Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

η μελλοντική ελευθερία

η ιδεολογία της "παρηγορίας" και της "μακράς αναμονής" [1]

Κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακολουθώντας και την κληροδοτημένη παράδοση, αλλά εκτιμώντας και τις νέες συνθήκες, κράτησε, όπως ήταν επόμενο, αρνητική στάση σε κάθε κίνηση που απέβλεπε σε πολιτικούς νεωτερισμούς. Εφόσον αποκλειόταν από την αρχή η ανάμιξη της λατινικής Δύσης, και ήταν ανεφικτη, ήδη από την εποχή των Παλαιολόγων, κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης των Οθωμάνων με τις δυνάμεις των ίδιων των Ορθοδόξων, η μοναδική λύση στο αδιέξοδο ήταν η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα και η αποδοχή της με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Η εκτίμηση αυτή αφορούσε και στο τουρκοκρατούμενο και στο φραγκοκρατούμενο ελληνορθόδοξο στοιχείο, και στηριζόταν στην αρχή της διαφύλαξης των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της Ορθοδοξίας, έστω και με αντάλλαγμα την πολιτική δουλεία.
...
Η καταφυγή σε θεοκρατικές απαντήσεις παρουσιάστηκε, μπροστά στη γενική κατάρρευση και το αδιέξοδο, ως μοναδική "παρηγορία" και ως αναπόφευκτη φυγή από το ανυπόφορο παρόν. Έτσι η απώλεια του "βασιλείου" και η υποδούλωση του Γένους μετατράπηκε και πάλι, όπως και άλλωτε [2], σε εκφραση της θείας βούλησης, που θέλησε την τιμωρία ενός λαού παραστρατημένου και μιας ηγεσίας που δέχτηκε τον άνομο θρησκευτικό συνβιβασμό με τους Λατίνους. Με τον τρόπο αυτόν οι Οθωμανοί κυριάρχοι μετατρέπονταν σε όργανα της θέλησης του Θεού. Τελικά κάθε προσπάθεια για την εκδίωξή τους, πριν από τη λήξη της περιόδου της τιμωρίας, δεν θα ήταν μόνο ανώφελη, αλλά και αντίθετη προς τις θεϊκές επιταγές. μοναδικό, συνεπώς, μέλημα της ηγεσίας του Γένους θα έπρεπε να είναι η περιφρούρηση αυτού που είχε μείνει αλώβητο από τη γενική κατάρρευση: της ορθόδοξης πίστης. Γι' αυτό και ο αγώνας έπρεπε να έχει κατεξοχήν θρησκευτικό και ελάχιστα ή καθόλου πολιτικό χαρακτήρα, με στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου συρρίκνωσης του χριστιανικού στοιχείου από τους εξισλαμισμούς και της δογματικής του φαλκίδευσης από τον εκκαθολικισμό.

Με την ιδεολογική αυτή επένδυση η μοιρολατρική στάση έναντι της οθωμανικής κυριαρχίας μετατρεπόταν σε δόγμα ιδεολογικού απομονωτισμού και πολιτικής απραξίας. Παρ' όλα αυτά, η πάγια αντίληψη για την ιδιαιτερότητα του ορθόδοξου Γένους, που ήταν ριζωμένη στη Ρωμανία τουλάχιστον από την εποχή των αγώνων εναντίον των Αράβων, δεν ήταν δυνατόν να συμβιβαστεί με την παραδοχή της οριστικής υποδούλωσης στο ισλάμ. Η μοναδικότητα του "περιούσιου" λαού δεν συμβιβαζόταν με το ενδεχόμενο μιας τελεσίδικης καταδίκης του από τη θεία βούληση. Γι' αυτό και ο λαός αυτός ήταν γραφτό να "αποκατασταθεί" κάποτε στα αλλοτινά του "μεγαλεία" και στη χαμένη του πρωτοκαθεδρία. Η οθωμανική κυριαρχία δεν αποτελούσε παρά μόνο μεταβατικό στάδιο για την αναγκαία εξιλέωση των "αμαρτημάτων του Γένους", το οποίο, με τη θέληση της Θείας Πρόνοιας, θα περνούσε από τη δοκιμασία της "αιχμαλωσίας" στη μελλοντική του "ελευθερία".

[1] Ι.Κ. Χασιώτης, "Μεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης, ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της τουρκοκρατίας", σ.σ. 133 κ.ε., university studio press, Θεσσαλονίκη 2001.
[2] επειδή η ασάφεια δεν ήταν δυνατόν να στηρίξει και να ποδηγετήσει το ποίμνιο, χρειάστηκε να ανανεωθούν οι παλαιότερες εσχτολογικές αντιλήψεις, με τις οποίες είχε παρηγορηθεί το χριστιανικό στοιχείο της ακρωτηριασμένης Ρωμανίας, κατά τις μεγάλες δοκιμασίες του 13ου και του 14ου αιώνα.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

οι Άρχοντες του Σύμπαντος

Η τέταρτη διάσταση της τέχνης του πολέμου[1]

Το 1957 ο τότε Τεξανός Γερουσιαστής των Δημοκρατικών και μετέπειτα Πρόεδρος των ΗΠΑ, Λίντον Τζώνσον, εκφράζοντας μια ευρύτερη αντίληψη της αμερικανικής ελίτ δήλωνε το εξής: «Εκεί έξω στο διάστημα βρίσκεται η κατ’ εξοχήν θέση διά της οποίας μπορεί να πραγματοποιείται ο ολοκληρωτικός έλεγχος της γης. Εθνικός μας στόχος και στόχος όλων των ελεύθερων ανθρώπων[2] είναι να κερδίσουμε και να κρατήσουμε αυτή τη θέση». Στη μεταψυχροπολεμική εποχή, έχουμε έναν άλλον Γερουσιαστή, τούτη τη φορά Ρεπουμπλικάνο, τον Μπομπ Σμιθ της πολιτείας του Νιου Χαμσάιρ να δηλώνει: «είναι το πεπρωμένο μας να ελέγχουμε το διάστημα. Από την Ανατολική Ακτή πήγαμε στην Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών εποικίζοντας την ήπειρο και (η εξέλιξη αυτή) ονομάστηκε το Πρόδηλο Πεπρωμένο του Έθνους. Και η νέα ήπειρος, τα νέα σύνορα, εάν θέλετε, είναι το διάστημα και έτσι θα συνεχίζεται (η αμερικανική προέλαση) παντοτινά».

Δύο Αμερικανοί πολιτικοί, ένας από τον πλούσιο Νότο και ο άλλος από τον αγγλο-σαξονικό Βορρά, ο Τεξανός εκφράζοντας την πρακτική αντίληψη των Αμερικανών για την ισχύ και τον έλεγχο και ο άλλος τον ιδεολογικό – ιδεαλιστικό αυτοπροσδιορισμό τους ως «περιούσιου λαού», καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι πρέπει να ελέγχουν το διάστημα και τα ουράνια σώματα για τη δική τους ασφάλεια και ευημερία. Και εφ’ όσον ο υπόλοιπος κόσμος, εχθροί και φίλοι, συμφιλιωθούν με το γεγονός αυτό, τότε και μόνο τότε θα ωφεληθούν και αυτοί από τις παράπλευρες συνέπειες και τις ευμενείς προθέσεις της αμερικανικής ηγεμονίας.

Το διάστημα είναι για τους Αμερικανούς η τέταρτη διάσταση της τέχνης του πολέμου. Εξασφαλίζοντας τον έλεγχο του διαστήματος, και με την κυριαρχία τους στις άλλες τρεις διαστάσεις του πολέμου[3] εξασφαλισμένη, αποκτούν αυτό που το αμερικανικό Πεντάγωνο αρέσκεται να ονομάζει «απόλυτη φασματική κυριαρχία».

Ο στρατηγικός στόχος των ΗΠΑ, διά μέσου της διαστημικής τους πολιτικής, είναι η επιστροφή στο μέλλον, να επανέλθουν, δηλαδή, στην προ του Β΄ παγκοσμίου πολέμου κατάσταση της απρόσβλητης γεωγραφικής τους επικράτειας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να λειτουργούν και σήμερα, όπως και παλαιότερα, με βάση τον ορισμό της κλασικής μεγάλης δύναμης, που είναι η δύναμη εκείνη που δεν χρειάζεται συμμάχους για να εξασφαλίσει τα ζωτικά της συμφέροντα.

Αυτό που δεν φαίνεται να γίνεται αντιληπτό από τον υπόλοιπο κόσμο, είναι ότι η Ουάσινγκτων ουδέποτε συμφιλιώθηκε με την ανάγκη θεραπείας των αδυναμιών που συνεπάγονται οι συμμαχίες. Με την πρώτη ευκαιρία, το 1800, ακύρωσαν την αξονική τους συμμαχία με τη Γαλλία που τους εξασφάλισε την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανία. Όταν το 1917 καταδέχτηκαν να λάβουν μέρος στον τότε μεγάλο πόλεμο, το έπραξαν με τους δικούς τους όρους – όχι ως συνασπισμένο μέρος, αλλά ως Εταίρος. Και αμέσως μετά αποσύρθηκαν. Η συμμαχία των ΗΠΑ κατά του φασισμού στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο αποτελούσε εξαίρεση ως προς τα τότε δεδομένα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο πόλεμος στην Ευρώπη εμαίνετο για δύο ολόκληρα χρόνια μέχρι να μπουν οι Αμερικανοί, και αυτό μετά την ιαπωνική επίθεση, τον Δεκέμβριο του 1941, στο Περλ Χάρμπορ της πολιτείας της Χαβάης. Ακόμα και στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου όταν τα πυρηνικά όπλα και ο Μαρξισμός αποτελούσαν υπαρξιακή απειλή για τη χώρα τους οι Αμερικανοί λειτουργούσαν μονομερώς, ασυμφιλίωτοι με την οποιαδήποτε εξάρτηση. Το ΝΑΤΟ και οι περισσότερες από τις 45 συμμαχίες που εσύναψαν μεταπολεμικά για την αντιμετώπιση της σοβιετικής απειλής, λειτουργούσαν πρωτίστως ως πολιτικά εργαλεία για την άσκηση της αμερικανικής ηγεμονίας στον λεγόμενο ελεύθερο κόσμο. Το δε στρατηγικό δόγμα των ΗΠΑ, σε όλη την διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, προϋπέθετε την μονομερή ακύρωση της σοβιετικής απειλής, χωρίς εξάρτηση από το ΝΑΤΟ ή έστω τη συνδρομή προνομιακών συμμάχων των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο. Η πραγματικότητα αυτή της μονομερούς διασφάλισης και της μη εξάρτησης από τρίτους υποδηλώνεται από το κορυφαίο γεγονός, ότι η Στρατηγική Διοίκηση Αέρος των ΗΠΑ, που είχε και το γενικό πρόσταγμα ενδεχόμενου πολέμου ενάντια στη Σοβιετική Ένωση ποτέ δεν αποτέλεσε μέρος της ενιαίας στρατιωτικής δομής του ΝΑΤΟ. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Χένρι Κίσινγκερ χαρακτήρισε το στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ, στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, ως «εκτός πραγματικότητας», με άλλα λόγια «σουρεαλιστικό», ενώ οι δύο μεγάλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία, κινήθηκαν στην κατεύθυνση της απόκτησης πυρηνικής αυτονομίας.

[1] Απόσπασμα από άρθρο του Μάριου Ευρυβιάδη, στον Φιλελεύθερο, Κυριακή 29/10/2006, αρ. φύλλου 16898, έτος 51ο και στην ηλεκτρονική δ/νση: www.philenews.com
[2] δηλαδή των Αμερικανών !
[3] χερσαία, θαλάσσια διάσταση και διάσταση του αέρος

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

δυσεπίλυτα προβλήματα ... πολιτικά

Η φθίνουσα ρώμη των Ελλήνων, οι ολιγάρχες, οι εθελόδουλοι στην υπηρεσία των ξένων αφεντάδων, αλλά και η μεγάλη ιδέα του εξαιρετικού προορισμού του ελληνικού έθνους, σε μια διαχρονική αλυσίδα αλληλοεπαναλαμβανόμενων επεισοδίων του παρελθόντος, του παρόντος και γιατί όχι και του άδηλου μέλλοντος της πολυτάραχης φυλής μας. Στεφανωμένη με δυσεπίλυτα προβλήματα η πολιτική, λαβυρινθώδης η ψυχοσύνθεση του Έλληνα, απρόβλεπτη, χαυνωτική κι εγερτική ταυτόχρονα. Τα διδάγματα του χθες, που δεν μετουσιώνονται σε πείρα, σκιαγραφούν την περιπέτεια του σήμερα.

Ι.Λ.

η φθίνουσα ελληνική οικουμένη[1]

Αφότου οι νίκες του Λύσανδρου σύντριψαν τη δύναμη των Αθηναίων, ο εξωτερικός κίνδυνος της ελληνικής οικουμένης από παντού ακατάπαυστα δυνάμωνε. Και ώρα μάλιστα, διασπασμένη σε κύκλους εντελώς χωρισμένους, έχανε παντού, σ' όλα της τα όρια, όλο και περισσότερο έδαφος: τους Έλληνες της Λιβύης τους είχαν συμπιέσει πέρ' απ' τη Σύρτη οι Καρχηδόνιοι (πούχανε πάρει και πάνω απ' το δυτικό μισό της Σικελίας), ενώ της Ιταλίας, σιγά-σιγά, καταπνίγηκαν από τα φύλα των Απεννίνων. Οι βάρβαροι του Κάτω Δούναβι, σπρωγμένοι κι αυτοί από τους Κέλτες, που αποκρούστηκαν στην Ιταλία, κινούνται πια κατά το νοτιά. Οι ελληνικές πόλεις βόρεια και δυτικά του Πόντου δύσκολα αντιστέκονται στους Τριβαλλούς, τους Γέτες και τους Σκύθες, και νοτιώτερα μεν η Ηράκλεια στυλώθηκε με την τυραννία κάποιου μαθητή του Πλάτωνα, μα οι άλλες ελληνικές πόλεις της Μικρασίας είν' υποτελείς του βασιλιά των Περσών και κυβερνιούνται από σατράπες του, δυνάστες, κ' εθελόδουλους ολιγαρχικούς, που τις εκμεταλλεύονται, ενώ και στα πλούσια κοντινά νησιά κυριαρχεί η περσική δύναμη, γιατ' η ελληνική θάλασσα δεν ανήκει πια στους Έλληνες. Η ανταλκίδεια ειρήνη έδωσε στα χέρια του πέρση βασιλιά και των οργάνων του μοχλό βαθύτερης κι όλο και πιο ριζικά προωθούμενης αποσύνθεσης του ελληνισμού, με τη μεθοδική συντήρηση κι ανάπτυξη των τόσο καλλιεργημένων άλλωστε κι από πριν αντιθέσεων των ηγεμονίδων ελληνικών πόλεων, ενώ τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα κρίνοντα' όλα εκεί, με προστάγματα του Μεγάλου Βασιλεώς, κ' εμπειροπόλεμες δυνάμεις Ελλήνων μαστεύει όσες θέλει ο ξένος κυριάρχος.[2]

[1] Johann Gustav Droysen, "Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου", σε μετάφραση των Ρ., Η. & Σ. Αποστολίδη, τ. 1, σ. 27-28, Ελευθεροτυπία, Αθήναι 1993.
[2] Ισοκάτης, Πανηγυρικός, IV, 124: "Μέγιστον δε των κακών, όταν υπέρ αυτής της δουλείας αναγκάζωνται συστρατεύεσθαι, και πολεμείν τοις ελευθέροις αξιούσιν είναι" και 125: "τον δε βάρβαρον τη των Ελλήνων ρώμη την αρχήν την αυτού κατασκευαζόμενον ;"

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Ιστορία

αγώνας για καλλίτερη παιδεία[1]

Τα ελληνόπουλα διψούσαν για μάθηση. Στα χρόνια του Αγώνα - το 1826 - έγινε διανομή βιβλίων στα σχολεία της Αθήνας, δωρεά Γάλλων φιλελλήνων. Ήταν όμως λίγα και δεν επαρκούσαν για όλους τους μαθητές. "Τα δύο τρίτα των παιδιών που δεν πήραν βιβλία", γράφει ο αυτόπτης F. Schack, "ξέσπασαν σε κλάματα".

