Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Πολιτική

περί της ανόδου και της πτώσεως των ισχυρών[1]

Ο ρόλος του θύματος που αποδίδει ο Ιώβ στον εαυτό του είναι αναγκαστικά σημαντικός μέσα σ’ ένα σύνολο κειμένων της Βίβλου, η οποία προβάλλει, πάντα και παντού, τα θύματα σε πρώτο επίπεδο. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για ν’ αντιληφθεί κανείς ότι οφείλει ν’ αναζητήσει σε μια κοινή προοπτική, εκείνη του θύματος που περιβάλλεται από πολλούς εχθρούς, το λόγο της εκπληκτικής ομοιότητας ανάμεσα στα λόγια του Ιώβ και στους επιλεγόμενους εξιλαστήριους Ψαλμούς του Δαυΐδ.

Ο Ιώβ θεωρείται ενάρετος, αλλά, κατά το παράδειγμα ίσως του Οιδίποδα, διέπραξε κάποιο κρυφό έγκλημα. Αν δεν το έκανε αυτός, το έκανε κάποιος γιος του ή άλλο μέλος της οικογένειάς του. Ένας άνθρωπος, καταδικασμένος από την κοινή γνώμη, δεν θα μπορούσε να είναι αθώος. Ο Ιώβ όμως υπερασπίζεται τον εαυτό του με ζέση και τελικά καμιά κατηγορία δεν ευσταθεί. Το κατηγορητήριο καταρρέει σαν χάρτινος πύργος.

Ορισμένοι σχολιαστές καταλογίζουν στον Ιώβ τις πολύ ζωηρές απαντήσεις του. Του λείπει η ταπεινοφροσύνη και οι φίλοι του έχουν δίκιο να σκανδαλίζονται.

Προτού γίνει αποδιοπομπαίος τράγος, ο Ιώβ έζησε μια περίοδο τέτοιας δημοτικότητας, που άγγιζε τα όρια της ειδωλολατρίας. … Αν ο Ιώβ είχε πραγματικά χάσει τα κοπάδια του και τα παιδιά του, η θύμιση του παρελθόντος ήταν μια μοναδική ευκαιρία για να μιλήσει γι’ αυτά. Άρα, δεν υπάρχει τέτοιο θέμα.

Η αντίθεση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, δεν παραπέμπει από τον πλούτο στη φτώχεια, από την υγεία στην αρρώστια, αλλά από την εύνοια στη δυσμένεια ενός και του αυτού κοινού. Οι Διάλογοι δεν πραγματεύονται ένα δράμα καθαρά προσωπικό, έναν απλό άνθρωπο που γίνεται διαφορετικός, αλλά τη συμπεριφορά ενός ολόκληρου λαού απέναντι σ’ ένα είδος «κρατικού αξιωματούχου», που η καριέρα του καταστράφηκε.

Όσο αμφίβολες κι αν είναι, οι κατηγορίες που απευθύνονται εναντίον του Ιώβ είναι αποκαλυπτικές. Εκείνο που καταλογίζουν κυρίως στον έκπτωτο δυνάστη είναι οι καταχρήσεις της εξουσίας και οι καταχρήσεις αυτές είναι τέτοιας έκτασης, που δεν θα μπορούσαν να προέρχονται από έναν απλό γαιοκτήμονα, όσο πλούσιο κι αν τον υποθέσουμε. Ο Ιώβ μας φέρνει μάλλον στο νου τους τυράννους των ελληνικών πόλεων. Γιατί, ρωτάει ο Ελιφάζ[2], ο Θεός στράφηκε εναντίον σου ;

Μήπως φοβούμενός σε θέλει σέ ελέγξει
Και θέλει ελθεί εις κρίσιν μετά σου ;
Η κακία σου δεν είναι μεγάλη ;
Και αι ανομίαι σου άπειροι ;
Διότι έλαβες ενέχυρον παρά του αδελφού σου αναιτίως
Και εστέρησας τους γυμνούς από του ενδύματος αυτών.
Δεν επότισας ύδωρ τον διψώντα,
Και ηρνήθης άρτον εις τον πεινώντα.
Ο δε ισχυρός άνθρωπος ελάμβανεν την γην.
Και ο περίβλεπτος κατώκει εν αυτή.
Χήρας απέβαλες αβοηθήτους,
Και οι βραχίονες των ορφανών συνετρίβησαν υπό σου.
(22, 4-9)

Ο σύγχρονος αναγνώστης υιοθετεί ευχαρίστως την άποψη του προλόγου, γιατί του θυμίζει τον κόσμο μας, ή τουλάχιστον την ιδέα που έχουμε σχηματίσει γι’ αυτόν. Η ευτυχία συνίσταται στο να κατέχεις, όσο πιο πολλά πράγματα είναι δυνατό, χωρίς ν’ αρρωσταίνεις ποτέ, ζώντας μέσα σε μια αιώνια φρενίτιδα καταναλωτικής απόλαυσης. Στους Διαλόγους, αντίθετα, εκείνο που έχει βασική σημασία είναι οι σχέσεις του Ιώβ με την κοινότητα.

