Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Δίκαιο

Ο «ανδρισμός» της μεταμέλειας και η «άναδρη» ψυχρότητα

Ένα δεκαεξάχρονο παιδί αποτελεί για την κοινωνία ένα ξεχωριστό κοινωνικό αγαθό. Ξεχωριστό γιατί νομοτελειακά σε αυτό ανήκει το μέλλον και το μέλλον αποτελεί με τη σειρά του την ουσία της ύπαρξης της κοινωνίας. Επομένως, η ενδεχόμενη παραβατικότητα του εν λόγω παιδιού υπολογιζόμενη στο ζύγι του κοινωνικού συμφέροντος αποτιμάται ως ποσότητα αμελητέα, σε σχέση με το ουσιώδες. Διότι στην ουσία η κοινωνία υπό την υφιστάμενη μορφή της μπορεί να αποτελεί δημιούργημα των μεγαλυτέρων, ιδιοκτησιακά όμως ανήκει, ήδη, στις επερχόμενες γενιές, που σήμερα απλώς στερούνται το δικαίωμα της αυτεξούσιας διαχείρισης.

Όλοι κατανοούν πως όταν το νήμα που ενώνει το παρόν με το μέλλον κοπεί βιαίως η κοινωνία χάνει κάθε στήριγμα, ελπίδα και προοπτική. Χωρίς προοπτική μετατρέπεται εύκολα σε χαοτική και τότε έννοιες όπως ο πολιτισμός και το δίκαιο καθίστανται μετέωρες, δίχως αξία, νόημα και σημασία. Απ’ τη στιγμή όμως που το νήμα έχει κοπεί πώς άραγε θα ήταν δυνατόν να επανασυνδεθεί η κοινωνία με τη χαμένη ελπίδα, ώστε να έχει νόημα, τελικά, το αέναον της ύπαρξης του πολιτισμένου ανθρώπου ; Σε παρόμοιες περιπτώσεις οι προτεινόμενοι οδοί είναι δύο. Όμως μόνο η μία οδηγεί στην τελική λύση του προβλήματος.

Εγωισμός και Γενναιότητα είν’ τα ονόματά τους. Ή κρύβεσαι πίσω από το λάθος κι αρνείσαι πεισματικά κάθε παραδοχή ή αποδέχεσαι το σφάλμα, διερευνείς και θεραπεύεις αίτια και αιτιατά και λύνεις τον δεσμό που έπλεξε για σένα μια πράξη επιπόλαιη, μια έκρηξη θυμού, η ανωριμότητα ίσως, το γεγονός της σύγχυσης του λειτουργήματος που κλήθηκες ν’ ασκήσεις κι όμως το παραγνώρισες κι έγινες ταυτόχρονα κριτής και δήμιος μαζί κι εδίκασες σε θάνατο και μέλλον και ελπίδα, μια κοινωνία ολάκερη, που έφταιξε και στης καταστροφής τη δίνη θα πρέπει να πληρώσει. Φέρσου λοιπόν γενναία, νιώσε της μεταμέλειας τους χυμούς κι άσε και πείσμα και θυμό και άνανδρες αιτίες και απελευθερώσου, γιατί μόνο η αλήθεια έχει τη δύναμη αυτή. Πώς άλλωστε θα ‘χεις την απαίτηση δικαίωμα δικό σου να γίνουν δικαιώματα π’αρνήθηκες σε άλλους ; Κι ήτανε μόνο ένα παιδί.

Ιωάννης Α. Λιάκουρας

Ιδιαίτερες αξιόποινες πράξεις ανηλίκων[1]

Οι περισσότερες περιπτώσεις που εκδικάζονται από τα δικαστήρια ανηλίκων αφορούν κοινές αξιόποινες πράξεις, και μάλιστα τροχαίες παραβάσεις σε ποσοστό 65% και εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας σε ποσοστό 10%. Ωστόσο αυτή η κατηγορία πράξεων δεν δημιουργεί ερμηνευτικά ή άλλα ζητήματα. Το αντίθετο ισχύει για τη δεύτερη και την τρίτη κατηγορία πράξεων δηλαδή για τις ιδιαίτερες αξιόποινες πράξεις και για την «ηθική παρεκτροπή». Εδώ τίθεται κυρίως το θέμα της αναζήτησης της δικαιολογητικής βάσης για τη δημιουργία ιδιαίτερων – αξιόποινων ή μη – μορφών συμπεριφοράς, οι οποίες, όταν τελούνται από ανήλικα πρόσωπα, συνεπάγονται είτε την εισαγωγή σε ίδρυμα αγωγής ή την επιμέλεια της Υπηρεσίας Επιμελητών. Με άλλα λόγια, γεννάται το ερώτημα : «σε τί κοινωνικό σκοπό απέβλεπε ο νομοθέτης, όταν δημιούργησε τις ειδικές αυτές κατηγορίες συμπεριφοράς ;».

