Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Υπαρξισμός

Σόρεν Κίργκεγκωρ[1]
Το ημερολόγιο ενός διαφθορέα[2]

Η γυναίκα πάντοτε θ’ αποτελεί για μένα μια ανεξάντλητη πηγή υλικού για στοχασμό, μια αιώνια αφθονία πρόσφορη για παρατήρηση. Ο άνθρωπος που δε νοιώθει την παρόρμηση να μελετήσει τη γυναίκα μπορεί να είναι ό,τι θέλει. Ένα όμως δεν είναι σίγουρα, δεν είναι «Αισθησιακός». Η δόξα κι η ιερότητα της αισθητικής συνίσταται ακριβώς στο ότι έρχεται σε επαφή μόνο με το ωραίο: έτσι δεν έχει να κάνει παρά με τη φαντασία και με το ωραίο φύλο. Χαίρομαι κι η καρδιά μου αναγαλλιάζει, όταν σκέφτομαι ότι ο ήλιος της γυναικείας ομορφιάς διασκορπίζει στην ατελεύτητη πολυμορφία τις ακτίνες του και διαθλάται σε μια σύγχυση διαλέκτων, όπου η κάθε ξεχωριστή γυναίκα έχει το μερίδιό της από όλο τον πλούτο της θηλυκότητας, με τέτοιο τρόπο όμως που τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της συγκεντρώνονται αρμονικά γύρω απ’ αυτό το σημείο. Μ’ αυτή την έννοια η γυναικεία ομορφιά είναι σε άπειρα μόρια διανεμειμένη.

Αλλά το ξεχωριστό μερίδιο της ομορφιάς που έχει η κάθε γυναίκα πρέπει να ταιριάζει αρμονικά, αλλοιώς το αποτέλεσμα θα προκαλούσε σύγχυση, και θα φαινόταν σαν η Φύση να σκόπευε μ’ αυτή τη γυναίκα σε κάτι συγκεκριμένο, σε κάτι που δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί.

Τα μάτια μου δεν θα κουραστούν ποτέ να κοιτάζουν αυτή την περιφερειακή πολυμορφία, αυτές τις σκόρπιες λάμψεις της γυναικείας ομορφιάς. Το κάθε ξεχωριστό κομμάτι έχει το μερίδιό του κι είναι ωστόσο ολοκληρωμένο, ευτυχισμένο, χαρούμενο, ωραίο. Κάθε γυναίκα έχει το μερίδιό της: Το πρόσχαρο χαμόγελο, το πονηρό βλέμμα, τα γεμάτα ανέκφραστους πόθους μάτια, το συλλογισμένο ύφος, το τρελλό κέφι, την ήρεμη θλίψη, τη βαθειά προαίσθηση, τη σκιά της μελαγχολίας, τη γήϊνη νοσταλγία, τις ακατανόμαστες κινήσεις, τα φρύδια που γνέφουν, τα χείλια που ρωτούν, το γεμάτο μυστήριο μέτωπο, τις μαγευτικές