Ο Ιώβ παρουσιάζει την περίοδο του θριάμβου του σαν το φθινόπωρο της ζωής του, δηλαδή σαν την εποχή που προηγείται από τον παγωμένο χειμώνα του κατατρεγμού του. Είναι πιθανό η δυστυχία του να είναι πρόσφατη και να υπήρξε ξαφνική. Ο υπέρτατος ενθουσιασμός του Ιώβ πρέπει να μεταπήδησε μονομιάς σε υπέρτατη αποστροφή. Και μέχρι την τελευταία στιγμή, φαίνεται, ο Ιώβ δεν υποψιάστηκε τίποτε για την μεταστροφή που ετοιμαζόταν.

Η «αρχαία οδός των ασεβών» αρχίζει με το μεγαλείο, τον πλούτο, τη δύναμη, αλλά ολοκληρώνεται με μια κεραυνοβόλα καταστροφή. Αυτές τις δύο φάσεις ακριβώς ανακαλύπτουμε στην περιπέτεια του Ιώβ, το ίδιο ακριβώς σενάριο.

Από μέρα σε μέρα, ο Ιώβ μπορούσε να φιγουράρει στη λίστα εκείνων των ανώνυμων που μιλάνε γι’ αυτούς με μισόλογα, γιατί τ’ όνομά τους είναι «σβησμένο». Είναι ένας από κείνους που η σταδιοδρομία τους κινδυνεύει να τελειώσει πολύ άσχημα, επειδή άρχισε πολύ καλά.

Σε κάποια στιγμή, ο Θεός:

…Θέλει συντρίψει αναριθμήτους ισχυρούς
Και βάλει άλλους αντ’ αυτών
Διότι γνωρίζει τα έργα αυτών,
Και ανατρέπει αυτούς την νύκτα,
Και συντρίβονται.
Κτυπά αυτούς ως ασεβείς
Εν τω τόπω των θεατών.
(34, 24-26)

Παραπέμπω στο Βιβλίο της Ιερουσαλήμ: η μετάφρασή της υποβάλλει θαυμάσια την ταυτότητα του Θεού και του πλήθους. Ο Θεός ανατρέπει τους μεγάλους, αλλά εκείνος που τους συντρίβει είναι το πλήθος. Ο Θεός αλυσοδένει τα θύματα, αλλά η περέμβασή του είναι δημόσια : πραγματοποιείται ενώπιον αυτού του ίδιου πλήθους, που μάλλον δεν μένει αδιάφορο μπροστά σ’ ένα τόσο ενδιαφέρον θέαμα. Ας σημειώσουμε εδώ ότι οι ισχυροί συντρίβονται, χωρίς να ερευνηθούν οι αιτίες, πράγμα που υποπτευόμαστε κατά κάποιο τρόπο. Το πλήθος είναι πάντα έτοιμο να δώσει τη συγκατάθεσή του στη θεότητα, όταν αυτή αποφασίζει να τιμωρήσει τους κακούς. Κι αμέσως βρίσκονται άλλοι ισχυροί, για ν’ αντικαταστήσουν εκείνους που έπεσαν. Είναι ο Θεός ο ίδιος που τους ανεβάζει στο θρόνο, αλλά είναι το πλήθος που τους λατρεύει, για ν’ ανακαλύψει λίγο αργότερα, εννοείται, ότι κακώς εκλέχτηκαν, γι’ άλλη μια φορά, κι ότι δεν αξίζουν περισσότερο από τους προκατόχους τους.

Vox populi, vox dei. Όπως στην ελληνική τραγωδία, η άνοδος και η πτώση των ισχυρών αποτελούν ένα μυστήριο καθαρά ιερό και η κατάληξή τους είναι το πιο επιθυμητό κομμάτι. Αν και δεν αλλάζει ποτέ, αναμένεται πάντα με μεγάλη ανυπομονησία.

[1] αποσπάσματα από την «Αρχαία Οδό των Ασεβών» του Ρενέ Ζιράρ, σε μετάφραση Λουξά Θεοδωρακόπουλου, Εξάντας εκδοτική, 1991.
[2] ο ένας από τους τρεις φίλους του Ιώβ. Τα ονόματά τους Ελιφάζ ο Θαιμανίτης, Ελιού και ο Σωφάρ ο Νααμαθίτης.