Καταρχήν τόσο οι ιδιαίτερες αξιόποινες πράξεις ανηλίκων όσο και η «ηθική παρεκτροπή» έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι συνεπάγονται κάποιες ενέργειες από την πλευρά της πολιτείας, επειδή αφορούν ανήλικα άτομα, και τα άτομα αυτά αποτελούν ένα ξεχωριστό κοινωνικό αγαθό. Το αγαθό αυτό λοιπόν πρέπει να προστατευτεί τόσο όταν οι ίδιοι οι ανήλικοι «αυτοκαταστρέφονται» δηλαδή στρέφονται εναντίον του κοινωνικού αυτού αγαθού με τις αξιόποινες πράξεις ή και με καταστάσεις που προηγούνται των αξιόποινων πράξεων, κινδυνεύοντας έτσι είτε να βλάψουν την υγεία τους, ή την ασφάλειά τους, είτε να μεταβληθούν στο μέλλον σε δράστες αξιόποινων πράξεων.

«Τυπική» ή «Ουσιαστική» Αλήθεια ;[2]

Εν αντιθέσει … προς την πολιτικήν δίκην, όπου, κατά το πλείστον, μόνον τα υπό των διαδίκων προσαχθέντα συγχωρείται όπως ληφθούν υπ’ όψιν, έστω και αν ούτω πως το δικαστήριον δεν αποκτά πρόσβασιν πατά προς μίαν «τυπικήν», όχι δε αναγκαίως και ουσιαστικήν αλήθειαν[3], εις τα ηπειρωτικά τουλάχιστον ευρωπαϊκά ποινικά δικονομικά δίκαια ισχύει η «αρχή της ζητήσεως της ουσιαστικής αλήθειας». Ακριβώς η σοβαρότης των ποινικών υποθέσεων, η βαρύνουσα σημασία των συμφερόντων, τα οποία τίθενται εδώ εν κινδύνω, απαγορεύουν την εξάρτησιν της δικανικής κρίσεως από την ποσότητα και την ποιότητα των υπό του εισαγγελέως και του κατηγορουμένου προσαγομένων στοιχείων – εν εναντία περιπτώσει οι τελευταίοι θα είχον εν τη πραγματικότητι εξουσίαν «διαθέσεως» της δίκης. … Αυτοτελώς, επομένως, και αδεσμεύτως δύναται ο ποινικός δικαστής να αναζητήση τα φέροντα προς την ουσιαστικήν αλήθειαν στοιχεία, μάλιστα δε και υποχρεούνται προς τούτο. Probatio fit non solum iudici, sed etiam per iudicem.

In dubio pro reo και «τεκμήριον αθωότητος»[4]

Τί δέον γενέσθαι εν περιπτώσει καθ’ ην το δικαστήριον δεν κατέστη δυνατόν να σχηματίση δικανικήν πεποίθησιν ούτε περί της ενοχής, αλλ’ ούτε περί της αθωότητος του κατηγορουμένου ;

Κάποτε, ο προιών εξανθρωπισμός των ηθών έφερε μεθ’ εαυτού την κατάργησιν των βασάνων. Αλλ’ ενώ αι βάσανοι απήλθον αι «νομικαί αποδείξεις» παρέμειναν, τούτο δε έσχεν ως αποτέλεσμα να περιέλθουν τα ποινικά δικαστήρια εις αδιέξοδον. Πλήρης απόδειξις μόνον κατ’ εξαίρεσιν ήτο πλέον δυνατή. Διότι, βεβαίως, πολύ λίγα εφκλήματα τελούνται παρουσία δύο «αξιόπιστων» μαρτύρων, έτι δ’ ολιγώτεροι κατηγορούμενοι ομολογούν αυτοβούλως την τέλεσιν του εγκλήματος.