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1831, επί Καποδίστρια, στο Κεντρικό Σχολείο που ιδρύθηκε στην Αίγινα, οι μαθητές από όλη την Ελλάδα, παιδιά του Αγώνα, της φτώχειας και της ορφάνιας αλλά με πάθος για μάθηση και προκοπή, διαπίστωσαν με απογοήτευση πως αντί για τα "φώτα της Ευρώπης" και τα ιδεώδη της ελευθερίας διδάσκονταν τα κολυβογράμματα της τουρκοκρατίας και μάλιστα με δεσποτικές μεθόδους. Την διαμαρτυρία των μαθητών και το αίτημά τους για καλύτερη παιδεία αντιμετώπισε η εξουσία με τρομοκρατία, ένοπλη εισβολή και απειλή διώξεων για ανταρσία. Και οι μαθητές αναγκάστηκαν να υπογράψουν Δήλωση Μετανοίας. Γρήγορα όμως νιώθουν ταπείνωση, εξεγείρονται, ανακαλούν τη "δήλωση", καταγγέλουν με προκήρυξη τον αυταρχισμό και την βία, ξαναφορούν τα κουρέλια τους, εγκαταλείπουν το σχολείο και επιστρέφουν στα χωριά της δυστυχίας. Η καταγγελία - "διαμαρτύρησις" όπως την αποκαλούν - αποτελεί πολυσήμαντο κι σπαρακτικό ιστορικό κείμενο. Αποκαλύπτει από τη μια μεριά την αρετή, το πάθος για γνώση και την ωριμότητα αυτών των παιδιών που έζησαν τη δεκαετία του πολυαίμακτου Αγώνα και των πολεμικών συμφορών και από την άλλη τη βαναυσότητα και τον σκοταδισμό της τουρκομαθημένης εξουσίας.

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, "Η διαφθορά της εξουσίας", σ. 415, Αθήνα 1992.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Θουκυδίδης

Ο νόμος του Παγώνδα [ή ο γείτονας είναι πάντοτε επικίνδυνος]
Θουκυδίδου Δ 92

"Βοιωτοί. Ούτεαπό τον νου μας δεν έπρεπε να περάση, εμάς των αρχόντων, η ιδέα ότι δεν πρέπει να επιτεθούμε εναντίον των Αθηναίων αν δεν βρίσκωνται στο έδαφός μας. Εκείνοι, γείτονές μας, πέρασαν τα σύνορα, ήρθαν κ' έχτισαν τείχος σε βοιωτικό έδαφος, για να μας καταστρέψουν. Είναι, λοιπόν, εχθροί μας, όπου κι αν τους προφτάσωμε, και ιδιαίτερα στο έδαφος απ' όπου ξεκίνησαν για να δράσουν εναντίον μας. Όποιος νόμιζε, λοιπόν, έως τώρα, ότι ήταν ασφαλέστερο να μην τους επιτεθούμε, ας αλλάξη γνώμη. Δεν πρέπει να υπολογίζουν τις πιθανότητες επιτυχίας εκείνοι που υφίστανται μιαν επίθεση στο έδαφός τους, αλλά εκείνοι οι οποίοι, έχοντας ασφαλισμένα τα όσα καέχουν, επιθυμούν περισσότερα και ξεκινούν να επιτεθούν εναντίον άλλων. Είναι, άλλωστε, παράδοση για σας να πολεμάτε τους ξένους που κάνουν επιδρομές είτε στην δική σας είτε στις γειτονικές περιοχές, και τούτο είναι ακόμα επιτακτικότερο εναντίον των Αθηναίων που συνορεύουν μαζί σας. Εναντίον ων γειτόνων μόνο η αντίσταση εξασφαλίζει την ελευθερία, και μάλιστα γειτόνων σαν κι αυτούς οι οποίοι προσπαθούν να υποδουλώσουν όχι μόνο τους κοντινούς τους γείτονες, αλλά και τις μακρινότερες πολιτείες. Πώς, λοιπόν, μπορεί κανείς να ισχυριστή ότι δεν πρέπει να τους πολεμήσωμε ως τα έσχατα ; Παράδειγμα για μας είναι το πώς κυβερνούν την αντικρινή Εύβοια και τα περισσότερα μέρη της υπόλοιπης Ελλάδας. Σκεφθήτε ότι, ενώ αλλού οι γείτονες πολεμούν μεταξύ τους για να πετύχουν μια διόρθωση συνόρων, για μας, αν νικηθούμε, ένα και μόνο αναμφισβήτητο πια σύνορο θα μας επιβληθή. Θα μας πάρουν όλη την γη. Θα μπουν διά της βίας και θα μας τα πάρουν όλα. Οι Αθηναίοι είναι, για μας, οι πιο επικίνδυνοι από τους γείτονές μας. Φυσικό είναι, εκείνοι που με το θράσος που τους δίνει η δύναμή τους, κάνουν αγώνα εναντίον των γειτόνων τους - όπως κάνουν τώρα οι Αθηναίοι - να εκστρατεύσουν πρόθυμα εναντίον εκείνων που μένουν αδρανείς και δεν βγαίνουν από τα συνορά τους, ανώ δεν έχουν την ίδια προθυμία να εκστρατεύουν εναντίον εκείνων που και έξω από τα σύνορά τους πηγαίνουν να τους αντιμετωπίσουν και, πρώτοι, αν παρουσιαστή ευκαιρία, αρχίζουν τον πόλεμο. Έχομε αυτήν την πείρα μαζί τους. Από τότε που τους νικήσαμε στην Κορώνεια, την εποχή που εξαιτίας των εμφυλίων ταραχών είχαν καταλάβει την χώρα μας, εξασφαλίσαμε για την Βοιωτία απόλυτη ησυχία έως τώρα. Αυτά ας θυμηθούμε. Κια οι πιο ηλικιωμένοι από μας ας φανούμε αντάξιοι των τότε κατορθωμάτων μας, ενώ οι πιο νέοι, οι γιοι εκείνων που έδειξαν, τότε, την αξία τους, ας προσπαθήσουν ν μην ντροπιάσουν την αρετή αυτή. Πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θα μας βοηθήση ο Θεός του οποίου τον ιερό χώρο ετείχισαν άνομα και κατέχουν. Πρέπει να έχωμε εμπιστοσύνη και στα σημάδια που έδειξαν οι θυσίες και να προελάσωμε για να τους δέιξωμε ότι μπορούν, ίσως, να παίρνουν ό,τι θέλουν από εκείνους που δεν τους αντιστέκονται, αλλά ότι δεν θα φύγουν, χωρίς να πολεμήσουν, από την χώρα εκείνων που γενναίοι, αγωνίζονται σ' οποιαδήποτε περίπτωση για να ελευθερώσουν την γη τους και ποτέ δεν εκστρατεύουν άδικα για να υποδουλώσουν ξένη χώρα."

* Θουκυδίδου Ιστορία, σε μετάφραση Άγγελου Σ. Βλάχου, Εστία, Αθήνα 2004.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Φιλοσοφία

Πολλές φορές, σκέφτομαι πως ακόμα κι αν δεν είχε ποτέ υπάρξει Χριστός, ακόμα και τότε ο κόσμος μας θα ήταν σήμερα χριστιανικός. Γιατί ; Μα απλούστατα, γιατί η στωική φιλοσοφία είχε προλειάνει επαρκώς το έδαφος, για να δεχτεί ο κόσμος το χριστιανικό μήνυμα. Για την ακρίβεια οι Στωικοί είχαν ήδη μετατρέψει την κοινωνία σε χριστιανική ή αν θέλετε είχαν μεταστρέψει τους παρακμιακούς πολίτες της απρόσωπης και διεφθαρμένης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε ώριμους κοινωνούς των χριστιανικών αντιλήψεων. Ο κόσμος, με άλλα λόγια, μετατράπηκε σε χριστιανικό, πριν καλά, καλά εξαπλωθεί το μήνυμα του Χριστού, κι αυτό δεν θα μπορούσε να είχε γίνει παρά με θεία παρέμβαση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως στην στωική προσέγγιση της φιλοσοφίας το περίφημο, αλλά και αισιόδοξο, εξαιτίας της αποδιδόμενης ισοτιμίας στην σχέση θεών κι ανθρώπων, «συν Αθηνά και χείρα κίνει» είχε ήδη υποχωρήσει και αντικαθίσταται από την Επικτήτεια θέση περί προσομοιώσεως ζωής και θεατρικής παράστασης. «Να θυμάσαι» λέει ο Επίκτητος «ότι είσαι ηθοποιός δράματος, τη φύση του οποίου καθόρισε ο δάσκαλος. Αν το θέλησε σύντομο, τότε θα είναι σύντομο, αν το θέλησε μακρύ, θα είναι μακρύ. Αν επιθυμεί να υποδυθείς τον φτωχό, οφείλεις να τον υποδυθείς με επιδεξιότητα, όπως και τον χωλό, τον άρχοντα και τον απλό πολίτη. Γιατί αυτό είναι το καθήκον σου, να υποδύεσαι καλά το πρόσωπο που σου έχει ανατεθεί. Την επιλογή όμως δεν την κάνεις εσύ. Είναι δουλειά άλλου.»[1]. Στον Επίκτητο ο Θεός είναι ο δάσκαλος, ο άλλος κι εμείς οι υπόλοιποι είμαστε απέναντι, σαν μαθητές κι οφείλουμε υπακοή. Εάν το κάνουμε – και αυτή θα είναι κι η μοναδική μας συμβολή, αλλά και ταυτόχρονα η μόνη μας ελευθερία – τότε η παράσταση της ζωής μας θα έχει επιτυχία, διαφορετικά, απλά το πέρασμά μας από τη ζωή θα είναι ανούσιο. Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής το «θέλω» υποτάσσεται στο «πρέπει» και αυτό το «πρέπει» το καθορίζει ο «δάσκαλος», που μόνο αυτός γνωρίζει το ωφέλιμο και το πραγματικό. Το έργο των Αποστόλων και των συνεχιστών τους, στην πραγματικότητα, δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Το ήδη εύφορο έδαφος, η κοινωνία δηλαδή, διψούσε για τη ζωογόνο δύναμη που υπό την μορφή κηρύγματος αγάπης, αδελφοσύνης και ισότητας θα το καθιστούσε καρπερό.

Ιωάννης Λιάκουρας

Στοχασμοί στη φύση της ισότητας[2]

Ο Ρουσσώ συχνά απηχεί απόψεις των Στωικών από τους οποίους αναμφίβολα επηρεάστηκε. Βλέπει στη φιλαυτία μία από τις μεγαλύτερες πηγές δεινών. Προχωρεί, ωστόσο, και πιο πέρα από τους Στωικούς. Υπάρχει μια μακροσκελής ανάλυση της φιλαυτίας με στωικές και χριστιανικές αποχρώσεις, η οποία καταλήγει με την προτροπή να ξεφύγουμε εντελώς από την έγνοια που έχουμε για την καλή γώνμη των άλλων. Καλούμαστε να εξοβελίσουμε αυτή τη διάσταση του ανθρώπινου βίου που σχετίζεται με την αναζήτηση, τη δημιουργία και την απώλεια της φήμης. Η δημόσια εικόνα μας δεν θα πρέπει να μας απασχολεί. Ο Ρουσσώ συχνά δίνει την εντύπωση ότι υιοθετεί αυτήν τη συλλογιστική. Ειδικότερα, το ότι θα μπορούσε να διατηρήσει την ακεραιότητά του μπροστά στην αδικαιολόγητη εχθρότητα και την συκοφαντία του κόσμου αποτελεί στοιχείο της δραματοποιημένης αυτοπαρουσίασης που επειχειρεί. Αλλά εάν στραφούμε στις απόψεις του σχετικά με την εν δυνάμει καλή κοινωνία, θα διαπιστώσουμε ότι η εκτίμηση διατηρεί εδώ ένα σημαντικό ρόλο και ότι οι άνθρωποι ζουν σε μεγάλο βαθμό υπό το δημόσιο βλέμμα. ... Σε ένα χωρίο των «Στοχασμών για την διακυβέρνηση της Πολωνίας» ο Ρουσσώ περιγράφει το πως φρόντισαν οι αρχαίοι νομοθέτες να φέρουν τους πολίτες κοντά στην πατρική γη. Ένα από τα μέσα που μετήλθαν για να επιτύχουν αυτή τη διασύνδεση ήταν και οι δημόσιοι αγώνες. Ο Ρουσσώ αναφέρεται στα βραβεία που δίνονταν στους νικητές των αθλητικών αγώνων στην αρχαία Ελλάδα, οι οποίοι στεφανώνονταν εν μέσω των χειροκροτημάτων των συμπολιτών τους. Έτσι, ανανεώνοντας συνεχώς το πνεύμα της άμιλλας και τη φιλοδοξία, έφεραν την ανδρεία και τις άλλες ελληνικές αρετές σε τέτοια ύψη που σήμερα δεν υπάρχει τίποτα που να τις θυμίζει ούτε στο ελάχιστο – κι αυτό είναι κάτι που οι σύγχρονοί μας αδυνατούν να το πιστέψουν.

Εδώ, η δόξα και η δημόσια αναγνώριση σημαίνουν πολλά. Και το γεγονός ότι είχαν σημασία απέβη ιδιαίτερα επωφελές. Εάν αυτό αληθεύει, τότε γιατί οι τιμές στη νεότερη εποχή κρίνονται αρνητικά ;

Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται στην ισότητα και συγκεκριμένα στην εξισορροπημένη αμοιβαιότητα που τη χαρακτηρίζει. ... Ο Ρουσσώ διατέινεται ότι το βασικό χαρακτηριστικό όλων αυτών των εκδηλώσεων, αγώνων, εορτασμών και απαγγελιών που τις καθιστούσε πηγές αρετής και πατριωτισμού υπήρξε η πλήρης απουσία ταξικών διαφοροποιήσεων ή διακρίσεων μεταξύ των πολιτών. Όλα αυτά συνέβαιναν στο ύπαιθρο με τη συμμετοχή όλων. Οι άνθρωποι ήταν ταυτόχρονα θεατές και θέαμα. Και βέβαια στο χωρίο αυτό επισημαίνεται η αντίθεση με τις σύγχρονες θρησκευτικές τελετές που διεξάγονται μέσα σε κλειστούς ναούς και, το κυριότερο, με το σύγχρονο θέατρο που παρουσιάζεται κεκλεισμένων των θυρών σε όσους έχουν πληρώσει για την είσοδό τους και εκπροσωπείται από μια τάξη επαγγελματιών που ετοιμάζουν παραστάσεις για άλλους.
...
Αλλά ποιό θα είναι το αντικείμενο αυτών των θεαμάτων ; Ποιό το περιεχόμενό τους ; Κανένα, αν θέλετε. Εάν υπάρχει ελευθερία, όπου κυριαρχεί η αφθονία, θα κυριαρχεί και η ευζωία. Βάλτε ένα κοντάρι στεφανωμένο με λουλούδια στη μέση μιας πλατείας και έχετε μια γιορτή. Ή κάντε κάτι καλύτερο. Αφήστε τους θεατές να γίνουν οι ίδιοι θέαμα. Κάντε τους ηθοποιούς. Κάντε το ίδιο ώστε ο καθένας να βλέπει τον εαυτό του στους άλλους και να τον αγαπάει, και όλοι μαζί γίνονται ένα.[3]

