Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Παραμύθι

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

Ήταν Δεκέμβριος, η τελευταία ημέρα του χρόνου. Χιόνιζε ασταμάτητα και η μεγάλη πόλη είχε σκεπαστεί με ένα κατάλευκο πέπλο, ενώ το σούρουπο έπεφτε μουντό. Στους χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι με φανταχτερά πακέτα και δώρα. Μα κανείς δεν έδινε σημασία στο κοριτσάκι με τα σπίρτα! Άδικα η μικρή ορφανή διαλαλούσε τη φτωχική πραμάτεια της και σίμωνε δειλά τους περαστικούς, ζητώντας με σβησμένη φωνή να αγοράσουν ένα κουτί σπίρτα. Άδικα ψιθύριζε αχνά πως δεν ζητιάνευε, πως πουλούσε σπίρτα για να ζήσει, αφού δεν είχε κανένα στον κόσμο. Δεν είχαν ώρα για μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε και όλοι βιάζονταν να επιστρέψουν στα ζεστά τους σπίτια, στην οικογενειακή θαλπωρή, στο γιορτινό τραπέζι με τις χίλιες λιχουδιές, στο καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Οι διαβάτες, τυλιγμένοι στα ζεστά πανωφόρια τους, με τα μάλλινα καπέλα κατεβασμένα ως τα αυτια και τις εσάρπες γύρω από το λαιμό, έτρεχαν κρατώντας πακέτα στα γαντοφορεμένα τους χέρια, ενώ η ζεστή ανάσα τους άχνιζε στον παγωμένο αγέρα. Οι καρότσες περνούσαν βιαστικά και οι ρόδες τους άφηναν βαθιές αυλακιές στο χιονισμένο δρόμο. Τα άλογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικά πάνω στο λιθόστρωτο και τα πέταλά τους τίναζαν λάσπη και μισολειωμένο χιόνι.
Ξαφνικά, μια άμαξα πέρασε τόσο γρήγορα που η μικρούλα μόλις που πρόλαβε να τραβηχτεί στην άκρη του δρόμου. Και όπως η παιδούλα γλιστρούσε στο χιόνι, το ένα της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα μακριά, ενώ τα σπίρτα ξέφυγαν από την ποδιά της και σκορπίστηκαν δεξιά και αριστερά στον υγρό δρόμο.
Το κοριτσάκι γονάτισε στο χιόνι και άρχισε να μαζεύει ένα-ένα τα μουσκεμένα σπίρτα. Αυτά ήταν 'ολο το βιος και όλος ο κόσμος της. Γονείς, σπίτι, οίκογένεια δεν ήταν παρά μία μακρινή ανάμνηση για τη φτωχή ορφανή. Μόνη της περιουσία, τα νοτισμένα από το χιόνι ξυλάκια, τα μουσκεμένα σπίρτα.
Τρέμοντας από το κρύο μέσα στα φθαρμένα ρουχαλάκια της, με τα ποδαράκια γυμνά μέσα στο χιόνι, η μικρούλα μάζευε με τα ξυλιασμένα από το κρύο χεράκια ένα-ένα τα σπίρτα και τα ξανάχωνε προσεκτικά στον κόρφο της. Το χιόνι έπεφτε πυκνό πάνω στα απαλά μαλλάκια, βρέχοντας τις πυρόξανθες μπούκλες που κολλούσαν στο ωχρό προσωπάκι της.
Και όπως μάζευε βιαστικά τα σπίρτα, ένα αγόρι κουκουλωμένο ζεστά, πέρασε σιμά, είδε το ξύλινο τσόκαρο, έσκυψε, το πήρε και έφυγε γοργά, πριν η μικρούλα προλάβει να μιλήσει.
Αναστενάζοντας απογοητευμένη, η μικρούλα με τα σπίρτα ανασηκώθηκε και ξαναπήρε τη στράτα, σέρνοντας βαριά τα βήματά της. Ένιωθε πια βασανιστικό το κρύο, την κούραση, την πείνα, μα δεν ειχε πουλήσει ούτε ένα κουτί σπίρτα από το πρωί. Πώς να γυρίσει νηστική, χωρίς ούτε ένα ξεροκόμματο, πίσω στην παγωμένη τρώγλη;
Αλλά πάλι, ποιός θα αγόραζε σπίρτα τη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς; Όλοι είχαν τα πάντα περισσά. Οι δρόμοι είχαν τώρα ερημώσει. Από τις σφαλιστές εξώθυρες ακούγονταν κάλαντα, τραγούδια και γέλια και πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τα στολισμένα δέντρα.