Όπως έλεγε ο ρωμαίος αυτοκράτωρ Τραϊανός εν τινι rescriptum αυτού : Satius enim esse impunitum relinqui facinus nocentis quam innocentem damnari, προτιμώτερον είναι να φεθή ατιμώτητος η πράξις του ενόχου παρά να καταδικασθή εις αθώος. Διότι και εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν καταλείπεται ατιμώτητον εν έγκλημα, με την ουσιώδη διαφοράν, ότι τούτο δεν είναι πλέον έγκλημα απλού τινός πολίτου, αλλ’ αυτής ταύτης της Πολιτείας. Μόνη λοιπόν αληθής λύσις του σημειωθέντος, ιστορικώς ανακύψαντος διλήμματος ήτο : Κατάργησις των «νομικών αποδείξεων», κατάλυσις με άλλας λέξεις της πλησμονής των περιπτώσεων τεχνητώς ανυπερβλήτου αμφιβολίας, και αναγνώρισις εν συνεχεία απ’ άκρου εις άκρον της αρχής : εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου, in dubio pro reo. Τούτο ακριβώς έπραξε το δίκαιον της γαλλικής επαναστάσεως,εισαγαγόν το σύστημα της «ηθικής αποδείξεως», παραπλέυρως δ’ αυτού το «τεκμήριον αθωότητος του κατηγορουμένου».

«Σκοπιμότης» ή «Νομιμότης» της κατηγορίας ;[5]

Παν μονοπώλιον δημιουργεί κινδύνους καταχρήσεων. Του κανόνος τούτου δεν αποτελεί εξαίρεσιν ούτε το «μονοπώλιον της κατηγορίας», του οποίου απολαύει η εισαγγελική αρχή. Εάν ο εισαγγελεύς είχε την διακριτικήν ευχέρειαν να εκτιμά εκάστοτε, κατά πόσον είναι ή όχι «σκόπιμος» η ενάσκησις της ποινικής διώξεως εφ’ ωρισμένω εγκλήματι εν όψει των παντοειδών συνεπειών, ας δύναται να έχη αύτη, το αποτέλεσμα θα ήτο, ενδεχομένως, αφόρητος ανισότης και ανασφάλεια, όλως ασυμβίβαστοι και προς το αναγκαίον της ποινικής καταστολής, αλλά και προς την βαρύτητα των αποτελεσμάτων, έτινα συνεπάγεται η δημιουργία της ποινικής δίκης. Ανθρώπιναι αδυναμίαι, δελέατα παντός είδους, πολιτικαί επιρροαί ή πιέσεις συνιστούν παράγοντας της ανθρωπίνης δράσεως, εις ους οι πάντες ενδέχεται να υπόκεινται, περιλαμβανομένων και των εισαγγελικών λειτουργών. Διά τον λόγον τούτον σήμερον δεν γίνεται κατά το πλείστον δεκτή η «αρχή της σκοπιμότητος» εν τη κινήσει της ποινικής διώξεως, αλλ’ η αντίθετος αυτής «αρχή της νομιμότητος»[6]

Η εμπέδωσις της ειρηνικής εννόμου τάξεως[7]

… Πέραν της καταπολεήσεως του εγκλήματος και της διασφαλίσεως των ατομικών ελευθεριών των πολιτών και μια άλλη αξία ακεί σημαντικήν επιρροήν εν τη ποινική δίκη, συμβάλλουσα εις την διαμόρφωσιν και απόληξιν αυτής : η κοινωνική ειρήνη. Η πραγμάτωσις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου αποκλείεται να επιδιωχθή διά μιας ατερμόνως παρατεινομένης διαδικασίας. Η τελευταία αύτη οφείλει να περατωθή οριστικώς, ευθύς ως εξιχθή μέχρι μιας αποφάσεως, δι’ ης αποκαθίσταται η εκ του εγκλήματος τρωθείσα κοινωνική ειρήνη, εν όψει δηλαδή της οποίας το κοινωνικόν σύνολον δύναται πλέον να εφησυχάση. Παράτασις της δίκης πέρα του σημείου τούτου επάγεται απαράδεκτον τεχνητήν συντήρησιν της κοινωνικής αναταραχής.

[1] Σπινέλλη – Τρωϊάνου, «Δίκαιο Ανηλίκων», τμ. Ι, 2.3.2, σ. 60-61, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1992.
[2] Νικολάου Ανδρουλιδάκη, «Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης», σ. 155-156, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1972
[3] κανόνας που αναφέρεται όχι πλέον εις το αντικείμενον της δίκης, αλλ’ εις το υλικόν, εις τον προσδιορισμόν δηλαδή των αποδεικτικών στοιχείων, εφ’ ων δύναται ο δικαστής να στηρίξη την απόφασίν του.
[4] Νικολάου Ανδρουλιδάκη, «Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης», σ. 179 επ., εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1972
[5] Νικολάου Ανδρουλάκη, «Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης», σ. 57-58, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1972
[6] Legalitaetsprinzip, legalite des poursuites.
[7] Νικολάου Ανδρουλιδάκη, «Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης», σ. 35-36, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1972