μπούκλες, τα ματοτσίνορα που προδίδουν ματαιοδοξία, την ουράνια περηφάνεια, τη γήϊνη ταπεινοσύνη, την αγγελική αγνότητα, το κρυφό κοκκίνισμα, το ανάλαφρο βήμα, την αέρινη χάρη, τη νωχελική στάση, τον ονειρικό πόθο, τους ανεξήγητους στεναγμούς, τη λυγερή κορμοστασιά, το λεπτό περίγραμμα, τον πλούσιο κόρφο, τους καμπυλωτούς γοφούς, το μικρό πόδι, το λεπτοκαμωμένο χέρι. – Κάθε γυναίκα έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και καμιά δεν επαναλαμβάνει απλά την άλλη. Κι όταν πια τις έχω κοιτάξει ώρες ατέλειωτες, όταν έχω παρατηρήσει ξανά και ξανά όλη αυτή την πολύμορφη ποικιλία, όταν έχω χαμογελάσει, αναστενάξει, κολακέψει, απειλήσει, επιθυμήσει, προσελκύσει, γελάσει, κλάψει ελπίσει, φοβηθεί, κερδίσει και χάσει – τότε κλείνω τη βεντάλια μου και μαζεύω τα κομμάτια σε μια ενότητα, τα μέρη σ’ ένα όλο. Τότε η ψυχή μου αναγαλλιάζει, η καρδιά μου χτυπάει, το πάθος μου φλογίζεται. Αυτή η μια γυναίκα, η μοναδική μέσα σ’ ολόκληρο τον κόσμο, πρέπει να γίνει δική μου, πρέπει να την αποκτήσω. Ας κρατήσει για λογαριασμό του ο Θεός τον ουρανό του, αν μπορώ εγώ ν’ αποκτήσω εκείνη. Ξέρω πολύ καλά τί διαλέγω. είναι κάτι τόσο μεγάλο που κι ο ίδιος ο Παράδεισος θα χάσει από τούτη τη μοιρασιά, γιατί αν την πάρω, τί θα μείνει στον Παράδεισο; Οι πιστοί Μωαμεθανοί πολύ θ’ απογοητευθούν, όταν θ’ αγκαλιάζουν, στον Παράδεισό τους, αχνές αδύνατες σκιές. Γιατί ζεστές καρδιές δε θα βρούν απ’ τη στιγμή που όλη η θέρμη της καρδιάς έχει μαζευτεί στα στήθια της. Θα πέσουν σ’ απαρηγόρητη θλίψη όταν θα βρούν χλωμά χείλια, θαμπωμένα μάτια, άψυχα στήθη, χέρια χωρίς ζωή. Γιατί όλο το κοκκινάδι των χειλιών, η φλόγα των ματιών, το φούσκωμα του στήθους κι η υπόσχεση του χεριού, το προμήνυμα του στεναγμού, η σφραγίδα του φιλιού, το ρίγος της επαφής και το πάθος της αγκαλιάς – όλα αυτά τα έχει μαζεμένα εκείνη που χαρίζει στους άντρες πλούτο αρκετό για ολόκληρο τον κόσμο, στο χρόνο και στην αιωνιότητα.