[1] Εγχειρίδιο, κεφ. 17
[2] Τσάρλς Ταίηλορ, «Πολυπολιτισμικότητα», σ. 96-98, εκδόσεις Πόλις 1999.
[3] Lettre a d’ Alembert.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Β΄ παγκόσμιος πόλεμος

Η βλακεία των Δυτικών και ο ποταπός ρόλος της Τουρκίας στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο[1]

Τρεις, τουλάχιστον, μήνες μετά την οριστική λήψη της, οι συμμαχικές υπηρεσίες αγνοούσαν την απόφαση του Χίτλερ να επιτεθεί κατά της Σοβιετικής Ενώσεως. Δραματικά ελλειπής ήταν και η πληροφόρησή τους γύρω από τις μυστικές διμερείς διαβουλεύσεις ανάμεσα στη γερμανική και τις βαλκανικές κυβερνήσεις. Η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία, πράγματι, ενώ εξακολουθητικά άφηναν τους Συμμάχους να ελπίζουν σε πιθανή συμπαράσταση, έδιναν παράλληλα ολοένα και ουσιαστικότερο περιεχόμενο στον μυστικό διάλογο με το Βερολίνο. Ο πρωθυπουργός Τσβέτκοβιτς έφθανε, κατά τη διμερή διάσκεψη στο Φουσλ – μέσα Φεβρουαρίου – να προτείνει τη συγκρότηση αντιβρετανικού μετώπου στα Βαλκάνια, ενώ η Άγκυρα καλλιεργούσε αθόρυβα το έδαφος για την αποφυγή κάθε εμπλοκής στην πολεμική διαμάχη: η τουρκοβουλγαρική συμφωνία μη επιθέσεως, στις 17 Φεβρουαρίου, μέσο για την εξυπηρέτηση της τακτικής αυτής, διευκόλυνε σημαντικά τα σχέδια του Άξονα. Παράλληλα, στις 8 Φεβρουαρίου, η Βουλγαρία είχε συνάψει με τη Γερμανία στρατιωτικό πρωτόκολλο που καθόριζε τη θέση της ενόψει της επικείμενης εισβολής της Βέρμαχτ στην Ελλάδα. Οι πραγματικές προθέσεις των γειτονικών βαλκανικών κρατών έμελλαν τελικά να αποκαλυφθούν όταν θα δημοσιοποιούνταν οι διπλωματικές πράξεις που συνομολόγησαν με την κυβέρνηση του Τρίτου Ράιχ: 1η Μαρτίου και 25 Μαρτίου, προσχώρηση στο Τριμερές Σύμφωνο της Βουλγαρίας, αντίστοιχα, και της Γιουγκοσλαβίας, με αντάλλαγμα, στη δεύτερη περίπτωση, την επέκταση ως τον Θερμαϊκό κόλπο (!), 8 Ιουνίου, τουρκογερμανικό Σύμφωνο Φιλίας. Σύμπτωση μονιμότερων συμφερόντων ή μήπως, πιθανότερα, εκδήλωση βραχυπρόθεσμου καιροσκοπισμού ; Ή, ακόμη, ειδικό φαινόμενο κρατών, τα οποία, όπως χαρακτηριστικά επισήμαναν κύκλοι του Φόρεϊν Όφφις, «εν τη επιθυμία τους όπως αποφύγωσιν ενέργειαν ην η Γερμανία θα εθεώρει προκλητικήν, αδρανούσιν επί τοσούτω ώστε αι μεταγενέστεραι γερμανικαί πιέσεις ευρίσκουσι ταύτα ανίκανα προς άμυναν» ;

Στο μέτρο που γινόταν αντιληπτή, έστω και με αισθητή καθυστέρηση, η κατολίσθηση των βαλκανικών γειτόνων της Ελλάδας στη σφαίρα της άμεσης επιρροής της χιτλερικής Γερμανίας, οι συμμαχικές ελπίδες ολοένα και συρρικνώνονταν για να εντοπιστούν, στις παραμονές της γερμανικής εισβολής, σε μόνη την Τουρκία. «Είναι αναμφισβήτητο ότι οι Τούρκοι θα πολεμήσουν και μάλιστα γενναία», είχε προαναγγείλει στα μέσα του 1940 ο Λόρδος Χάλιφαξ, υπουργός των Εξωτερικών σε μια εποχή που η πρόταξη από την Ελλάδα αποτελεσματικής άμυνας απέναντι σε ενδεχόμενη ιταλική επίθεση δεν θεωρούνταν από την κυβέρνησή του πολύ πιθανή. Σύμφωνα, μάλιστα, με την εκτίμηση του βρετανικού Γενικού Επιτελείου, το πρόβλημα ήταν η προσέλκυση της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προς την πλευρά της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Τουρκίας (!) – που συνδέονταν ήδη με τους δεσμούς του Συμφώνου Αμοιβαίας Βοήθειας του 1939.

[1] Από την «Ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900-1945», του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, σ. 292-293, Εστία 1992.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία

«Υπάρχει μια λέξη, που πάντοτε την αγνόησα. Είναι η λέξη συνθηκολόγηση …»

Λόγοι του Αδόλφου Χίτλερ, στον Ράιχσταγ, την 1η Σεπτεμβρίου 1939[1]

Γιουγκοσλαβία

Ο πόλεμος εναντίον της Γιουγκοσλαβίας είναι επανάληψη του πολέμου στην Πολωνία, χωρίς τον ηρωισμό της πολωνικής άμυνας. Εξαιρετικά υπερόπτες, πεπεισμένοι για την εξαιρετική στρατιωτική αξία τους οι στρατηγοί του Βελιγραδίου αρνήθηκαν να ακούσουν τις αγγλικές συμβουλές και επέμειναν να θέλουν να υπερασπίσουν το σύνολο των συνόρων τους. Μια ομάδα στρατιών καλύπτει την Κροατία από το φιούμε ως το μπροντ. Μια δεύτερη εκτείνεται ως τις Σιδηρές Πύλες. Η Τρίτη είναι παρατεταγμένη στην βουλγαρική μεθόριο και επί πλέον σχεδιάζει να εισβάλη στην Αλβανία. Αλλά ο όρος «στρατιά» δεν σημαίνει παρά τρεις ή τέσσερεις μεραρχίες, χωρίς να έχουν κανένα θωρακισμένο όχημα και αντιαρματικά όπλα. Η αεροπορία αριθμεί 700 πρωτόγονα αεροσκάφη, που τα περισσότερα καταστρέφονται από την πρώτη ημέρα επί του εδάφους. Η γερμανική εκστρατεία εναντίον αυτού του στρατού, που ανήκει σ’ άλλη εποχή, είναι αξιοθαύμαστη μόνο για την καταπληκτική ικανότητα των μηχανοκινήτων να εξουδετερώνουν τα φυσικά εμπόδια. Ο Κλάινστ παραβιάζει τα στενά του Τσάριμπορντ στη σιδηροδρομική γραμμή του Οριάν-Εξπρές, καταλαμβάνει τη Νίσα, στέλνει την 5η μεραρχία πάντζερ προς την Αλβανία, κατεβαίνει από την κοιλάδα του μοράβα με την 11η και την 60η μηχανοκίνητη μεραρχία, καταλαμβάνει από τα νώτα το Βελιγράδι και προχωρεί προς τα νότια για να εγκλωβίση τα υπολείμματα του γιουγκοσλαβικού στρατού στη Βοσνία. Διεξάγοντας τις επιχειρήσεις του σε μια περιοχή που είναι ακόμα πιο φτωχή σε δρόμους ο Στούμμε καταλαμβάνει τα Σκόπια, ύστερα χωρίζει στα δύο τη φάλαγγά του, συναντιέται με τους Ιταλούς στη λίμνη της Οχρίδας και παρακάμπτει τις αγγλοελληνικές θέσεις στην περιοχή της Φλώρινας. Στην Κροατία, τη στιγμή που εμφανίζονται στο Ζάγκρεμπ τα θωρακισμένα, συγκροτείται μια αυτονομιστική κυβέρνηση. Η Γιουγκοσλαβία, τεχνητό δημιούργημα, διαλύεται μαζί με την κατάρρευση του στρατού της.

Μέσα σε ένδεκα μέρες ο πόλεμος έχει τελειώσει. … η Βέρμαχτ είχε επιτύχει τη λιγότερο δαπανηρή της νίκη : 151 νεκροί, 15 εξαφανισθέντες, 392 τραυματίες. Η συντριβή ενός από τα κράτη που θεωρούσαν πως είναι διάδοχοι των Αψβούργων χρειάστηκε ελάχιστα περισσότερο αίμα από ένα ευρωπαϊκό σαββατοκύριακο τον καιρό της ειρήνης.

Ελλάδα

Η επίθεση εναντίον της Ελλάδας εξαπελύθη ταυτόχρονα με την επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Παρ’ όλες τις αγγλικές παραστάσεις οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να πεισθούν να εγκαταλείψουν την εξαίρετη γραμμή Μεταξά, που είχε κατασκευασθή, για να αντιμετωπισθή μια βουλγαρική εισβολή, που τώρα την υποκαθιστούσε η χιτλερική εισβολή. Ο στρατηγός Μπακόπουλος διαθέτει για την άμυνά της τις ταξιαρχίες «Έβρος» και «Νέστος», τις μεραρχίες πεζικού 7η, 14η, 18η, και 19η. Η τελευταία αποκαλείται μηχανοκίνητη, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Συνολικά διαθέτει 25 τάγματα, 37 πυροβολαρχίες και 24 οχυρά από μπετόν. Με τους Άγγλους, που παίρνουν θέση 50 χλμ. Πίσω από την πρώτη γραμμή, ο Παπάγος αφήνει μόνο το 12ο και το 20ο σύνταγμα πεζικού. Έτσι οι δύο σύμμαχοι στρατοί διασπούν τις δυνάμεις τους και προετοιμάζουν δύο ξεχωριστές μάχες εναντίον ενός συντριπτικού αντιπάλου. Οι Έλληνες όμως είναι πολεμιστές διαφορετικοί από τους Γιουγκοσλάβους. Οι τρεις γερμανικές μεραρχίες, που επιτίθενται στο Νέστο, υποχρεώνονται απότομα να σταματήσουν. Στο στενό του Ρούπελ η 5η ορεινή μεραρχία γνωρίζει μια αιματηρή αποτυχία και η 6η προχωρεί με κόπο πάνω στις κορυφογραμμές δυτικά του Στρυμόνος. Επί τρεις ημέρες σφοδρές επιθέσεις από την ξηρά κι από τον αέρα διαδέχονται η μία την άλλη στη γραμμή Μεταξά, που δεν διασπάται σε κανένα σημείο.

Τη λύση δίνει μία από τις μεραρχίες του Σεντάν, η 2η πάντζερ, της οποίας διοικητής είναι οστρατηγός Φάιερ. Μπαίνει στη Γιουγκοσλαβία από την κοιλάδα του ποταμού Στρούμιτσα και χωρίς να συναντήση αντίσταση προχωρεί ως την ομώνυμη πόλη. Η κοιλάδα συνεχίζεται προς τα δυτικά, αλλά ο Φάιερ έχει μια έμπνευση. Στρίβει προς το νότο, ανεβάζει τη μεραρχία του ως τη λίμνη της Δοϊράνης ακολουθώντας έναν άθλιο ορεινό δρόμο, παρακάμπτει τη λίμνη από τα δυτικά, περνάει την ελληνοσερβική μεθόριο και κατεβαίνει από ένα δρόμο όλο στροφές στην κοιλάδα του Αξιού. Η 19η μηχανοκίνητη μεραρχία, μοναδική εφεδρεία του Μπακόπουλου, δεν είναι σε θέση να τον σταματήση. Στις 8 Απριλίου ο Φάιερ προχωρεί 90 χλμ. Και μπαίνει στη Θεσσαλονίκη τα μεσάνυχτα.

Περικυκλωμένοι πια οι υπερασπιστές της γραμμής Μεταξά παίρνουν από τον Παπάγο την έγκριση να συνθηκολογήσουν. Οι Γερμανοί τους γεμίζουν επαίνους, θαυμάζουν την ποιότητα των οχυρωματικών τους έργων και διατυπώνουν την ακόλουθη κρίση, που ο Χίτλερ θα επαναλάβη μερικές μέρες αργότερα στον ύμνο του θριάμβου του : "Είσαστε ο μόνος στρατός, που άντεξε στα Στούκας".

[1] Ιστορία του 2ου παγκοσμίου πολέμου, σελ. 204-206, Larousse – Paris Match / Πάπυρος.

διαβάστε για την υποχώρηση των Άγγλων από την ηπειρωτική Ελλάδα στον ΔημοΔιδάσκαλο : http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/10/blog-post_21.html

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Πολιτική

Μακροστρατηγική[1]

Ο Μαρκ Γκρόσμαν, διπλωμάτης καριέρας, διετέλεσε πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία (1994-1997) και Υφυπουργός για ευρωπαϊκές υποθέσεις (2001-2005) υπό την ευθύνη του οποίου δρομολογήθηκε η τελευταία φάση του σχεδίου Ανάν. Για τον κύριο Γκρόσμαν υπάρχει ωστόσο και κάτι άλλο. Εναντίον του εκκρεμούν ισχυρισμοί και κατηγορίες, ότι την περίοδο που διετέλεσε Υφυπουργός (2001-2005) υπήρξε αποδέκτης τουλάχιστον 15.000 δολαρίων σε μετρητά υπό τη μορφή δωροδοκίας από την τουρκο-αμερικανική οργάνωση «Αμερικανο-Τουρκικό Συμβούλιο». Κατά τους ισχυρισμούς ο Γκρόσμαν συνεργάζετο με την τουρκική πρεσβεία και Τούρκους πράκτορες στην παροχή πληροφοριών για πυρηνικά ζητήματα, που κατέληγαν στην Τουρκία, το Πακιστάν και το Ισραήλ, σε ένα όργιο κατασκοπείας κατά των ΗΠΑ από τρεις κατά τα άλλα σύμμαχές της χώρες. Για το Γκρόσμαν ανοίχτηκε φάκελος από το αμερικανικό Εφ Μπι Άι, τα τηλέφωνά του παρακολουθούντο, και από τη διαδικασία αυτή προέκυψαν οι ισχυρισμοί εναντίον του αναφορικά με τη δωροδοκία. Η υπόθεση δεν έχει κλείσει αλλά δεν φαίνεται και να προχωρεί. Η αμερικανική δικαιοσύνη έχει επιβάλει πρωτόγνωρα δικαστικά ασφαλιστικά μέτρα στον κύριο μάρτυρα, για λόγους «εθνικής ασφάλειας» στην υπόθεση Γκρόσμαν.

Τίποτα από τα παραπάνω, ωστόσο, δεν σταμάτησαν τον κύριο Γκρόσμαν που εμφανίστηκε την επομένη του ταξιδιού της κυρίας Κλίντον στην Τουρκία, ως το κύριο πρόσωπο που παρείχε πληροφορίες στην εφημερίδα «Ουάσιγκτων Ποστ»[2]. Η εφημερίδα στο πρωτοσέλιδό της, εκθειάζει την Τουρκία και τη στρατηγική της σημασία για τις ΗΠΑ, στην προσπάθεια της τελευταίας να κερδίσει τον μουσουλμανικό κόσμο, να απεμπλακεί από το Αφγανιστάν, και να εκτονώσει την Μέση Ανατολή.

Αυτά που λέει ο κύριος Γκρόσμαν, σήμερα, ότι δηλαδή η Τουρκία βρίσκεται στο επίκεντρο του στρατηγικού ενδιαφέροντος των ΗΠΑ, τα έλεγε αυτολεξεί στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ως Αμερικανός αξιωματούχος. Τα ίδια έλεγε και ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ[3] την ίδια ακριβώς περίοδο, και τα ίδια εκφώνησε ο πρόεδρος Κλίντον στην Άγκυρα τον Νοέμβριο του 1999 στον πανηγυρικό του λόγο στην μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, όπου οι Τούρκοι τον χειροκροτούσαν επί ποδός για αρκετή ώρα[4].

