλούσαν ξένες γλώσσες. Η πόλη τους είχε αναδειχθεί σε κέντρο βιβλιαγοράς. Έντυπα που τυπώνονταν στη Βιέννη, τη Λειψία, τη Βενετία και τη Μόσχα, συγκεντρώνονταν στα Γιάννενα και στη συνέχεια διοχετεύονταν σε όλη την Ελλάδα.

Καθημερινές στιγμές στο σπίτι του άρχοντα Μάτζιου, όπου φιλοξενήθηκε ο περιηγητής, έχουν την δική τους σημασία αφού αποκαλύπτουν μικρές λεπτομέρειες που ανασυνθέτουν το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παίζουν τον δικό τους ρόλο η γυναίκα και ο άντρας. Το ημερήσιο πρόγραμμα επαναλαμβανόταν σχεδόν χωρίς αλλαγές: πρωϊνό γύρω στις οκτώ με καφέ που συνοδευόταν από δίσκο με γλυκά. Ο αφέντης, με εισοδήματα από κτηματική περιουσία, περνούσε το πρωϊνό του καπνίζοντας με επισκέπτες. Η γυναίκα βρισκόταν σε κίνηση όλη μέρα, είχε την έννοια του νοικοκυριού, ύφαινε, κεντούσε. Το γεύμα σερβιριζόταν μεταξύ δώδεκα και μία. Μετά το νίψιμο κάθονταν γύρω από το σοφρά και Αρβανίτης με την εθνική του φορεσιά έφερνε τα φαγητά που ήταν συνήθως δέκα ή δώδεκα. Αποκαλυπτικές οι ειδήσεις που σχετίζονται με τις διατροφικές συνήθειες: Πρώτο πιάτο ριζόσουπα με λεμόνι. Ακολουθούσαν αρνί βραστό, αρνί με σπανάκι ή κρεμμύδια και πλούσιες σάλτσες, γιουβαρλάκια, κρέας μαγειρεμένο μα λαχανικά, ένα άλλο τούρκικο φαγητό που έμοιαζε με πλατιά επίπεδη πίττα, μια πλούσια και λιπαρή ζύμη παραγεμισμένη με αυγά, χορταρικά και κομματάκια κρέας, αρνί ψητό με σταφίδες και μύγδαλα, βραστό ρύζι με λάδι, ομελέττα, τηγανίτες με αλεύρι και μέλι και γλυκό από αλεύρι, καφέ και αυγά. Το γεύμα τελείωνε με σταφύλια, σταφίδες και κάστανα. Όλοι έτρωγαν από την ίδια πιατέλα. Μετά από το γεύμα επαναλαμβανόταν το νίψιμο των χεριών και οι άντρες προχωρούσαν στο λικέρ, στον καφέ και στο τσιμπούκι. Η αμφίεση των Ελλήνων, γράφει ο περιηγητής δεν διέφερε από την τουρκική. Οι άντρες συνήθιζαν να ξουρίζουν ολότελα του μπροστινό τμήμα του κεφαλιού και φορούσαν καλπάκι, ψηλό άσπρο καπέλλο από φέλπα, χωρίς γύρο, σκεπασμένο μερικές φορές μ’ ένα τετράγωνο μάλλινο ύφασμα. Ρούχα κάθε χρωματισμού εκτός από το πράσινο. Οι Γιαννιώτισσες χτένιζαν τα μαλλιά τους σε μακριές πλεξίδες ή τα έρριχναν πίσω κυματιστά και τα έβαφαν, από νεαρή ακόμη ηλικία, με μια φυτική ουσία που ερχόταν από την Αφρική και πουλιόταν στα μαγαζιά. Το χρώμα που έδινε η σκόνη ήταν χρυσαφί. Ένα κοριτσάκι μόλις 10 χρονών είχε βαμμένες πλεξίδες που έπεφταν στους ώμους και στη ράχη του … Όταν παντρευτούν οι Γιαννιώτισσες αλλάζουν βαφή, προτιμούν το μαύρο βαθύ. Στα μαλλιά πρόσθεταν διάφορα στολίδια: μαργαριτάρια, χρυσοσύρματα, χρυσά και ασημένια νομίσματα. Στους γάμους και στα πανηγύρια … φκιασιδωνονταν με τόση υπερβολή που έφταναν στην κακογουστιά.