Το κοριτσάκι προχώρησε στη γωνιά του δρόμου καί, μαγεμένη λές, κοντοστάθηκε κάτω από τον αναμμένο φανοστάτη. Από το παράθυρο κάποιου σπιτιού έβλεπε ένα δωμάτιο με χριστουγεννιάτικες γιρλάντες και στολίδια και μία τρυφερή μανούλα να ταΐζει με στοργή και απέραντη αγάπη την κορούλα της.
Τα ματάκια της βούρκωσαν. Αποκαμωμένη και μελαγχολικη κούρνιασε στο πλατύσκαλο της βαριάς πόρτας, που τη στόλιζαν στεφάνια και γιρλάντες από γκι και ου. Τότε κοντοζύγωσε δειλά ένα αδέσποτο σκυλάκι. Η καρδιά της μικρής σπάραξε. Δεν είχε τίποτε να το φιλέψει, ούτε μία μπουκιά φαγητό να μοιραστεί μαζί του. Μόνο χάδια μπορούσε να του δώσει και λόγια παρηγοριάς. Η ώρα περνούσε και το κρύο γινόταν Όλο και πιο διαπεραστικό. Κανείς δεν θα αγόραζε πια σπίρτα. Αν άναβε ένα, ένα μονάχα, για να ζεστάνει στη φλογίτσα του τα ξυλιασμένα δάχτυλά της;
Καθώς άναψε το σπίρτο, με τα μάτια της φαντασίας της η μικρούλα είδε μες στη λάμψη του, μια εικόνα γεμάτη ομορφιά, ζεστασιά τρυφερότητα και ευτυχία.
Καταμεσις του δρόμου, λέει, ανάμεσα στα ψηλα σπίτια με τις χιονισμένες στέγες και τις καμινάδες που καπνίζουν, έστεκε ζεστή και πυρακτωμένη μία αναμμένη σόμπα από μαύρο μαντέμι. Οι φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες και πελώριες μέσα από τη μισάνοιχτη πορτούλα και μία τσαγιέρα με ευωδιαστό τσάι άχνιζε στη φωτιά, ενώ μία τρυφερή γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στο μαλακό χαλάκι. Ύστερα η φλόγα του σπίρτου τρεμόπαιξε κι έσβησε. Η μικρούλα δεν δίστασε διόλου. Πήρε ένα δεύτερο σπίρτο, το έτριψε με δύναμη και στα μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε ένα πλούσια στρωμένο γιορτινό τραπέζι. Πάνω στο φρεσκοσιδερωμένο κεντητό λινό τραπεζομάντηλο, η ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα ευωδίαζε στην πιατέλα, η σούπα άχνιζε στη σουπιέρα και τα αφράτα ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο και μυρωδικά.
Στο φως του φανοστάτη του γκαζιού οι κούπες με τα γλυκίσματα γίνονταν ακόμα πιο λαχταριστές, ενώ κάπου από το βάθος έφθανε λιγωτική η ευωδιά από τα τσουρέκια. Ώσπου η φλογίτσα έσβησε ήρεμα και το ξυλάκι στο παγωμένο χέρι της μικρούλας απέμεινε μαύρο, καρβουνιασμένο.
Χωρίς χρονοτριβή, το κοριτσάκι πήρε ένα ακόμα σπίρτο και το αναψε με λαχτάρα. Και η μαγική του φλόγα φώτισε για λίγο άλλη μια οπτασία. Στην έρημη πλατεία της πόλης υψώθηκε ξαφνικά ένα τεράστιο καταπράσινο και φουντωτό έλατο. Απάνω στα κλωνιά του αστραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια και στο φως τους οι βελόνες του δέντρου έλαμπαν. Γιρλάντες απλώνονταν με χάρη στα κλαριά και χρωματιστές μπαλίτσες ιρίδιζαν στο μισόφωτο. Εδώ κι εκεί μικρά δωράκια, τυλιγμένα σε γυαλιστερό χριστουγεννιάτικο χαρτί, περίμεναν να απλώσεις το χέρι και να τα πάρεις... Μα σαν έσβησε το σπίρτο, χάθηκε μονομιάς όλη τούτη η ομορφιά.