Ωστόσο, οι σχέσεις ΗΠΑ – Άγκυρας δεν βρίσκονται σε αυτό το επίπεδο λόγω και μόνο της σύμπλευσης συμφερόντων των δύο κρατών σε μία σειρά ζητημάτων. Θυμίζω ότι ο αντιαμερικανισμός και ο αντισημητισμός, που πάνε χέρι-χέρι, βρίσκεται στα ύψη στην Τουρκία. Και ότι τον Μάρτιο του 2003, οι σχέσεις ΗΠΑ – Άγκυρας ήταν στο ναδίρ, λόγω της άρνησης της τελευταίας να συνδράμει τη μεγάλη σύμμαχό της στην εισβολή στο Ιράκ[5].

Από τις αρχές του 1980, η τουρκική κυβέρνηση υλοποιεί, με την βοήθεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ, μια στρατηγική άλωσης και βραχυκύκλωσης όλων των κέντρων εξουσίας των ΗΠΑ, κυρίως μέσα στον Ουάσιγκτων, αλλά και έξω από αυτήν[6].

Είναι πράγματι εντυπωσιακό, ότι δεν υπάρχει think tank στην Ουάσιγκτων το οποίο ασχολείται με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, όπου δεν υπάρχει τουρκική παρουσία και πάμπολλα τουρκικά λεφτά. Πουθενά στην Ουάσιγκτων δεν λαμβάνει χώρα δραστηριότητα που να επηρεάζει τα τουρκικά συμφέροντα και να μην εμφανίζεται μια κουστωδία εργαλειακών επιστημόνων και «επαγγελματιών» σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας για να τις ακυρώσει[7].

Αντίθετα, η παρουσία της Ελλάδας και της Κύπρου στα κέντρα εξουσίας στην Ουάσιγκτων είναι στην καλύτερη περίπτωση παθητική, αρκετές φορές αρνητική ενίοτε και γελοία. Στην γελοιότητα καταλήγουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις, όταν συγχέουν την ουσία με την επίφαση και οι ηγεσίες των οποίων πιστεύουν ότι η προσωπική διπλωματία μπορεί να υποκαταστήσει θεσμικά κενά, ανικανότητες και τη συσσωρευμένη αξιοπιστία μιας υπερκομματικής στρατηγικής σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.

[1] Μάριου Ευρυβιάδη, Η διαχρονική συνέχεια της αμερικανικής μακροστρατηγικής, Γεωστρατηγική – Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων, Σεπτέμβριος 2008 – Απρίλιος 2009, Τεύχη 15-16.
[2] Περιοδεία Ομπάμα, συμπεριλαμβανομένης και της επίσκεψης στην Τουρκία, 8 Μαρτίου 2009.
[3] Σήμερα εκπρόσωπος του Ομπάμα για το Αφγανιστάν.
[4] Βλ. Μόρτον Αμπράμοβιτς, Η μεταμόρφωση της Τουρκίας και η Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική (Νέα Υόρκη, the century foundation press, 2000), σελ. 153-184.
[5] Βλ. Ρόμπερτ Πόλλοκ, «ο ασθενής της Ευρώπης, πάλι – Ισλαμισμός και εθνικισμός προστίθενται στην αντιαμερικανική τρέλλα στην Τουρκία», Γουώλ Στρήτ Τζέρναλ, 16 Φεβρουαρίου 2005.
[6] Βλ. Σπύρου Βρυώνη, Τουρκικό κράτος και ιστορία: η Κλειώ συναντά τον γκρίζο λύκο, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών, Αρ. 237, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 89-131.
[7] Τουρκικές χρηματοδοτήσεις συντηρούν ερευνητικά, δήθεν, προγράμματα όπως το Council of Foreign Relations, το RAND, το Brookings (αποδέκτης από το 2006 του ποσού των 650 χιλιάδων δολαρίων από την Τουρκία και με Τούρκο αντιπρόεδρο), το Carnegie Endowment, το Center for Strategic and International Studies – CSIS, το Hudson Institute, το Washington Institute for New East Policy, το Jamestown Foundation, το Eurasia Foundation, το German Marshall Fund of the US – GMFUS, το US Peace Institute, το Center for American Progress, το Middle East Progress, το The Center for a new American Security, το New America Foundation, το The Century Foundation, το Stanley Foundation, το Potogomac Institute, καθώς επίσης και άλλα που ασχολούνται με ζητήματα τρομοκρατίας και ενέργειας, των οποίων οι χρηματοδοτήσεις παραμένουν αδιαφανείς.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

μαθήματα ιστορίας

Η Ασσυριακή κατοχή της Κύπρου[1]

Μετά το τέλος της δεύτερης π.Χ. χιλιετηρίδας η Κύπρος αποκτά χαρακτήρα καθαρά ελληνικό. Άποικοι από την Κρήτη, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Μικρά Ασία καταφθάνουν και εγκαθίστανται στο νησί. Οι παλαιότεροι κάτοικοι, γνωστοί ως Ετεοκύπριοι αρχίζουν να παίζουν πλέον δευτερεύοντα ρόλο στη ζωή της τοπικής κοινωνίας.

Περί τα τέλη του όγδοου π.Χ. αιώνα η Κύπρος βρέθηκε κάτω από την κυριαρχία των Ασσυρίων. Το νησί περιγράφεται διαιρεμένο σε πόλεις – βασίλεια με τοπικές πρωτεύουσες τη Σαλαμίνα, το Κίτιο, την Αμαθούντα[2], το Κούριο, την Πάφο και τη Λάπιθο. Οι Κύπριοι, αν και υποτελείς των Ασσυρίων, διατήρησαν τον μηκυναϊκό τρόπο ζωής, απολάμβαναν δε πλήρη ελευθερία στη διαχείριση των εσωτερικών τους υποθέσεων.

Στην πραγματικότητα, η κατάληψη της Κύπρου από τους Ασσυρίους είχε σαν στόχο την προάσπιση των δυτικών συνόρων της Ασσυριανής αυτοκρατορίας που εκτείνονταν έως τις ακτές της Συρίας και της νότιας Μικράς Ασίας. Όπως φαίνεται, σκοπός τους δεν ήταν να κυριαρχήσουν πολιτικά στο νησί. Η κυριαρχία τους δεν κράτησε τελικά πολύ[3], αλλά η στήλη του Σάργου του Β΄[4], που βρέθηκε στο Κίτιο και βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Βερολίνου, αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ενθύμιο της Ασσυριανής κατοχής. Στα ασσυριακά κείμενα της εποχής η Κύπρος είναι γνωστή με το όνομα «Ιατανάκα».

Μετά την κατάρρευση της Ασσυριανής ισχύος και για έναν περίπου αιώνα οι Κύπριοι απόλαυσαν πλήρη πολιτική ανεξαρτησία.

[1] Σταύρου Παντελή, «Νέα ιστορία της Κύπρου», μέρος Ι, σ. 21, εκδόσεις Ι. Φλώρος.
[2] Οι Φοίνικες, ως σύμμαχοι των Περσών επεξέτειναν την παρουσία τους στην Κύπρο στη διάρκεια της Περσικής κυριαρχίας. Την περίοδο εκείνη το Κίτιο και η Αμαθούς [με αυτήν την σειρά] απέκτησαν εντονότερο φοινικικό χαρακτήρα. Η πρώτη εγκατάσταση Φοινίκων στο νησί χρονολογείται περίπου στα 1050 – 1058 π.Χ..
[3] ίσως γύρω στα 50 έτη.
[4] Σαργών Β΄

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Γεωπολιτική _ ανερχόμενες δυνάμεις

Κίνα[1]

Κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, όπως κάθε χρόνο, βουνό τα δώρα. Όλη η οικογένεια μαζεμένη και η γιορτή ξεκινά. Όλοι ανοίγουν τα πακέτα τους. Ο Ραφαέλ, ο μικρότερος, ξετυλίγει ένα όμορφο ξύλινο τρένο με ζωηρά χρώματα. Ο Γκρεγκουάρ ο ξάδελφός του, μεγαλύτερος αυτός, βγάζει από το κουτί της μια πανάλαφρη ρακέτα του τένις που διαφημίζουν τα περιοδικά. Η θεία τους η Ανιές έχει ήδη βυθιστεί στις οδηγίες χρήσης του νέου φορητού υπολογιστή της. Ο μπαμπάς βάζει να παίξει ένα DVD στο DVD-player, ενώ η μαμά τυλίγεται στην κασμιρένια της εσάρπα.

Άραγε αυτά τα Χριστούγεννα μοιάζουν με όλα τα προηγούμενα ; Όχι ακριβώς. Φέτος, μέσα σ’ αυτό το γαλλικό σπίτι, όπως και σε πολλά άλλα, είναι μια χριστουγεννιάτικη βραδιά πολύ κινέζικη. Το τρενάκι, η ρακέτα, το PC και η εσάρπα, όλα αυτά τα αντικείμενα έγραφαν πάνω “made in China”. Όμως εκείνο το βράδυ, κινέζικα δεν ήταν μόνο τα δώρα. Οι πολύχρωμες μπάλες, τα φωτάκια, οι μικροί διακοσμητικοί αγιοβασίληδες, ακόμη και το δέντρο ήταν από την Κίνα !

Πριν από αυτό το ρεβεγιόν, όλο το 2004, που ήταν έτος Κίνας στη Γαλλία, είχε ήδη σημαδευτεί βαθιά από τη σφραγίδα της Κεντρικής Αυτοκρατορίας, όπως έλεγαν την Κίνα οι μανδαρίνοι. Παράλληλα με τις πολυάριθμες επίσημες εκδηλώσεις, από τον Πύργο του Άιφελ «ντυμένο» στα κόκκινα μέχρι τη συναυλία του Ζαν Μισέλ Ζαρ στην καρδιά της Απαγορευμένης Πόλης, στο Πεκίνο, πολλά γεγονότα αποκάλυψαν στους Γάλλους την εισβολή, την επιστροφή πιο σωστά, μιας νέας δύναμης στη λέσχη των μεγάλων βιομηχανικών εθνών. Η αποστολή ενός Κινέζου αστροναύτη στο διάστημα έκανε γνωστό έναν διαστημικό παράγοντα πρώτου μεγέθους. Η πλούσια σοδειά μεταλλίων στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας αποκάλυψε ένα σπουδαίο αθλητικό έθνος. Οι ζωγράφοι που εξέθεσαν έργα τους στη λεωφόρο Ματινιόν στο Παρίσι επιβεβαίωσαν την αυξανόμενη επίδραση στη διεθνή αγορά τέχνης. Η εξαγορά, τέλος, της γαλλικής Τόμσον από την κινέζικη TCL, εταιρεία που κατασκεύαζε τηλεοράσεις για λογαριασμό της Τόμσον, ανέδειξε μια οικονομία σε πλήρη ανάπτυξη.

Μια μέρα, μια χρονιά, μερικές μεγάλες στιγμές. Η Κίνα φιγουράρει πια συχνά στα πρωτοσέλιδα των γαλλικών εφημερίδων. Η παρουσία της είναι ορατή στην καθημερινή ζωή. Στο Ζουΐ Αν Αοζάς, το κάμπους της Σχολής HEC[2], δεκάδες νέοι από την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας εντρυφούν στην τέχνη του καπιταλιστικού μάνατζμεντ. Στη Μασσαλία κάποιοι μικροέμποροι ανησυχούν βλέποντας τη συνοικία τους να μετατρέπεται σε μια ακόμη Τσάινα Τάουν. Στο Παρίσι, στα πολυκαταστήματα της λεωφόρου Οσμάν, η κομψή κινέζικη πελατεία ανταγωνίζεται την πελατεία της άλλης ασιατικής δύναμης, της Ιαπωνίας και οι Γκαλερί Λαφαγιέτ διαθέτουν ήδη πωλήτριες που μιλούν κινέζικα. Λίγο πολύ παντού, στα σχολεία, οι γονείς επιθυμούν να μάθουν τα παιδιά τους τη γλώσσα του Κομφούκιου και του Μάο. Στα τουριστικά γραφεία, το Πεκίνο, η Σανγκάη και η Καντόνα έχουν γίνει προορισμοί με μεγάλη πέραση.

Η Κίνα είναι στη μόδα, αλλά αυτό δεν είναι τόσο απλό. Στην πραγματικότητα, σηματοδοτεί την ανάδυση της Κίνας ως πόλου της παγκόσμιας οικονομίας ίσως για ολόκληρο τον 21ο αιώνα. Από την εποχή του Αλέν Περεφίτ, του υπουργού του στρατηγού Ντε Γκωλ και του περίφημου βιβλίου του «Όταν η Κίνα ξυπνήσει»[3], το ξύπνημα του δράκου αναμενόταν. Σήμερα είναι πια γεγονός.

[1] από την εισαγωγή του βιβλίου του Ερίκ Ισραέλεβιτς, «Όταν η Κίνα αλλάζει τον κόσμο», σελ. 7-9, εκδόσεις Κασταλία 2006.
[2] Ecole des hautes etudes commerciales, η σχολή με το μεγαλύτερο κύρος στην Γαλλία όσον αφορά στις οικονομικές σπουδές.
[3] 1973

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Γεωστρατηγική

Θεωρίες επί χάρτου[1]

Το έτος 1829, η Γαλλία επιφυλάσσει στην Ελλάδα έναν εξαιρετικά φιλόδοξο ρόλο στο «Μέγα Σχέδιο»[2] πολιτικής αναδιάρθρωσης της Ευρώπης που ετοιμάζεται να προωθήσει ο Γάλλος υπουργός των εξωτερικών, και από τον Αύγουστο του 1829, πρωθυπουργός Πολινιάκ.

Ο Πολινιάκ σχεδίαζε τη ριζική μεταβολή του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης προς όφελος της Γαλλίας. Βάση του επιδιωκόμενου εδαφικού διακανονισμού αποτελούσε το «Μέγα Σχέδιο» του Μπουά-λε-Κοντ[3], πολιτικού διευθυντή του γαλλικού υπουργείου των εξωτερικών, που προέβλεπε τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ορισμένες εδαφικές μεταβολές στην κεντρική Ευρώπη και του οποίου η εφαρμογή προϋπέθετε τη συνεργασία Γαλλίας, Ρωσίας και Πρωσίας. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό η Ελλάδα θα επεκτεινόταν μέχρι τα Στενά και θα προσαρτούσε την Κωνσταντινούπολη, στον δε ελληνικό θρόνο θ’ ανερχόταν ο βασιλιάς των Κάτω Χωρών. Η Ρωσία θα ενσωμάτωνε τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και ένα τμήμα της Μικράς Ασίας. Η Αυστρία τη Βοσνία και τη Σερβία. Το βασίλειο των Κάτω Χωρών θα κατανεμόταν μεταξύ Γαλλίας, που θα προσαρτούσε το βελγικό τμήμα, και της Πρωσίας που θα ενσωμάτωνε το ολλανδικό. Η Πρωσία θα προσαρτούσε ακόμη το βασίλειο της Σαξωνίας, αλλά θα εγκατέλειπε τα εδάφη της στην αριστερή όχθη του Ρήνου, τα οποία θα συγκροτούσαν ένα νέο κράτος που θα περιερχόταν, υπό την μορφή αποζημιώσεως, στην κυριαρχία του πρώην βασιλιά της Σαξωνίας. Η Αγγλία, τέλος, θα επέκτεινε την κυριαρχία της στις ολλανδικές αποικίες.