Οι περιηγητές οδεύοντας προς τη Θεσσαλία παρατηρούν φάλαγγες από αλογομούλαρα[3] φορτωμένα διάφορα προϊόντα, όπως στάρια, μπαμπάκια και μάλλινα χοντρόσκουτα. Στον κάμπο των Τρικάλων βλέπουν μουριές φυτεμένες σε κανονικές αποστάσεις που ποτίζονταν, ενδεικτικό σημάδι ακμής της μεταξοβιοτεχνίας. Το θεσσαλικό μετάξι, λόγω καλής ποιότητας έπιανε μεγάλες τιμές: 30 – 40 πιάστρα την οκά. Οι χωριάτες όργωναν τα χωράφια με βόδια και βουβάλια. Στα Τρίκαλα θα καταλύσει ο περιηγητής στο σπίτι του Έλληνα προεστού, όπου θα παρατηρήσει με έκπληξη ότι στη βιβλιοθήκη υπήρχαν εκδόσεις με αρχαίους και σύγχρονους συγγραφείς. Προσέχει τη φορεσιά της γυναίκας του προεστού: κάτω από τη γούνα φορούσε κοντογούνι με πυκνές χρυσές δαντέλλες και ζώνη που έσφιγγε με δύο συμπαγείς ασημένιους τοκάδες. Από το λαιμό της κρέμονταν περιδέραιο από χρυσά νομίσματα. Στο κεφάλι φορούσε μια σκούφια σκεπασμένη με χρυσά νομίσματα και μαργαριτάρια. Μόλις μπήκε στην κάμαρα φίλησε το χέρι μου και ύστερα το ακούμπησε στο μέτωπό της. Το ίδιο έκανε και όταν έφυγε …

Στη Λάρισα όπου οι περιηγητές γευματίζούν στην αρχιεπισκοπή, ο Holland θα αναφερθεί ονομαστικά στα εδέσματα που τους παρατέθηκαν: σούπα, βραστό πρόβαρο, κοτόπουλα ψητά, αρνί ψητό, πουλερικά με κάστανα, αρνί με σέλινο, ρύζι βραστό με αχλάδια ψητά, αρνί καπαμά, τυρί κατσικίσιο, σταφύλια και ελιές.

Στην περιοχή του Τυρνάβου επισημαίνει και αυτός την άνθηση της υφαντουργίας[4] και τους τόπους υποδοχής του προϊόντος – εκτός της Οθωμανικής Ανατολής – τη Μάλτα, το Λιβόρνο, το Τριέστι και άλλα λιμάνια. Στην ευρύτερη περιοχή του Τυρνάβου λειτουργούσαν βιοτεχνίες κόκκινων μπαμπακονημάτων που εξάγονταν από τον κόλπο της Άρτας[5] στην Ιταλία και στη Γερμανία. Στα Αμπελάκια επισημείνει την άνθηση των νηματοβαφείων, υπολογίζει την ετήσια παραγωγή κοκκινοβαμμένων μπαμπακονημάτων σε 3.000 μπάλες[6] και γράφει πως το σύνολο της παραγωγής μεταφερόταν διά ξηράς στη Γερμανία.

[1] Κατερίνα Κορρέ – Ζωγράφου, «Παραδοσιακή ζωή και τέχνη», σελ. 183-185, Αθήνα 2003.
[2] Γιαννιώτικοι οίκοι είχαν ως επίκεντρο των δραστηριοτήτων τους το Τριέστι και συνεργάζονταν με οίκους της Βιέννης, της Λειψίας κοκ.
[3] σε μια μέρα ο Holland μέτρησε 400.
[4] ετήσια παραγωγή 20-30.000 τόπια με τιμή 6-12 πιάστρα το τόπι.
[5] Αμβρακικό κόλπο
[6] 250 λίτρες η μπάλα