Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Εικόνες ...

… από την παλιά Αθήνα[1]

Τα παλιά … χρόνια το κυριώτερο μέσον συγκοινωνίας [μεταξύ Νέου Φαλήρου και Αθηνών] ήταν το ατμοκίνητο τραίνο Αθηνών – Πειραιώς, που ανήκε στη γνωστή από τα αρχικά ΣΑΠ εταιρεία των Σιδηροδρόμων Αθηνών – Πειραιώς και που, για να φθάση από την Αθήνα στο Νέο Φάληρο, χρειαζόταν περίπου μισή ώρα.

Άλλο μέσον ήταν ο ατμοκίνητος τροχιόδρομος, που έφευγε από την Αθήνα περνούσε από την Καλλιθέα και τις Τζιτζιφιές – τη Διασταύρωση, όπως λέγανε τότε – και εκεί χωριζόταν σε δυο δρόμους, από τους οποίους ο μεν ένας έφθανε στην πλαζ του Νέου Φαλήρου, εκεί ακριβώς που ήταν το παλιό μεγαλοπρεπές ξενοδοχείο «Ακταίον», ο δε άλλος πήγαινε προς το Παλαιό Φάληρο, με τέρμα τον τότε Ζωολογικό Κήπο, εκεί που είναι σήμερα οι εγκαταστάσεις της Αεροπορίας.

Οι Αθηναίοι, το καλοκαίρι, κολυμπούσαν κυρίως στο Νέο Φάληρο και κατά δεύτερο λόγο στις Τζιτζιφιές – που εθεωρούντο λαϊκά λουτρά – και στη θέσι Ξηροτάγαρου του Παλαιού Φαλήρου.

… Υπήρχαν εκεί ξύλινες καμπίνες μέσα στη θάλασσα, στηριζόμενες σε σιδερένιους στύλους. Σε κάθε καμπίνα χωρούσε μόνο ένα άτομο, ίσα – ίσα για να γδυθή και να φορέση το παντελονάκι του μπάνιου αν ήταν άνδρας ή την πουκαμίσα αν ήταν γυναίκα.

Οι ανδρικές καμπίνες απείχαν από τις γυναικείες πάνω από πεντακόσια μέτρα. Το σεμνότυφο, τότε, Λιμεναρχείο είχε καθορίσει , κανένας άνδρας να μην απομακρύνεται από τον καθωρισμένο χώρο και να πλησιάζη, έστω και λίγο, εκεί όπου κολυμπούσαν οι γυναίκες. Βλοσυροί κ’ ηλιοκαμένοι ναύτες της υπηρεσίας, μέσα σε βάρκες, ερευνούσαν διαρκώς τον ορίζοντα, για να προλάβουν οποιαδήποτε συνάντησι των δύο φύλων.

Υπήρχε ωστόσο η διέξοδος της καταστρατηγήσεως. Αρκετοί θαρραλέοι κολυμβητές και κολυμβήτριες πήγαιναν στ’ ανοιχτά, όπου και κολυμπούσαν παρέα όλοι μαζί. Άλλωστε η θαλασσινή αμφίεσι των γυναικών ήταν τόσο πολύ σεμνή, ώστε να θυμίζη καλόγριες, αφού φορούσαν μακρυές πουκαμίσες με βρακί εσωτερικώς ή μαγιώ κλειστά γύρω στο λαιμό και μακρυά κάτω από το γόνατο. Για την εποχή όμως εκείνη, κι αυτή η αμφίεσι ήταν αρκετά σκανδαλιστική για τους άνδρες, που στο δρόμο έβλεπαν τις γυναίκες με μακρυά πάντα φουστάνια, με φραμπαλάδες και με φιόγκους.

Οι άγρυπνοι ναύτες ερευνούσαν, με κυάλια, διαρκώς τον ορίζοντα, κι όταν έβλεπαν, έστω και μακρυά, συναντήσεις κολυμβητών με κολυμβήτριες, έβαζαν αμέσως πλώρη κατά πάνω τους, για να τους συλλάβουν και να τους πάνε, όπως ήταν, στο Λιμεναρχείο, στον Πειραιά !