Το γαλλικό σχέδιο, που αποτελούσε ένα παιχνίδισμα πολιτικής φαντασίας, ήταν αντίθετο προς τα συμφέροντα της Αγγλίας, λόγω της εις βάρος της ανατροπής της ισορροπίας των δυνάμεων, καθώς και της Πρωσίας, η οποία θα υποχρεωνόταν σε μια αναδίπλωση χωρίς ανάλογα ανταλλάγματα. Εξάλλου, η Ρωσία προτιμούσε τα Στενά να παραμείνουν υπό την κατοχή μιας κλυδωνιζόμενης αυτοκρατορίας, που λόγω της εσωτερικής της κατάστασης, θα ενέδιδε συνεχώς στις ρωσικές πιέσεις, παρά να περιέλθουν στην κυριαρχία ενός νέου κράτους του οποίου οι διεθνείς προσανατολισμοί και οι διασυνδέσεις του με τις άλλες Δυνάμεις δεν ήταν ακόμη σαφείς. Τελικά, η αντίδραση του τσάρου στην πρώτη βολιδοσκόπησή του από τον Γάλλο πρεσβευτή θα τορπιλλίσει τη γαλλική πρωτοβουλία, η οποία παρέμεινε ένα τολμηρό γύμνασμα πολιτικού σχεδιασμού χωρίς συνέχεια.

[1] Θ. Α. Χριστοδουλίδη, "Διπλωματική Ιστορία, από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες", κ. Γ΄, σ. 93, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα 1991.
[2] 4 Σεπτεμβρίου 1829.
[3] Bois le Compte.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

περί τιμής και αξιοπρέπειας

Η πολιτική της αναγνώρισης[1]

Κάποια ρεύματα στη σύγχρονη πολιτική σκέψη επισημαίνουν την ανάγκη, και ενίοτε εγείρουν την αξίωση αναγνώρισης. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η ανάγκη αυτή αποτελεί μία από τις κινητήριες δυνάμεις της πολιτικής των εθνικιστικών κινημάτων. Και η αντίστοιχη αξίωση εμφανίζεται με διάφορους τρόπους στη σημερινή πολιτική σκηνή. Σχετίζεται με τις μειονότητες και άλλες «δευτέρας κατηγορίας» ομάδες, με κάποιες μορφές φεμινισμού και μ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε πολιτική της «πολυπολιτισμικότητας».

Η αξίωση αναγνώρισης στις ανωτέρω περιπτώσεις αποκτά επείγοντα χαρακτήρα λόγω της υποτιθέμενης διαπλοκής της έννοιας της αναγνώρισης με την έννοια της ταυτότητας. Η δεύτερη αυτή έννοια υποδηλώνει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ποιοι είμαστε καθώς και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που μας διέπουν ως ανθρώπινα όντα. Η βασική παραδοχή είναι η ακόλουθη: αφού η ταυτότητά μας συγκροτείται εν μέρει από την αναγνώριση ή της απουσία της και ενίοτε από την εσφαλμένη αναγνώριση που μας επιφυλάσσουν οι άλλοι, ένα άτομο ή μία ομάδα μπορούν να υποστούν σοβαρή ζημιά ή παραμόρφωση, εάν οι άνθρωποι στην κοινωνία όπου ζουν τους μεταδίδουν την περιοριστική, μειωτική και περιφρονητική εικόνα που διατηρούν γι’ αυτά. Η απουσία αναγνώρισης ή η εσφαλμένη αναγνώριση μπορούν να αποβούν επιζήμιες και να αποτελέσουν μια μορφή καταπίεσης, η οποία καταλήγει στον εγκλωβισμό και σ’ έναν εσφαλμένο, διαστρεβλωμένο και στερημένο τρόπο ύπαρξης.

Θα πρέπει να διακρίνουμε δύο μεταβολές που συνδυαζόμενες κατέστησαν τη σύγχρονη ενασχόληση με την ταυτότητα και την αναγνώριση αναπόφευκτη. Η πρώτη αφορά στην κατάρρευση των κοινωνικών ιεραρχιών που συγκροτούσαν τη βάση για την αντίληψη περί τιμής. … στο Παλιό Καθεστώς (Ancien Regime) [η έννοια αυτή] είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ύπαρξη ανισοτήτων. Για να αρμόζουν οι τιμές σε κάποιους θα πρέπει να μην αρμόζουν σε κάποιους άλλους. Αυτήν ακριβώς τη σημασία χρησιμοποιεί και ο Μοντεσκιέ καθώς περιγράφει τη μοναρχία. Η τιμή συνδέεται εγγενώς με τις «προτιμήσεις»[2]. Την ίδια ακριβώς σημασία έχουμε κατά νου, όταν συζητούμε να τιμήσουμε κάποιον δίδοντάς του ένα κρατικό βραβείο … το βραβείο αυτό θα έχανε την αξία του, εάν αύριο αποφασίζαμε να το δώσουμε σε κάθε ενήλικο …

Στην αντίληψη αυτή περί τιμής αντίκειται η σύγχρονη αντίληψη περί αξιοπρέπειας, η οποία τώρα χρησιμοποιείται με μια καθολική και εξισωτική σημασία, καθώς κάνουμε λόγο για την εγγενή «αξιοπρέπεια του ανθρώπου» ή του πολίτη. Εδώ υπονοείται η αρχή ότι η αξιοπρέπεια είναι κάτι που χαρακτηρίζει τον καθένα[3]. Είναι πρόδηλο ότι αυτή είναι η μοναδική αντίληψη περί αξιοπρέπειας που προσιδιάζει σε μια δημοκρατική κοινωνία και πως η υπέρβαση της παλαιάς αντίληψης περί τιμής ήταν αναπόφευκτη.

[1] από την «Πολυπολιτισμικότητα» του Τσαρλς Ταίηλορ, σελ. 71 κ. επ., εκδόσεις Πόλις 1997.
[2] «Η φύση της τιμής είναι να απαιτεί προτιμήσεις και διακρίσεις …», το πνεύμα των νόμων (“De l’ esprit des lois”), βιβλ. 3, κεφ. 7.
[3] Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση της σημασίας της μετάβασης από την «τιμή» στην «αξιοπρέπεια» στο άρθρο του Πήτερ Μπέργκερ “On the Obsolescence of the Concept of Honour” στο Revisions: changing perspectives in moral philosophy, επ. Stasnley Hauerwas και Alasdair MacIntyre (Notre Dame, Ind.: University of notre Dame Press, 1983), σς. 172-81.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Λογοτεχνία

μόνο ο Πλάτων[1]

Η υγεία του δόγη Μοτσενίγκο δεν πάει καθόλου καλά. Κάποιοι λένε πως εξαντλήθηκε από τις υπερβολικές περιποιήσεις των παλλακίδων του. Εγώ, ωστόσο, γνωρίζω πολύ καλά πως η κλονισμένη υγεία του οφείλεται περισσότερο στις κακουχίες όπου επέρασεν πολεμώντας για χρόνους πολλούς τους Τούρκους.

Η απόφαση έπρεπε να παρθεί σύντομα. Οι διαπραγματεύσεις δεν ήταν δυνατόν να συνεχισθούν για πολύ ακόμα.

Πόλεμος ή ειρήνη ;

Ο μεγάλος Τούρκος επερίμενεν απάντηση και η μητριά του έστελνε συνεχώς αγγελιοφόρους απαιτώντας να ληφθεί απόφαση. Η Βενετία έπρεπε να ξεκαθαρίσει, επιτέλους, τη θέση της.

Στο δογικό παλάτι, οι σύμβουλοι του δόγη κι η Σινιορία είναι διχασμένοι. Οι μισοί λένε πως ο Μωάμεθ επιθυμεί την ειρήνη, γιατί ο Τουρκομάνος άρχοντας Ουζούν Χασάν ετοιμάζεται να εξαπολύσει μεγάλην επίθεση εις την Ανατολήν, ζητώντας πόλεμο, ενώ οι άλλοι μισοί ασπάζονται τη γνώμη του δόγη Μοτσενίγκο, ο οποίος γνωρίζει καλά τη δύναμη των Τούρκων. Λένε πως το συμφέρον της Βενετιάς είναι να συνάψει ειρήνη.

Τη γενναιότητα και τη γνώση της πολεμικής τέχνης δεν μπορώ να την αρνηθώ στο δόγη. Όταν ανέλαβε το βενετσιάνικο στόλο, η πόλη θρηνούσε απώλειες και θύματα πολλά. Πέντε χρόνια πριν, το Νεγραπόντε είχε χαθεί. Το στολίδι της Βενετιάς στην Ελλάδα έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ. Η δειλία του αρχιναυάρχου Νικολό Κανάλ και του κυβερνήτη της πόλης, Πάολο Ερίστο, ήταν η αιτία της καταστροφής. Ο πρώτος στάλθηκεν αλυσσοδεμένος στη Βενετία, από τον Πιέτρο Μοτσενίγκο, και δικάστηκε. Ο δεύτερος παραδόθηκε στον Μωάμεθ, με τον όρο να κρατήσει το κεφάλι πάνω στους ώμους του. Ο Μεγάλος Τούρκος δέχθηκε και εκράτησε την υπόσχεσή του. Τον έκοψε στα δύο με το σπαθί του, όχι από το κεφάλι αλλά απ’ τη μέση.

Τα νέα συγκλόνισαν τη Βενετία και την Ιταλία ολάκερη. Ο καρδινάλιος Βησσαρίων έγραψε προς όλους τους χριστιανούς ηγεμόνες της χερσονήσου:

«Λόγοι προς τους πρίγκιπας της Ιταλίας περί της σφαγής των χριστιανών της Χαλκίδος, περί των κατά της Ιταλίας επικειμένων κινδύνων μετά την άλωσιν της Υδρούντος, περί καταπαύσεως των διχονοιών και αποφάσεως πολέμου κατά των Τούρκων».

Εγώ ο ίδιος αντέγραψα τους λόγους του κι έστειλα τα μηνύματα.

Το καλοκαίρι του 1472, ο δόγης Μοντσενίγκο επιτέθηκε με πολλά πλοία στα παράλια της Μικρασίας, στην Αττάλεια, τη Σμύρνη και την Αλικαρνασσό και έκαψεν τα λιμάνια τους. Ο βασιλιάς Φερδινάνδος της Νάπολης, μαζί με τους θεραπευτές Ιππότες από το νησί της Οφιούσσας[2], τον εβοήθησε με πλοία και άνδρες.

Εγνώριζεν πολύ καλά τους Τούρκους ο δόγης. Ήξερεν πως αυτές οι μικρές επιτυχίες του, όταν ήταν αρχιναύαρχος, και οι προτάσεις για ειρήνη του Μωάμεθ, τώρα που έγινε δόγης, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια μικρή ανάπαυλα. Ο Μεγάλος Τούρκος ήταν νέος και είχε ορμή και διάθεση για κατακτήσεις, ενώ αυτός κι η γηρασμένη πόλη, η Βενετιά, ήταν ετοιμοθάνατοι.

Τα περασμένα νιάτα και η κλονισμένη υγεία αναζητούν παρηγοριά στα χάδια των γυναικών και σε κάποιους χαμένους παπύρους του «Συμποσίου».

Πολλές φορές αντιμετώπισε με θάρρος το θεό Άρη. Πολέμησε, κινδύνεψε.

Ο θάνατος, ωστόσο, δεν θα τον περιμένει για πολύ ακόμα. Η υγεία του δεν πάει καθόλου καλά, θα πεθάνει.

Έχουν μια παράδοξη συνήθεια και την τηρούν πολύ σχολαστικά οι Βενετοί, εδώ και διακόσια πενήντα έτη. Από τα χρόνια του δόγη Τιέπολο[3].

Όταν ένας δόγης αποθάνει, συνέρχεται το λεγόμενον Δικαστήριον των Νεκρών. Το αποτελούν το Μέγα Συμβούλιον, πέντε ευγενείς και τρεις ιεροεξεταστές. Συνεδριάζουν και βγάζουν κρίση για το βίο και την πολιτεία του νεκρού δόγη και η κρίση τους είναι πάντα εκ των προτέρων αποδεκτή και σεβαστή.

Όταν εγώ παραδώσω το πνεύμα, μόνον ο Πλάτων ποθώ να με κρίνει …

[1] Δημητρίου Σ. Παπαδόπουλου, «Το Συμπόσιο του Πλάτωνος και το θλιβερόν τέλος του Κοσμά του Τραπεζούντιου», εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνη, Αθήνα 1996.
[2] Νησί της Οφιούσσας: έτσι αποκαλείτο τα χρόνια εκείνα η Ρόδος, εξαιτίας των πολλών φιδιών που υπήρχαν στο νησί.
[3] Δόγης Τζιάκομο Τιέπολο (1229-1249).

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

ελληνισμός

«Ελληνική φυλή είσε ανήθικος, διότι θέλεις οι φραγκικοί στρατοί και στόλοι να σου φυλάν τ’ αμπέλια σου»
Περικλής Γιαννόπουλος[1]

Οι Φράγκοι βιβλιαράδες μας είπον ότι ο Αλέξανδρος δεν ήτο Έλλην. Και το πράγμα εσυζητήθη ! Και δεν ευρέθη κανείς να τους ειπή: «Τον κακό σας τον καιρό». Μας είπον ότι ο Αλέξανδρος εζουρλάθη, εξασιανίσθη … διότι οι Φράγκοι καλαμαράδες και οι κάθε βιβλιοφάγοι, είνε ζωύφια στενοχονδροκέφαλα. Κουτάβια θεόστραβα εις την αντίληψιν της πολυμόρφου φύσεως των ανθρωπίνων πραγμάτων. Διότι, βράστον τον Βασιληά άμα δεν στέκεται ψηλά. Διότι αν δεν αστράφτει πάγχρυσος ο Βασιλεύς στην Ανατολή και δεν πατίση το χρυσό του πόδι στο σβέρκο του ανατολίτη, κανείς δεν τον παίρνει για βασιληά. Και τα λένε αυτά οι Φράγκοι, που ντένουν τους βασιλείς των αυτήν την ώρα, με τα μεσαιωνικά τους μασκαριλίκια κατά τα ανωτάτας των εορτάς. … Και ελέχθησαν αυτά και χίλια χειρότερα, διότι ο Ελληνισμός εκατάντησε ένα ζευγάρι τρέμον τον αφέντη του το Φράγκο και φοβούμενον να πη: Λέτε ό,τι θέλτε, πιστέψτε ξεπιστέψτε ό,τι θέλτε, αφού στο τέλος δε θέλτε, θ’ αναγκασθήτε πάντα να πιστεύσετε τα πράγματα.

Ο Αλέξανδρος τίποτε παράδοξα δεν έκαμε. Το έργον του το επέβαλεν η λογική, η φύσις, η φορά, η ώρα των πραγμάτων. Και οσονδήποτε κολοσσαία δι’ εμάς τους τότε και διά τον πολιτισμόν του κόσμου, οσονδήποτε μεγάλα και ζωντανά και φρεσκότατα έως την ώραν αυτήν, ειπέρ ποτε αυτήν, είνε τα αποτελέσματα και τα διδάγματα, το έργον του είνε το νεανικόν το πρώτον του βήμα. Η πρώτη σελίς ζωής του εκόπη. Τρέξας και πιάσας από τα θαυμάσια μοσχοβολάτα γένεια τον Πέρση, σκάσας αυτόν κατά γης και πατήσας την γιασεμόλευκη κοιλιά του, σπα την βάρβαρον δύναμιν που αιώνια εμπόδιζε το δρόμο και απειλούσε κάθε λίγο να χυθή και πνίξη τη φυλή, ανοίγει την Ανατολή και την Ασίαν εις το Εμπόριον και το Πνεύμα. Ο Ελληνισμός τότε, ο από της προσωρινώς μυθολογικής λεγομένης εποχής, ευρισκόμενος εις τας αυτάς περίπου γεωγραφικάς εκτάσεις, με άλλα μόνον ονόματα και άλλα φορέματα, εγκαθίσταται τότε επισήμως ως άρχων και πρωτεύων παντού όπου ήτο, καθιερούται μόνον και εδραιούται διά παντός και επεκτείνεται εις όλον τον φυσικόν κύκλον της προαιωνίου, της καθ’ όλης την έκτοτε ιστορικήν περίοδον της ανθρωπότητος, της έως τώρα υπάρξεως και ενεργείας του, από την οποίαν τίποτε έως τώρα και τίποτε εις κανένα μέλλον δεν θα κατορθώση να τον ξεκολλήση, να τον ξεριζώση, διότι είνε στο σπήτι του, εκτός των συνήθων κατά τα ανθρώπινα ανακατεύματα μετατοπίσεων, υποχωρήσεων, κυνηγημάτων, σπρωξιμάτων, τα οποία δυνατόν να του κάμουν κατά διαφόρους ιστορικάς στιγμάς …

[1] από την Έκκλησι προς το πανελλήνιον κοινόν, του Περικλέους Γιαννοπούλου, σελ. 27-28, εκδόσεις Νέα Θέσις, Αθήναι 1987

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

μαθήματα διπλωματίας

Η αγορά πληροφοριών[1]

«Οι Έλληνες λένε ένα αστείο: η κατασκοπία είναι άχρηστη σε δύο χώρες, στην Κίνα και στην Ελλάδα. Στην Κίνα γιατί δεν μιλά κανένας και στην Ελλάδα γιατί μιλούν όλοι.»