Έτσι έχω σκεφτεί πολλές φορές το θέμα αυτό. Μα όταν φαντάζομαι έτσι τη γυναίκα ζεσταίνομαι γιατί τη φαντάζομαι θερμή. Αλλά παρ’ όλο που η θέρμη θεωρείται συνήθως καλό σημάδι, αυτό δεν σημαίνει πως ο συλλογισμός μου θα έχει την τύχη να χαρακτηριστεί με τα αξιοσέβαστο επίθετο «σωστός». Έτσι και ‘γω, για ν’ αλλάξουμε, κάπως θα προσπαθήσω τώρα που είμαι «άνευ θέρμης» να σκεφτώ τις γυναίκες ψυχρά. Θα προσπαθήσω να σκεφτώ τη γυναίκα με όρους της κατηγορίας της. Σε ποια κατηγορία πρέπει να την κατατάξουμε; Στην κατηγορία του Είναι για κάποιο Άλλο.

Η γυναίκα μοιράζεται την κατηγορία αυτή με τη Φύση και, σε γενικώτερες γραμμές με κάθε τι θηλυκό. Η Φύση σαν ολότητα υπάρχει μόνον για το άλλο. Όχι με την τελολογική έννοια, ότι δηλαδή το ένα μέρος της Φύσης υπάρχει για ένα άλλο, αλλά με την έννοια, ότι δηλαδή η φύση υπάρχει για ένα Άλλο – για το Πνεύμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα επιμέρους. Η ζωή του φυτού, για παράδειγμα, αναπτύσσεται με όλη την απλότητά του, τις κρυφές χάρες του, και Είναι μόνο για το Άλλο. Κατά τον ίδιο τρόπο το μυστήριο, το αίνιγμα, το μυστικό, ο φθόγγος δεν έχει Είναι παρά για το Άλλο. Κι έτσι εξηγείται το γιατί, όταν ο Θεός έπλασε την Εύα έκανε τον Αδάμ να κοιμηθεί βαθειά. Γιατί η γυναίκα είναι το όνειρο του άντρα. Η ιστορία αυτή μας διδάσκει και μ’ άλλο τρόπο το ότι η γυναίκα – το θήλυ αποτελεί Είναι για το Άλλο. Μας λέει συγκεκριμένα πως ο Θεός έπλασε την Εύα από ένα πλευρό που πήρε απ’ τον άντρα. Αν ο Θεός την είχε βγάλει απ’ τον εγκέφαλο του άντρα, η γυναίκα θα ήταν και πάλι είναι για το άλλο. Η πρόθεσή του όμως δεν είναι να την κάνει πλάσμα του μυαλού, μα κάτι πολύ διαφορετικό. Η γυναίκα έγινε σάρκα και αίμα, αυτό όμως την κατατάσσει στην κατηγορία της Φύσης, που σημαίνει ουσιαστικά Είναι για το Άλλο. Ξυπνάει πρώτη στο άγγιγμα του έρωτα. Πριν απ’ αυτή τη στιγμή ήταν ένα όνειρο, μα στην ονειρική ζωή της μπορούμε να διακρίνουμε δύο στάδια: στο πρώτο την ονειρεύεται ο έρωτας, στο δεύτερο εκείνη ονειρεύεται τον έρωτα.

Η γυναίκα – το Θήλυ χαρακτηρίζεται από την καθαρή παρθενικότητα σαν είναι για το Άλλο. Η παρθενικότητα είναι μορφή ύπαρξης που, στο βαθμό που αποτελεί είναι για τον εαυτό της, είναι στην πραγματικότητα μια Αφαίρεση και αποκαλύπτεται μόνο για το Άλλο. Τα ίδια χαρακτηριστικά αφορούν και την έννοια της γυναικείας αθωότητας. Eίναι επομένως δυνατό να πούμε πως η γυναίκα στην κατάσταση αυτή είναι αθέατη. Αυτή η μορφή του είναι, είναι αισθητικά ζηλότυπη με τον εαυτό της, όπως από ηθική άποψη είναι κι ο Θεός, και δε θέλει να υπάρχει οποιαδήποτε εικόνα της, ούτε έστω παράσταση του εαυτού της. Αυτή είναι ακριβώς η αντίφαση, το ότι το είναι που είναι για το Άλλο, δεν είναι, και γίνεται θεατή κατά κάποιο τρόπο, με τη μεσολάβηση ενός άλλου. Λογικά αυτή η αντίφαση είναι αναμενόμενη, κι όποιος ξέρει να σκέφτεται λογικά δεν θα εκπλαγεί, μα θα χαρεί. Όποιος όμως σκέφτεται παράλογα θα φαντάζεται πως ό,τι και να είναι ένα είναι για το Άλλο, τελικά είναι, με τη συγκεκριμένη έννοια που λέμε για κάποιο πράγμα: αυτό είναι κάτι για μένα.