Για να κολυμπήση κανείς τότε, πλήρωνε δικαιώματα καμπίνας είκοσι λεπτά και εικοσιπέντε, αν το μπάνιο ήταν «μετά πηλού». Ο «πηλός» ήταν ένα είδος λευκού χυλού, που έπαιζε ρόλο σαπουνιού.

Για ηλιοθεραπεία και μαύρισμα … ούτε λόγος. Το πολύ – πολύ έμεναν λίγα λεπτά στις σκάλες της καμπίνας, μάλλον όμως για να ξεκουραστούν.

Το Νέο Φάληρο δεν ήταν μόνο τόπος για κολύμπι. Ήταν κ’ η κοσμική πλαζ της παλιάς εποχής. Εκεί υπήρχαν πολυτελή κοσμικά κέντρα, όπως το εστιατόριο του Κακουριώτη, το μεγάλο καφενείο του Ρήγου και άλλα.

Στην πλαζ του Νέου Φαλήρου, τρεις φορές την εβδομάδα, Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο, παρευρίσκόταν, κατά τα τέλη του περασμένου αιώνος [19ου] και τις αρχές του παρόντος [20ου], όλη η αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας.

Το νέο Φάληρο υπήρξε ο αγαπημένος τόπος, όπου ο Γεώργιος Σουρής ανεπαύετο τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε και διέκοπτε την έκδοσι του «Ρωμηού» του. Τη διακοπή αυτή ως εξής αναγγέλλει σ’ ένα του φύλλο:

Μαζί με τα κοψίματα που φέρνει κάθε φρούτο,
θα πάψει τώρα κι ο «Ρωμηός» από το φύλλο τούτο …

Προτού δημιουργηθή ακόμη η πλαζ του Νέου Φαλήρου, ο Σουρής παραθέριζε τα καλοκαίρια σ’ ένα σπιτάκι στο λόφο της Καστέλλας. Μια μέρα όμως, με έπληξι, η φιλολογική του συντροφιά πληροφορήθηκε ότι ο Σουρής απέκτησε ιδιόκτητο σπίτι στο Νέο Φάληρο. Τί είχε συμβή ;

Γνωστή οικοδομική εταιρεία, που είχε οικόπεδα στην περιοχή του Νέου Φαλήρου και της οποίας οι μέτοχοι ήσαν φιλόμουσοι και πλούσιοι θαυμασταί του Σουρή, ανέλαβε να χτίση ένα σπίτι γι’ αυτόν υπό όρους εξαιρετικής πληρωμής. Ο Σουρής, εν τούτοις, ποτέ δεν κατάλαβε πώς έγινε ιδιοκτήτης, όπως μας αποκαλύπτει με τους στίχους του :

Μα να με φτύσης Περικλή, αν έχ’ ως τώρα νοιώσει
πώς έγινε, ποιος τόχτισε και ποιος θα το πληρώση.

Τα θεμέλια ετέθησαν τον Ιούλιο του 1891, τον δε Ιανουάριο του 1892 έγιναν τα εγκαίνια με τη συμμετοχή όλων των φίλων, οπότε απηγγέλθησαν ποιήματα και εξεφωνήθησαν λόγοι εν μέσω μεγάλης ευθυμίας.

Μεταξύ των άλλων ωμίλησαν ή απήγγειλαν ποιήματά τους ο Άγγελος Βλάχος, ο Μπάμπης Άννινος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Κωνσταντίνος Σκόκος, ο Αχιλλεύς Παράσχος και γερμανιστί ο Μύλλερ.

Ο επίλογος της συγκεντρώσεως ήταν ένα ποίημα του Σουρή, εν μέσω αδιακόπων γελώτων. Παραθέτω ένα απόσπασμα :

Επίπλων μετακομιδή και συμφορές μεγάλες,
χαλούν κρεββατοκάμαρες, μετακινούνται σάλες,
μπουκέτα παραγγέλνονται και βάζα μερικά,
κιλίμια κάτω στρωνονται κ’ εκείνα δανεικά,
γλυκύσματ’ αγοράζονται … επί επιστροφή,
για τούτο μην τα θίξετε, πεινώντες αδελφοί …

[1] Δημητρίου Γ. Σκουζέ, «Η παλιά Αθήνα», σελ. 105 επ., 1970.