«Ένα μυστικό που κρατιέται πάει χαμένο», έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ και βεβαίως είχε δίκαιο. Η πληροφορία είναι εμπόρευμα που μπορεί να πουληθεί έναντι χρημάτων ή επιρροής ή, τουλάχιστον, έναντι άλλης πληροφορίας. Η εμπορική αξία της πληροφορίας καθορίζεται από την ανεπάρκεια και την πρωτοτυπία, περισσότερο από την αλήθεια της. Υπάρχει το ισχυρό κίνητρο να κάνουμε τα πάντα μυστικά, απλώς και μόνο για να αυξήσουμε αυτή την αξία. Τα κρυμμένα μυστικά, απλώς και μόνο για να αυξήσουμε αυτή την αξία. Τα κρυμμένα μυστικά αποτελούν σημαντικό μέρος του διπλωματικού κεφαλαίου κάθε χώρας.

Ωστόσο, τα μυστικά γερνούν άσχημα. Λίγοι μήνες ή χρόνια απογυμνώνουν τα περισσότερα μυστικά από τη δύναμη που έχουν να βοηθούν ή να βλάπτουν. Τα μυστικά έχουν επίσης την τάση να τα μοιράζονται άνθρωποι οι οποίοι δεν μπορούν να εμπιστεύονται πλήρως ο ένας τον άλλον. Ο πρώτος που κοινολογεί ένα μυστικό καρπώνεται γενικά το μεγαλύτερο όφελος. Συνεπώς, υπάρχει το κίνητρο της αποκάλυψης των μυστικών, κατά προτίμηση στο πρόσωπο που τα εκτιμά περισσότερο.

Σε έναν πλανήτη που κατακλύζεται από κακοπληρωμένους γραφειοκράτες, δεν είναι και τόσο δύσκολο να βρει κανείς ευάλωτους αξιωματούχους με αδυναμίες που κοστίζουν πολύ για να τις ικανοποιούν με το εισόδημά τους. Η ικανότητα προσφοράς μετρητών, ωστόσο, στηρίζει μια δυσλειτουργική λογική μηδενικού αθροίσματος, στην οποία η πιο αθώα και αμοιβαία επωφελής ανταλλαγή έχει ταμπέλα με την τιμή της.

[1] Τζων Μπρέιντυ Κήσλινγκ, Μαθήματα Διπλωματίας, σ. 446 επ., εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2007.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Φιλοσοφία

Ο αδύνατος ηγεμόνας, οι σύμβουλοι, τα κόμματα κι οι οικογένειες[1]

«Οι δασμοί απάνω στην κατανάλωση είναι πιο ίσιοι και εύκολοι από τους δασμούς απάνω στην κτήση. Τι απώλεια για το Δημόσιο να έχουν εξαντληθεί όλοι οι πρώτοι και να πρέπει να καταφύγομε στην πιο θλιβερή μέθοδο φορολογίας !»

Δαυΐδ Χιουμ, 1711-1776

Εκείνοι που χρησιμοποιούν τις πέννες τους για πολιτικά θέματα, ελεύθεροι από την κομματική μανία και από τις κομματικές προκαταλήψεις, καλλιεργούν μιαν επιστήμη που απ’ όλες τις άλλες συμβάλλει πιο πολύ στη δημόσιαν ωφέλεια, ακόμη και στην ιδιωτική ικανοποίηση εκείνων που αφιερώνουν τον εαυτό τους στη σπουδή της. Έχω ωστόσο την τάση να υποψιάζομαι ότι ο κόσμος είναι ακόμη παραπολύ νέος για να στερεώσει στην πολιτική πολλές γενικές αλήθειες, που θα μείνουν αληθινές έως τους υστερώτερους απογόνους μας. … Δεν είναι εντελώς γνωστό έως ποιο βαθμό εκλέπτυνσης, είτε στην αρετή είτε στην κακία, είναι δεκτική η ανθρώπινη φύση ή τί μπορεί να αναμένεται από την ανθρωπότητα έπειτα από μια μεγάλη μεταστροφή στη διαπαιδαγώγηση, στα έθιμα ή στις αρχές της. Ο Μακιαβέλλι είναι βέβαια ένα μεγάλο πνεύμα, αλλά επειδή περιόρισε τη μελέτη του στα εξωφρενικά και τυραννικά πολιτεύματα των αρχαίων χρόνων ή στα λίγο ανώμαλα πριγκηπάτα της Ιταλίας, οι διαλογισμοί του, ιδίως για το μοναρχικό πολίτευμα, έχει διαπιστωθεί ότι είναι εξαιρετικά ελαττωματικοί. Δεν υπάρχει κανόνας μέσα στον «ηγεμόνα» του που δεν διαψεύσθηκε εντελώς από μεταγενέστερην εμπειρία. «Ένας αδύνατος ηγεμόνας» λέγει «είναι ανίκανος να δεχτεί καλή συμβουλή. Γιατί, εάν συμβουλευτεί πολλούς, δεν θα μπορεί να κάνει την εκλογή του ανάμεσα σε διαφορετικές συμβουλές. Εάν πάλι αφεθεί σε ένα, αυτός ο υπουργός μπορεί ίσως να έχει ικανότητα, αλλά δεν θα είναι για πολύν καιρό υπουργός. Θα είναι βέβαιος ότι έχει τον κύριό του στη διάθεσή του και θα τοποθετήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του πάνω από το θρόνο». Ανάμεσα σε πολλά παραδείγματα σφαλμάτων του πολιτικού εκείνου μνημονεύω τούτο που κατά μέγα μέρος προέρχεται από το γεγονός ότι ο ίδιος έζησε σε μια παραπολύ πρώιμη εποχή του κόσμου, για να είναι καλός κριτής της πολιτικής αλήθειας. Σχεδόν όλοι οι ηγεμόνες της Ευρώπης κατευθύνονται σήμερα από τους υπουργούς των, πράγμα που συμβαίνει εδώ και δύο περίπου αιώνες[2], και όμως δεν έχει ποτέ συμβεί ένα τέτοιο γεγονός ούτε μπορεί ίσως να συμβεί.

[1] Αποσπάσματα από τα «Δοκίμια» του Δαυΐδ Χιουμ, σε μετάφραση Ε.Π. Παπανούτσου – τίτλος δοκιμίου: «Η πολιτική ελευθερία», Εστία.
[2] Θυμίζουμε πως ο Χιουμ έζησε τον 18ο αιώνα (1711-1776) και αναπόφευκτα αναφέρεται σε εκείνη της εποχή.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Πολιτική

η παγκόσμια άχρονη, ατοπική, κοσμοπολίτικη κουλτούρα της ανερχόμενης νέας ιντελιγκέντσιας[1]

Σε αντίθεση με τους προηγούμενους πολιτισμικούς ιμπεριαλισμούς, που είχαν ρίζες σε κάποιο συγκεκριμένο εθνοτικό χρόνο και τόπο καταγωγής, η νέα παγκόσμια κουλτούρα είναι οικουμενική και άχρονη. Εξαιτίας του εκλεκτικισμού της αδιαφορεί για τον τόπο και το χρόνο. Είναι ρευστή και άμορφη. Αυτή η μεταμοντέρνα, κοσμοπολίτικη κουλτούρα, αν και προς το παρόν είναι περισσότερο αναπτυγμένη στη Δύση, έχει μεταφερθεί σε ολόκληρο τον κόσμο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τηλεπικοινωνίας. Βρίσκεται εδώ και τώρα και παντού. Δεν καυχιέται πως διαθέτει ιστορία ή ιστορίες, τα παραδοσιακά μοτίβα που χρησιμοποιεί ξεθάβονται μόνο ως επιφανειακή διακόσμηση μιας προσανατολισμένης στο παρόν και το μέλλον «επιστημονικής» και τεχνολογικής κουλτούρας.

Πρόκειται επίσης για μια θεμελιωδώς τεχνητή κουλτούρα, για ένα ιδιότροπο και ειρωνικό συνονθύλευμα. Οι επιδράσεις της είναι προσεκτικά υπολογισμένες και της λείπει οποιαδήποτε συναισθηματική αφοσίωση στα σημαινόμενά της. Κατασκευασμένος και ρηχός, ο νέος κοσμοπολιτισμός ενδιαφέρεται κυρίως για τα μέσα του και για την επαναδιατύπωση των αξιακών διλημμάτων υπό τη μορφή τεχνικών προβλημάτων, επιλύσιμων με αμιγώς τεχνολογικές μεθόδους. Ως προς αυτό είναι συνεπής με τον τεχνολογικό του χαρακτήρα, όπου διασταυρούμενα συστήματα επικοινωνίας και πληροφόρησης δημιουργούν αλληλεξαρτώμενα δίκτυα τα οποία εκφράζονται μέσω ενός οικουμενικού, ποσοτικού και επιστημονικού λόγου με χειριστή μια ιντελιγκέντσια τεχνικών που αντικαθιστά τον παλαιότερο, αμιγώς κριτικό λόγο των ανθρωπιστών διανοούμενων με τη δική της, τεχνοκρατική κουλτούρα.

Αναμφίβολα, το γενικό περίγραμμα αυτής της παγκόσμιας, τεχνολογικής κουλτούρας είναι ήδη ορατό, έστω και αν προς το παρόν η διάδοσή της στον πλανήτη είναι μάλλον ανομοιογενής. Είναι όμως δυνατόν να επιβιώσει και να ανθήσει μια τέτοια κοσμοπολίτικη κουλτούρα ; Μπορεί να απλώσει ρίζες μέσα στους διάφορους πληθυσμούς του κόσμου ;

Και πάλι, δεν υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα στο παρελθόν για να μας καθοδηγήσουν. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε μία μοναδική κουλτούρα, αλλά πολλές ιδιαίτερες, εκφραστικές και ιστορικά προσδιορισμένες. Ακόμα και οι πιο επεκτατικές και ευρέως διαδεδομένες από αυτές ήταν δεμένες με το χρόνο και το χώρο της καταγωγής τους – είτε αναφερόμαστε στη ρώμη, είτε στο Βυζάντιο, είτε στη Μέκκα – και το ίδιο ισχύει για την εικονογραφία τους και για την αίσθηση της ταυτότητας, οι οποίες βασίζονταν σε συγκεκριμένες ιστορικές παραδόσεις που είχαν πλατιά λαϊκή απήχηση για μεγάλες χρονικές περιόδους. … Ίσως είναι εφικτό να κατασκευαστούν παραδόσεις και να δημιουργηθεί μια τυποποιημένη εικονογραφία, όμως για να διατηρηθούν είναι αναγκαίο να διαθέτουν κάποια αλϊκή απήχηση, την οποία θα αποκτήσουν μόνο αν καταφέρουν να εναρμονιστούν με ένα φαντασιακό συλλογικό παρλθόν … Όλα όσα θυμίζουν τους πεσόντες – οι τελετές στη μνήμη τους, τα αγάλματα των ηρώων και οι επετειακοί εορτασμοί – … αντλούν το νόημα και τη συναισθηματική τους δύναμη από ό,τι θεωρείται και βιώνεται ως συλλογικό παρελθόν.

[1] Άντονυ Δ. Σμιθ, Εθνική ταυτότητα, σ. 225-226, εκδόσεις Οδυσσέας 2000.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Ιστορία

Η τύχη της ωραίας και η τύχη της άσχημης[1]

Για την τραγωδία των γυναικοπαίδων της Χίου στην Κωνσταντινούπολη γράφει και ο ιερέας της αγγλικής πρεσβείας Ρ. Γουώλς (R. Walsh), ένας ανήσυχος και τολμηρός κληρικός. Βρισκόταν στην Πόλη από την αρχή του ξεσηκωμού και παρακολουθούσε από κοντά την τραγωδία των Ελλήνων, όχι ασφαλισμένος κατά τις ημέρες της τρομοκρατίας και του αίματος. Κατέγραφε συστηματικά όσα έβλεπε και ακουγε και, κατά την επιστροφή του στην Αγγλία, τύπωσε ένα χρονικό με τις εμπειρίες του στην Τουρκία κατά την περίοδο του ελληνικού ξεσηκωμού
[2]. Ο ιερέας συγκέντρωσε στοιχεία για συγκεκριμένα πρόσωπα γυναικών. Η αρπαγή και το εμπόριο των σκλάβων γίνονταν από Τούρκους της εσχάτης υποστάθμης, καϊξήδες, χαμάληδες και κάθε λογής κακοποιά στοιχεία, που ακολουθούσαν τις εκστρατείες ως εθελοντές με αποκλειστικό σκοπό τη λαφυραγωγία. Η μέθοδός τους ήταν η εξής: Σκότωναν τα αρσενικά μέλη της οικογένειας, αιχμαλώτιζαν τις γυναίκες και τα παιδιά και συγκέντρωναν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα του σπιτιού. Οδηγούσαν έπειτα τη λεία τους στο πιο κοντινό τελωνείο και εφοδιάζονταν με τεσκερέ, ειδικό πιστοποιητικό σκλαβωμού. Από κείνη τη στιγμή οι αιχμάλωτοι αποτελούσαν ιδιοκτησία των κατόχων του τεσκερέ και των απογόνων τους.

Μ’ αυτό τον τρόπο, γράφει ο Άγγλος κληρικός, εκδόθηκαν στη Χίο 41.000 τεσκερέδες ως την 1η Μαΐου 1822. Από τους σκλάβους 5.000 πουλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη
[3].

Οι αγοραπωλησίες γίνονταν συνήθως στο Αουρούτ Μπαζάρ, το Γυναικοπάζαρο. Ήταν ένα τετράγωνο κτίριο με ανοιχτή αυλή στη μέση. Γύρω – γύρω υπήρχαν εξέδρες – έκθεση με Αφρικανές σκλάβες. Οι λευκές και οι μεγαλύτερης αξίας γυναίκες βρίσκονταν σε κάμαρες με καφασωτά παράθυρα. Εκεί το παζάρι γινόταν με κάποια ευπρέπεια.

«Αλλά οι Χιώτισσες ήταν τόσο πολλές που τις πουλούσαν στις πλατείες και στους δρόμους. Ο πιο συνηθισμένος τόπος αυτού του ανθρωποεμπορίου ήταν το Μπαλούκ – Μπαζάρ, η Ψαραγορά.

Εκεί είδε ο Γουώλς, στις 15 Ιουνίου 1822, ένα σωρό κορίτσια δώδεκα ως δεκαπέντε χρόνων, να πουλιούνται «όπως τα ζώα στις αγγλικές αγορές». Πολλά ήταν μισόγυμνα. «Τρόμος και αγωνία ζωγραφίζονταν στα πρόσωπά τους. Ήταν το πιο σπαρακτικό θέαμα που είδα στη ζωή μου. Αδύνατο να το περιγράψω».