Αυτό το είναι της γυναίκας περιγράφεται πολύ σωστά σαν γοητεία, μια έκφραση που θυμίζει φυτική ζωή. Είναι ένα λουλούδι όπως αρέσκονται να την ονομάζουν οι ποιητές. Ακόμη και το πνεύμα βρίσκεται μέσα της μ’ ένα τρόπο φυτικό. Είναι ολόκληρη υποδουλωμένη στη Φύση και μόνο αισθητικά είναι ελεύθερη. Με τη βαθύτερη έννοια πρωτοελευθερώνεται μέσα από τη σχέση της μ’ έναν άντρα, κι όταν ο άντρας την πολιορκεί με σωστό τρόπο, δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιλογή. Η γυναίκα διαλέγει, αυτό είναι αλήθεια, μα αν η διαλογή αυτή θεωρηθεί προϊόν μακρόχρονης σκέψης, τότε δεν είναι θηλυκή. Γι’ αυτό είναι ταπεινωτικό για τον άντρα να εισπράξει μιαν άρνηση, γιατί σημαίνει πως το άτομο αυτό αξιολόγησε πολύ ψηλά τον εαυτό του, πως επεθύμησε να ελευθερώσει κάποιο Άλλο χωρίς να έχει τη δύναμη. Υπάρχει μια βαθειά ειρωνία στην κατάσταση αυτή. Αυτός που είναι μόνο για το άλλο δείχνει φαινομενικά να υπερέχει: ο άντρας ζητεί σε γάμο, η γυναίκα διαλέγει. Η ίδια έννοια της γυναίκας απαιτεί να είναι η νικημένη. Η έννοια του άντρα απαιτεί να είναι ο νικητής. Κι ωστόσο ο νικητής υποκλίνεται μπροστά στο νικημένο. Κι όμως όλα αυτά είναι απολύτως φυσικά κι είναι χοντροκοπιά, ηλιθιότητα και έλλειψη ερωτικής ευαισθησίας να μην καταλαβαίνει κανείς αυτό που εκδηλώνεται μ’ αυτό τον τρόπο. Υπάρχει κι άλλη μια βαθύτερη αιτία. Η Γυναίκα – Θήλυ είναι Ουσία και ο Άντρας – Άρρεν Διάνοια. Έτσι η γυναίκα δεν εκλέγει ανεξάρτητα. Ο άντρας προτείνει, εκείνη διαλέγει. Η ερωτική πολιορκία του άντρα είναι ένα ερώτημα και η εκλογή της μόνο μια απάντηση σ’ ένα ερώτημα. Κατά μία έννοια ο άντρας είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη γυναίκα και κατά μιαν άλλη έννοια είναι κάτι αφάνταστα λιγότερο.

Αυτό το είναι για το Άλλο είναι πραγματική παρθενία. Αν κάνει προσπάθεια να γίνει είναι για τον εαυτό του, σε σχέση με το ένα άλλο είναι, που είναι «είναι» γι’ αυτό, τότε η αντίθεση εκδηλώνεται με μια απόλυτη σεμνοτυφία. Αυτή όμως η αντίθεση δείχνει ταυτόχρονα ότι το ουσιαστικό είναι της γυναίκας, είναι «είναι» για τον άλλον. Η διαμετρικά αντίθετη θέση με την απόλυτη αφοσίωση είναι η απόλυτη σεμνοτυφία, που κατά μια αντίστροφη έννοια είναι αθέατη, σαν την Αφαίρεση πάνω στην οποία συντρίβονται τα πάντα, χωρίς η ίδια η Αφαίρεση να ζωντανεύει. Η θηλυκότητα παίρνει έτσι το χαρακτήρα μιας αφηρημένης σκληρότητας, και γίνεται στην ακραία μορφή της μια δεικτικότητα της έμφυτης γυναικείας ευθραυστότητας.

Ποτέ ένας άντρας δεν είναι τόσο σκληρός, όσο μια γυναίκα. Συμβουλευτείτε τη μυθολογία, τις παραδόσεις, τα λαϊκά παραμύθια: θα δείτε πως επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή. Αν υπάρχει κάπου μια φυσική δύναμη αφάνταστα ανελέητη, θα είναι οπωσδήποτε θηλυκού γένους. Στα παραμύθια όλων των χωρών διαβάζει κανείς με φρίκη για τη νέα κοπέλλα που στέλνει όλους τους υποψήφιους συζύγους της σε απάνθρωπες αποστολές να χάνουν τη ζωή τους. Ένας Κυανοπώγων σκοτώνει όλες τις γυναίκες που γεύτηκε τον έρωτά τους την πρώτη νύχτα του γάμου μα δε βρίσκει την ευτυχία του σ’ αυτή τη σφαγή. Αντίθετα, η ευτυχία του έχει προηγηθεί, και σ’ αυτό έγκειται ο ρεαλισμός. Δεν είναι σκληρότητα για τη σκληρότητα. Ένας Δον Ζουάν τις διαφθείρει και φεύγει. Η ευχαρίστησή του όμως δεν είναι στη φυγή μα στην αποπλάνηση. Έτσι η σκληρότητά του δεν είναι αφηρημένη.

[1] Soren Kierkegaard [1813-1855]
[2] Βούλας Λαμπροπούλου, «Φιλοσοφία των Φύλων», σελ. 293 επ., Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1984.