«Οι Τούρκοι τις μεταχειρίζονταν με την έσχατη καταφρόνηση. Τις εξέταζαν, τις πασπάτευαν, όπως οι χασάπηδες τα αρνιά, και τις αγόραζαν 100 γρόσια – τρεις λίρες – το κεφάλι. Κάπου πεντακόσιες Χιώτισσες πουλήθηκαν στην Ψαραγορά. Κι’ έβλεπες Τούρκους, άνδρες και γυναίκες, να γυρίζουν στα σπίτια τους με τα ψώνια της ημέρας, νεαρές χριστιανές σκλάβες».

Την άλλη μέρα στήθηκε σκλαβοπάζαρο στο Πέραν, στη συνοικία των ευρωπαϊκών πρεσβειών, πλάι στις φράγκικες εκκλησίες. Ήταν Κυριακή και οι Ευρωπαίοι, πηγαίνοντας να προσευχηθούν στους ναούς τους, περνούσαν ανάμεσα από τις σκλαβωμένες Χιώτισσες. «Τούτη τη φορά το εμπόριο των χριστιανών γινόταν μπροστά στις πόρτες των αντιπροσώπων των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, που θεωρούσαν έγκλημα ικανό να επισύρει την ποινή του θανάτου την αγορά ενός νέγρου ειδωλολάτρη στις αφρικανικές ακτές. Και τώρα έβλεπαν ένα σκλαβοπάζαρο μπροστά στις ίδιες τις πρεσβείες τους, έβλεπαν να αγοράζονται σαν ζώα ανθρώπινα πλάσματα της ίδιας θρησκείας, προικισμένα με τις ίδιες ιδιότητες, τις ίδιες αρετές και να καταδικάζονται διαβίου στην πιο εξευτελιστική δουλεία»
[4].

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. Β΄, s. 137-138, Αθήνα 1980.
[2] Narrative of a journey from Constantinople to England, London 1828.
[3] Η γαλλόφωνη εφημερίδα της Σμύρνης “Spectateur Oriental” έγραφε ότι σύμφωνα με τα βιβλία του τελωνείου της Χίου, στις 10 Μαΐου 1822 είχαν καταβληθεί δασμοί για 40.000 άτομα, κυρίως γυναικόπαιδα, που φορτώθηκαν για να πουληθούν στα μπεζεστένια της Ανατολής. Στις 15 Μαΐου τα γυναικόπαιδα που πουλήθηκαν ή αναζητούσαν αγοραστές ξεπερνούσαν τις 40.000. Η τιμή των σκλάβων είχε διαμορφωθεί γύρω στα 300 γρόσια (αρ. φ. 4).
[4] Οι γυναίκες αποτελούσαν πολύ σπάνιο είδος στη Χίο μετά την καταστροφή. Είχαν απομείνει μονάχα μερικές πανάσχημες και ηλικιωμένες που δεν προκαλούσαν ενδιαφέρον στους σφαγείς και δουλεμπόρους. Έγιναν όμως αργότερα περιζήτητες. Γράφει ο Φωτεινός: «Επανήρχοντο δε οι Χίοι εκ της μετοικεσίας εις την πατρίδα οι πολλοί δίχα γυναικών, αίτινες απέναντι των ανδρών ήσαν αναλόγως ολιγοσταί. Σπανίως δ’ έβλεπέ τις εν Χίω π΄ροσωπον ή νέαν γυναίκα, αι δε ούσαι ελογίζοντο τα απορρινίσματα των δουλαγωγών. Όθεν ούτως αγαθή τύχη ανέτειλε και δι’ αυτάς και άμα πάσαι παρήλικες και δυσειδείς υπανδρεύθησαν αμειφθείσαι υπό της θείας Προνοίας …» … «Επί δε της μετοικεσίας επανερχομένων άνευ γυναικών των πλειόνων, εν δε τη πατρίδι μη υπαρχουσών αναλόγως, ως αποθανουσών ή αιχμαλωτισθεισών, ήλθε η σειρά των ασχήμων και παρηλίκων». Και σε άλλο σημείο: «Επαισθητή δ’ εφαίνετο τότε μεταξύ των διασωθέντων η σπάνις των παίδων και των γυναικών. Οι γαρ πολέμιοι κατέλιπον και τινας ζώσας εν Χίω, αλλ’ εκ των ασχήμων και των γραιών. Ώστε τότε εξετιμήθησαν και αύται υπέρ αξίαν».

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Δίκαιο και Δικαιοσύνη

Αξίωση για ισότητα[1]

Η δικαιοσύνη είναι η αξίωση για ισότητα, για «ίσες ευκαιρίες» και ένα μερίδιο στα οφέλη της ζωής, τα οποία είναι συμβατά με τη συμβολή κάποιου. Σύμφωνα με τα λόγια του Thomas Jefferson, είναι «ίση και ακριβής...», βασισμένη σε κάποιο σεβασμό για την αρχή της ισοδυναμίας. Αυτός ο δίκαιος ή ισοδύναμος επιμερισμός της μεταχείρισης που έχει κάποιος – κοινωνικά, δικαστικά και υλικά- σε ανταπόδοση αυτών που δίνει έχει παραδοσιακά παρασταθεί με τη ζυγαριά ή την πλάστιγγα της Δικαιοσύνης, της ρωμαϊκής θεάς, την οποία κρατά στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο χέρι κρατά το σπαθί, και τα μάτια της καλύπτονται από ένα μαντίλι. Αν θεωρήσουμε όλα αυτά από κοινού, η εμφάνιση της Δικαιοσύνης μαρτυρεί την ποσοτικοποίηση μιας ισότητας η οποία κομματιάζεται και μοιράζεται στους δυο δίσκους της ζυγαριάς• μαρτυρεί τη δύναμη της βίας που στέκεται πίσω από την κρίση της με τη μορφή του σπαθιού (υπό συνθήκες «πολιτισμού» το σπαθί έμελλε να γίνει το ισοδύναμο του κράτους)• μαρτυρεί την «αντικειμενικότητα» των απόψεων της όπως αυτή εκφράζεται από το μαντίλι που της κλείνει τα μάτια.

Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε εδώ τις περίπλοκες συζητήσεις για τις περί δικαιοσύνης θεωρίες από τον Αριστοτέλη στον αρχαίο κόσμο ως τον John Rawls στη σύγχρονη εποχή. Εμπεριέχουν διερευνήσεις του φυσικού νόμου, του συμβολαίου, της αμοιβαιότητας και του εγωισμού – ζητήματα, δηλαδή, που δεν ενδιαφέρουν άμεσα την έρευνα μας. Όμως το μαντίλι που καλύπτει τα μάτια της Δικαιοσύνης και η ζυγαριά που κρατά στα χέρια της είναι σύμβολα μιας εξαιρετικά προβληματικής σχέσης, την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Μπροστά στη Δικαιοσύνη όλα τα ανθρώπινα όντα υποτίθεται ότι είναι «ίσα». Στέκονται «γυμνά» μπροστά στη Δικαιοσύνη, για να χρησιμοποιήσουμε μια κοινή έκφραση, αποστερημένα από κοινωνικά προνόμια, ειδικά δικαιώματα και κοινωνικές θέσεις. Η περίφημη «κραυγή για Δικαιοσύνη!» έχει μακρά και σύνθετη καταγωγή. Από τις πρώτες μέρες της συστηματικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης, οι άνθρωποι έδωσαν στη Δικαιοσύνη μια -τυφλή ή όχι- φωνή και την έκαναν φερέφωνο των καταπιεσμένων ενάντια στη χωρίς αισθήματα ανισότητα και τις παραβιάσεις της αρχής της ισοδυναμίας.

Αρχικά η Δικαιοσύνη αντιπαρατέθηκε ενάντια στον κανόνα των φυλών για εκδίκηση αίματος, στη χωρίς περίσκεψη ανταπόδοση του κακού που είχε γίνει στο σόι κάποιου. Ο περίφημος lex talionis – το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, ζωή αντί ζωής – εφαρμοζόταν αποκλειστικά για απώλειες που επιφέρονταν κατά των συγγενών κάποιου και όχι κατά των ανθρώπων εν γένει. Αυτή η αρχή ήταν τοπικιστική και περιορισμένη, όσο και αν φαινόταν ορθολογική η αξίωση για φυλετική ισότητα στην επιταγή της για ισοδυναμία στη μεταχείριση. Κανείς δεν υπερασπιζόταν τον ξένο που γινόταν αντικείμενο κακομεταχείρισης ή φονευόταν – εκτός από τους συγγενείς του σε μια μακρινή περιοχή. Από την άλλη πλευρά, η τιμωρία ήταν συχνά πολύ αυθαίρετη. Για εγκλήματα που υφίσταντο μόνο στα μάτια του κρίνοντος συνήθως απαιτούνταν περισσότερες από μία ζωές, με το απάνθρωπο αποτέλεσμα να συνεχίζονται για πολλές γενιές οι αιματηρές βεντέτες, στις οποίες μπλέκονταν ολόκληρες κοινότητες και άνθρωποι που ήταν ολοφάνερα αθώοι από παραβάσεις, οι οποίες είχαν από καιρό σβήσει από τη μνήμη των αντιμαχομένων.

Το νόημα της Ορέστειας του Αισχύλου, το οποίο είχε ευρύτατα συζητηθεί – πρόκειται για τη δραματική ελληνική τριλογία στην οποία εμφανίζεται η φυλετική εκδίκηση για το φόνο μιας μητέρας από το γιο της ως τιμωρία για το θάνατο του πατέρα του που αυτή προκάλεσε –, έχει πολλές και διαφορετικές θεματικές παραλλαγές. Ανάμεσα σ' αυτές σημαντική είναι η υψηλή αίσθηση αφοσίωσης ενός γιου (καθώς και μιας κόρης) έναντι της μητέρας του σε ένα σύστημα του επονομαζόμενου μητριαρχικού νόμου, στο οποίο μάλλον οι γυναίκες παρά οι άντρες σχημάτιζαν τους κοινωνικά αναγνωρισμένους δεσμούς συγγένειας και προγονικής καταγωγής. Όμως εξίσου σημαντική ως θεματική παραλλαγή και πιθανώς περισσότερο σημαντική για την κλασική Αθήνα, η οποία τιμούσε αυτή την τριλογία, ήταν η ανάγκη να εξαχθεί η δικαιοσύνη από τον αρχαϊκό κόσμο μιας τραχιάς, παράλογης εκδίκησης σε έναν τομέα ορθολογικής και αντικειμενικής ισότητας: το να γίνει η δικαιοσύνη «ίση και ακριβής».

… Στην περίοδο που ακολουθεί τη μετάβαση από τις φυλετικές κοινωνίες στις φεουδαλικές αριστοκρατίες και τις απόλυτες μοναρχίες, η κραυγή για δικαιοσύνη –στην ουσία για γραπτούς κώδικες νόμων οι οποίοι σαφώς διατύπωναν τις ποινές για τα εγκλήματα – έγινε το μείζον αίτημα των καταπιεσμένων. Η ισοδυναμία στη μορφή μιας «ίσης και ακριβούς» δικαιοσύνης αποκόπηκε σταδιακά από τις ταξικές προϊδεάσεις της, είτε επρόκειτο για τον εβραϊκό Δευτερονομικό Κώδικα είτε πάλι αφορούσε τον Σόλωνα στην Αθήνα. Ο ρωμαϊκός νόμος, η βάση για το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής νομολογίας, περιέπλεξε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα αρχικά λαϊκά οφέλη, αναγνωρίζοντας στο jus naturale και στο jus gentium ότι οι άντρες ήταν πραγματικά ίσοι από τη φύση, όσο και αν η φύση τούς είχε κάνει άνισους. Ακόμη και η δουλεία ως κινητή περιουσία αναγνωριζόταν ως ένα «συμβόλαιο» του τύπου που ένας δούλος, η ζωή του οποίου ενδέχεται να είχε διεκδικηθεί σε κάποια πολεμική επιχείρηση, διατηρούνταν στη ζωή αν έδινε το σώμα και την εργασία του ως τίμημα στο νικητή.

Εκείνο που είναι προβληματικό στην «ίση και ακριβή» δικαιοσύνη είναι, εν τούτοις, ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι από τη φύση τους, παρά την τυπική ισότητα που τους αποδίδεται σε μια «δίκαιη» κοινωνία. Μερικά άτομα είναι γεννημένα με σωματική δύναμη, ενώ άλλα είναι συγκριτικά ασθενέστερα. Και πάλι, άλλοι διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους στην υγεία, την ηλικία, τις αναπηρίες, το ταλέντο, την ευφυΐα και τα υλικά μέσα προς το ζην που διαθέτουν. Αυτές οι διαφορές είτε είναι τετριμμένες και ασήμαντες είτε είναι εξαιρετικά σημαντικές εξαιτίας των αξιώσεων που διατυπώνονται στη βάση τους στην καθημερινή ζωή.

Η ειρωνεία είναι ότι σ’ αυτή την περίπτωση η ιδέα της ποσότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί με λεπτό τρόπο προκειμένου να αντιμετωπιστούν εξαιρετικά άνισα οι άνθρωποι: τα ίδια βάρη τα επωμίζονται πολύ διαφορετικά άτομα που έχουν πολύ διαφορετικές δυνατότητες να τα αντιμετωπίζουν. Τα δικαιώματα που αποκτούν, όσο και αν είναι «ίσα και ακριβή», χάνουν κάθε νόημα για εκείνους που δεν μπορούν να τα ασκήσουν εξαιτίας των σωματικών ή υλικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν. Επομένως, η δικαιοσύνη γίνεται πολύ άνιση στην ουσία της, ακριβώς επειδή η εγκαθίδρυση της αναφέρεται στον τύπο.

[1] Μάρεϊ Μπούκτσιν, Ξαναφτιάχνοντας την κοινωνία, σελ. 138 κ.ε., Εξάντας 1993.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Διήγημα

ο Συνετός, ο γάτος του κι η άδεια του ζωή[1]

Όταν ο γάτος του κ. Συνετού ένοιωσε πως ήρθε η τελευταία του ώρα, επειδή είναι φυσικό στη ράτσα του να τελειώνη μ’ αξιοπρέπεια, κρύφτηκε σε μια τρύπα κι από τότε δεν τον ξαναείδαν. Ο κ. Συνετός δεν είχε δάκρυ να κλάψη το γάτο του. Το τελευταίο ( αυτό που χύνεται με τόση δυσκολία) το είχε δώσει αλλού. Από κει και πέρα, για ό,τι κακό θα τον εύρισκε, ένα μόνο μπορούσε να κάνη. Να τον συλλογιστή, να το μετρήση και να το κρίνη, σαν νάγινε σε ξένον. Λοιπόν, μαθαίνοντας απ’ τα παιδιά της γειτονιάς πως ο γάτος του ψόφησεν, έκαμε κάτι ανάλογο προς την αξιοπρέπεια του αγαπημένου του ζώου. Συλλογίστηκε για τελευταία φορά το γάτο του. Τον άφηκε να περπατήση μέσ’ στην ενθύμησή του μ’ όλα του τα μεγάλα μουστάκια και την καμπύλη της ουράς του κ’ έπειτα – αφού πολύν καιρό του έγινεν εφιάλτης η βελούδινη αφή της γούνας του και το ρουθούνισμά του – τον ξέχασε. Ναι, τον ξέγραψε τέλεια. Είχε πάρει την απόφασή του. Θα ξεχάση, είπε, τον τελευταίο που έχασε. Θα σβήση κι όλους τους άλλους ! Ο γάτος ήταν ο τελευταίος. Έτσι τελείωσεν η ιστορία της στοργής, των πόνων και των παθών του κ. Συνετού μ’ ένα οργισμένο κίνημα της λογικής του. Έμεινε μοναχός. Όση ζωή του μένει τώρα θάνει πλέον δική του.

- Από μια γουλιά νερό που θα πίνω στο εξής, είπε, δεν έχει να πάρη τίποτα κανένας !

Λοιπόν ο κ. Συνετός έβγαλε τα διαβατήριά του κ’ έτρεξε να χαρή το υπόλοιπο του εαυτού του στα «διεθνή έθνη», καθώς έλεγε, στους πολυτάραχους τόπους, όπου καθένας μπορεί και βρίσκεται μοναχός μέσα σε μυριάδες εαυτούς απολυτρωμένους. Τώρα κατάλαβε τους ταξιδιώτες εκείνους, που βουβαίνουνται στα τραίνα και στα πλοία, αποφασισμένοι να μη δώσουν στον άλλον ούτε λέξη, ούτε χαμόγελο, γιατί το βρίσκουν και τούτο φθορά της ατομικής των περιουσίας. Τώρα νοιώθει την ηδονή των ανιαρών εκείνων τύπων, που ταξιδεύουν και σφίγγουν μέσα των με φιλαργυρία τις λύπες και τις ασκήμιες, αρκεί πως είναι δικές των ! Αυτοί που ακινητούν στις πολυθρόνες των ξενοδοχείων, που γίνονται για το ύφος των αντιπαθητικοί και βρίζονται στις γλώσσες που δεν γνωρίζουν, τα σκιάχτρα των τραίνων και των βαποριών, προστατεύουν απλούστατα τον εαυτό τους από τον άλλον. Ο κ. Συνετός έγινε σε λίγο νούμερο των ξενοδοχείων της Ευρώπης. Με πόση ηδονή στο ταξίδι του ακούει τώρα να ονομάζεται απ’ τους καμαριέρηδες το «έντεκα», το «εικοσιτρία», το «ογδονταδύο» ! Θριαμβευτικά κλείδωνε την πόρτα του. Περήφανα σιωπούσε. Το ελαφρό κούνημα του κεφαλιού, που έκανε για να χαιρετήση, μπαίνοντας στη σάλα του φαγητού, το θεωρούσε θυσία. Ήταν ρήγμα στο κάστρο του ατόμου του. Στον ανύποπτο ξένο, που κάποτε του μιλούσε, απαντούσε με σχήμα ή με μονοσύλλαβα. Άλλο ρήγμα. Για τις μικρές αυτές υποχωρήσεις μετανοούσε κατόπιν και προσπαθούσε να τις διορθώση με μιαν ατέλειωτη σιωπή.

- Μη με κοιτάζεις, φίλε μου, έλεγε μέσα του απαντώντας στο βλέμμα των ανθρώπων. Δε θα μου πάρεις λέξη. Τίποτα δε μου περισσεύει για σένα. Αρκετά ! Αρκετά ! Είμαι ο εαυτός μου ! Είμαι το έντεκα ! Το εικοσιτρία ! Το ογδονταδύο !

Και τότε συλλογίστηκεν όλους, όσοι δεν τον άφησαν να ζήση τη ζωή του … Ήταν ατελείωτη σειρά ανθρώπων. Ήταν η γυναίκα του. Εσπατάλησε το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού του, για να τακροποιήση τις μικρές τις αδυναμίες, που του παρουσιάστηκαν με τεράστιες αξιώσεις, και να περιποιηθή τους ρευματισμούς της. Χώρισαν και δεν έμαθαν ποτέ γιατί είχαν ζήσει μαζί. Ήταν οι συγγενείς της γυναίκας του. Ήταν οι δικοί του συγγενείς. Ήταν οι φίλοι του. Ήταν οι περαστικές γνωριμίες του, που κι απ’ αυτές ακόμα μερικές – η τύχη του το είχε βέβαια – του πρόβαλαν αξιώσεις και του κόστισαν απίστευτες φροντίδες. Για να ξεκολλήση κι απ’ αυτές, αφήκεν ένα κομμάτι απ’ το πετσί του. Καθένας απ’ τους δικούς του, απ’ τους φίλους, απ’ τους γνώριμους είχε για τον κ. Συνετό τη διάψευσή του στην τσέπη. Άλλος τον πρόδωσε νωρίς, αλλός αργά. Επί τέλους ο γάτος του, αφού τον πρόδωσε κι αυτός – τί άλλο είναι ο θάνατος ; --, του έδωσε την ευκαιρία να κάμη το ιστορικό κίνημά του και να ζήση μοναχός του.

[1] Ζαχ. Παπαντωνίου, Διηγήματα, Ανακάλυψε την ψυχή του, σελ. 37-39, Εστία.
* στη μνήμη της γάτας μου της Ήρας _ Ι. Λ.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

όσο ένα τσιγάρο ...

διάλογοι … πάνω απ’ τις στάχτες[1]

Τον κακό του και τον ανάποδο. Εγώ, ρε βγάζω λεφτά, έχω εταιρεία καπνού με κέρδη, και αυτόν τον κύριο – το κ με μικρό γράμμα, επειδή είναι πολύ μικρός – θα τον πάω στη δικαιοσύνη, όπου και θα δώσει λόγο που μου κατηγορεί τη μάρκα. Ακούς να λέει ότι το τσιγάρο μου δεν προστατεύει την υγεία ; Εγώ έχω συμφέρον, οι ανταγωνιστικές μου εταιρείες παλεύουν για το δικό τους συμφέρον, εκείνος γιατί δεν βουλώνει ; Τί συμφέρον έχει ; Ρε, το τσιγάρο μου αλλάζει την ιστορία του καπνίσματος, σώθηκε η ανθρωπότης …

- Αχ, Αδαμάντιε ! Εσύ τα λες έτσι και βγάζεις πολλά, όπως και άλλες καπνοβιομηχανίες. Εσύ μπορείς να αγαπάς και τα δικαστήρια για να δείχνεσαι ότι αδικείσαι στη μάχη των εντυπώσεων και να κάνεις τζίρο στο δικό σου προϊόν. Αλλά για μένα αλλού είναι το πρόβλημα. Ότι όλες οι μάρκες, όπως και η δική σου, διαφημίζονται με γιγαντοαφίσες, οι οποίες κάτω, κάτω αναφέρουν την προειδοποίηση του Υπουργείου Υγείας ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία. Άρα δεν σου φταίει ο κύριος με το μικρό κ, αλλά το Υπουργείο που επιμένει ότι όλα ανεξαιρέτως τα τσιγάρα βλάπτουν. Μάλιστα μου κάνει εντύπωση και αυτό το Υπουργείο. Αφού διαπιστώνει ότι το κάπνισμα κάνει κακό, γιατί δεν απαγορεύει την πώληση του τσιγάρου στα περίπτερα ; Αφού βεβαιώνεται ότι όλοι οι καρκίνοι του λάρυγγα, όλοι χωρίς εξάιρεση, οφείλονται στο κάπνισμα, γιατί αφήνει τους υπαλλήλους και τον κόσμο να καπνίζουν μέσα στο ίδιο το Υπουργείο … ; τί είδους ασφάλιση είναι αυτή, όταν το ίδιο το Υπουργείο βλέπει τα νοσοκομεία του να γεμίζουν από αρρώστους με νοσήματα των πνευμόνων και της καρδιάς και αφήνει με αδιαφορία τους γιατρούς, τις νοσηλεύτριες και τους επισκέπτες να καπνίζουν πάνω από το κεφάλι του αρρώστου που πάσχει από πάθηση νικοτίνης ;Και εδώ το κακό φτάνει και σε μένα που δεν καπνίζω. Τα ταμεία, που πληρώνουν για όλους αυτούς τους άμυαλους, χρησιμοποιούν και λεφτά δικά μου. Κατάλαβες, Αδαμάντιε ; Πληρώνω εγώ τα σπασμένα που δεν καπνίζω … Και αυτά τα σπασμένα όλο και μεγαλώνουν. Πολλά παιδιά αρχίζουν το κάπνισμα, έχουνε μπει και οι γυναίκες στο χορό, και μερικές φορές αισθάνομαι ότι δουλεύω για τα δικά τους νοσήλια. Πέρα από τους γνωστούς θανάτους του Γεννηματά και της Μελίνας, και του άγνωστου στον κόσμο ξαδέλφου μου του Νώντα στα 50 του, που τους πλήρωσα τα μαλλιοκέφαλά μου σε νοσηλείες εδώ και στο εξωτερικό, είναι τόσοι και τόσοι άλλοι που δεν πεθαίνουν και μου καταβασανίζουν το πορτοφόλι. Έμφραγμα, νέο έμφραγμα, βροχικά, κορτιζόνες, πάλι δύσπνοιες, ακόμη και συσκευές οξυγόνωσης για το σπίτι. Βήχας, φλέματα, πνευμονίες …

- Αναλγησία κοινωνική, παρεμβαίνει ο Δημήτρης. Αναλγησία οικογενειακή και ατομική. Σου ανάβω το κόκκινο φως για να μην περάσεις τον δρόμο, αλλά σε αφήνω ελεύθερο να σκοτωθείς ή μάλλον σε ενισχύω με όλα αυτά τα περίπτερα που πωλούν καπνό να περάσεις, να μπεις στον δρόμο της αυτοκαταστροφής. Η αναλγησία φτάνει και στο σχολείο με τους «γνωστούς» χώρους των καπνιζόντων μαθητών και διδασκάλων. Ομαδική η παράκρουση ! Ακόμη και στους ναούς της παιδείας όπου πληρώνουμε για την υγεία του πνεύματος, του σώματος και της ψυχής των παιδιών. … Όμως ο δάσκαλος και ο γιατρός δεν κρύβονται. Και αγωνίζεται η κορούλα να τραβήξει την πρώτη «ρουφηξιά» καπνού, βήχει και ζαλίζεται, πάει να πέσει κάτω. Και, κρυμμένη και αποκαμωμένη, θυμάται το όνειρο και ένα δαίμονα να της φωνάζει: «Προσπάθησε πάλι, πρέπει να μπορέσεις …»

- Όχι και δαίμονα, δαιμονολογίες και για το κάπνισμα, διαμαρτύρεται ο πλούσιος της καπνοβιομηχανίας. Η Ελλάδα επιβίωσε από τις φυτείες του καπνού και το εμπόριό του. Σήμερα ζουν τόσοι άνθρωποι από τη νικοτίνη, και επιτέλους μια ημέρα όλοι τελειώνουμε ! Εγώ βέβαια με το νέο φίλτρο που έβγαλα κάνω αθώο το κάπνισμα και είμαι ήρεμος. Και θα χτυπήσω αλύπητα όποιον μου είναι εμπόδιο. Με το δικό μου το τσιγάρο φεύγει και ο βήχας …

Το αστείο είναι ότι σήμερα, … , αν προστατεύσεις τη δική σου ελευθερία και ζητήσεις το δικό σου καφενείο χωρίς καπνό, σε λένε ρατσιστή !

[1] Παύλος Τούτουζας, Περί καρδίης, σελ. 35 κ. ε., εκδόσεις Κάκτος 1998.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

πολιτική φιλοσοφία

η έννοια της Δίκης και της Δημοκρατίας[1]

Έχω την ιδέα πως η ακίνητη πέτρα που πάνω της ακουμπάει η δημοκρατία του Σόλωνα είναι η έννοια της Δίκης.

Τί είναι η στέρνα του νερού για το περιβόλι ; Και ο επιούσιος άρτος στο τραπέζι του δικαίου ; Και το δόρυ του Αλέξανδρου στη μάχη ; Τί είναι το αστραφτερό μάτι του γαμπρού για τον υμέναιο ;

Όλα αυτά είναι θεμελιώδη και κυρίαρχα, που πρωτολογούν και ορίζουν. Το ίδιο είναι και η ιδέα της δίκης για τη δημοκρατία του Σόλωνα.

Και πάρα πέρα η Δίκη είναι που έδωκε στη δημοκρατία του Σόλωνα το χρίσμα να γίνει το αρχέτυπο των πολιτευμάτων μέσα στο ξετύλιγμα της πολιτικής περιπέτειας του ανθρώπου.

Εάν οι διανοητές και οι επιστήμονες που γράψανε τα περισπούδαστα έργα για την ηθική και την πολιτική, από την Πολιτεία του Πλάτωνα ως την Ηθική του Σπινόζα και το Κεφάλαιο του Μαρξ, είχαν αγνοήσει το πλήθος των στοιχείων που ερεύνησαν, και δούλευαν μόνο την ιδέα της Δίκης, θα μας είχαν δώσει πολύ πιο φιλάνθρωπο, αδρό, και τελεσφόρο έργο για τη δίκαιη πολιτική μας συγκατοίκηση.

Γιατί όλα τα άλλα πολιτικά σημαίνοντα σε σύγκριση με την ιδέα της Δίκης επουσιώνονται, ξεθωριάζουν, απομαγνητίζονται, δευτεραγωνιστούν.

Η Δίκη, παρότι απεριχώρητη έννοια, είναι απλή. Όπως συμβαίνει με όλα τα θεμελιώδη του κόσμου.

Δίκη θα ειπεί να συμπεριφέρεται μετρημένα ο άνθρωπος στη σχέση του με τον εαυτό του, στη σχέση του με το συνάνθρωπο, και στη σχέση του με τα φαινόμενα και τις δράσεις του κόσμου. Η πράξη του να τον υψώνει σταθερά στο επίπεδο της φυσικής αληθινότητας.

Δίκη θα ειπεί να μη χαρίζεσαι ποτέ στον εαυτό σου μπροστά στο άδικο, στο ψέμα, στην αδυναμία, σ’ αυτό που το νομίζεις συφέρο σου. και όλες σου τις επιθυμίες να τις αφήνεις να ευδοκιμήσουν και να αυξηθούν όσο και το μπόι σου. Ούτε χιλιοστό περισσότερο.

Αν είναι να μάθουμε τα παιδιά μας αυτή τη Δίκη, τότε χαλάλι να κλείσουμε τα σχολεία. Να καταργήσουμε τα μαθήματα. Να κόψουμε τη γλώσσα στις μάνες, στους σοφούς, και στους δασκάλους. Που όλο μας ορμηνεύουν και όλο μας κανοναρχούν. Και να πιαστούμε να φυτέψουμε το δέντρο της στις απλωσιές της γης. Παντού.

Στην εποχή του Σόλωνα το λουλούδι που έδωκε στην πόλη του αυτό το φυτό ήταν ένας τρόπος ζωής δύσκολης, περήφανης, τρισεύγενης, και τραγικής. Η τραγωδία στο θέατρο γεννήθηκε στην Αθήνα επί Σόλωνος.

Και αντίστοιχα ο καρπός που έδωκε αυτό το φυτό, ο νόστιμος και ο στυλωτικός καρπός, ήταν η επόμενη μέρα της μάχης στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Τότε που η νίκη και η ιαχή της ζωής ανέβασαν τον άνθρωπο και την πόλη του στην κορυφή της φύσης. Τι θρίαμβος !

Και ακόμη αυτό. Επειδή η δυνατότητα του εχθρού μας γίνεται ο άριστος συνήγορος της αξίας μας, είναι χρήσιμο να θυμίσω πως στη μακριά μέρα της δημοκρατίας του Σόλωνα εκράτησε η τυραννίδα των Πεισιστρατιδών. Από τις δέκα το πρωΐ ως τις πέντε το απόγευμα την Αθήνα την κυβέρνησαν ηγεμόνες.

Ωστόσο αυτή η τυραννίδα, ετούτος ο χολεριασμένος γεωργιανός χωροφύλακας που είπε κάποτε για το Στάλιν ο Λένιν, είναι η ματρυρία και το δοκίμιο του θριάμβου της δημοκρατίας του Σόλωνα. Γιατί δεν κατάφερε να τη ζημιώσει. Δεν την επήρωσε σε χέρι, ή πόδι, ή μάτι.

Αντίθετα, η σκουριά του δεσποτισμού των Πεισιστρατιδών έδειξε άπεφθο το χρυσό της δημοκρατίας του Σόλωνα.

[1] Δ. Λιαντίνης, τα ελληνικά, σελ. 168-169, εκδόσεις Βιβλιογονία 1992.