Το κοριτσάκι δεν άντεξε. Πήρε όλα τα σπίρτα από την ποδιά της και ένα ένα αρχισε να τα ανάβει. Τότε, τα αναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν από τα παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στο νυχτερινό αγέρα και άρχισαν να διαγράφουν μικρές φωτεινές τροχιές, που σπίθιζαν σαν πυροτεχνήματα ή σαν αναρίθμητα αστεράκια στην ουρα ενός τεράστιου κομήτη. Και σε λίγο ο κομήτης ήρθε και καρφώθηκε στο βελούδινο ουρανό, πελώριος, ολόφωτος, εκτυφλωτικός... "Κάποιος πεθαίνει," σιγομουρμούρησε το κοριτσάκι. Όπως έλεγε η αγαπημένη της γιαγιά: "Όταν πέφτει ένα αστέρι, μια καρδιά σταματάει να χτυπάει!"
Ωσπου το πελώριο αστέρι σιγα-σιγα μεταμορφώθηκε. Το εκτυφλωτικό φως του γέμισε σκιές που πήραν σχήμα και μορφή και ξαφνικά ο κομήτης άλλαξε όψη και έγινε μία γριούλα με τρυφερό πρόσωπο και ζεστό χαμόγελο, με γελαστά μάτια και μία ορθάνοιχτη στοργική αγκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε εκστατική η μικρούλα, αναγνωρίζοντας τη σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκιά γιαγιούλα! Εσύ είσαι, που μου έψηνες πίτες και χίλιες άλλες λιχουδιές, που μου σιγοτραγουδούσες νανουρίσματα και με κοίμιζες με παραμύθια για νεράιδες και ξωτικά, που με σκέπαζες στοργικά κι έγιανες το λαβωμένο γόνατό μου! Μη με αφήσεις μόνη άλλο πιά. Πάρε με κοντά σου!».
Και η γιαγιά, σαν όλες τις γιαγιάδες του κόσμου, άνοιξε τη ζεστή αγκαλιά της κι έκλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη εγγόνα της. Και όπως τη γλυκοφιλούσε, την πήρε και πέταξαν ψηλά στα ουράνια, πάνω από τα σπίτια και τα δέντρα.

Σαν ξημέρωσε η Πρωτοχρονιά, οι περαστικοί είδαν απορημένοι μία γλυκιά φτωχοντυμένη παιδούλα να κοιμάται γαλήνια στο πλατύσκαλο ενός σπιτιού απάνω στο χιόνι, τριγυρισμένη από αναρίθμητα καμένα σπίρτα. "Καημενούλα!", είπε ένας περαστικός. "Προσπαθούσε να ζεσταθεί!". Όμως εκείνη τη στιγμή, η μικρούλα βρισκόταν ήδη πολύ μακριά, κάπου όπου δεν υπάρχει κρύο, πείνα και πόνος.
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, το συγκλονιστικό αυτό δημιούργημα του μεγάλου Σκανδιναβού παραμυθογράφου Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, αντικατοπτρίζει την ψυχρή και ταυτόχρονα σκληρή πραγματικότητα ενός παρελθόντος, τόσο όμοιου, τόσο εκπληκτικά πανομοιότυπου με το παρόν. Στο κοριτσάκι με τα σπίρτα, ο Άντερσεν, δεν δραματοποιεί απλώς μια πραγματικότητα, ούτε πολύ περισσότερο κατασκευάζει λογοτεχνικά φανταστικές εικόνες, αναντίστοιχες με τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής του, αλλά επιχειρεί να ξυπνήσει τις αποχαυνωμένες συνειδήσεις, τις εγκλωβισμένες στον προσωπικό εγωκεντρισμό, την αυταρέσκεια και την αδιαφορία. Οι άνθρωποι συνηθίζουμε να ατενίζουμε τον κόσμο μέσα από ένα εντελώς υποκειμενικό πρίσμα, ίσως επειδή έτσι μας βολεύει, ίσως επειδή δικαιολογούμε ευκολότερα τις πράξεις και τις παραλήψεις μας, όταν καμωνόμαστε πως αγνοούμε την μία όψη της πραγματικότητας, αυτή που κατά τεκμήριο χαλά την τάξη και την ασφάλεια, που με νοητικές και μόνο διαδικασίες υψώνουμε σαν τείχος απροσπέλαστο τριγύρω μας. Αν όμως ποτέ κοιτάξουμε πάνω και πέρα από αυτό το τείχος θα αντικρίσουμε, έκπληκτοι, την άλλη πλευρά της ζωής, αυτήν που θέλουμε να ξεχνάμε πως υπάρχει, επειδή κάτι τέτοιο θα μας γέμιζε ενοχές. Εγωισμός και υποκρισία μαζί. Γιατί όταν κάποιο ή κάποια μέλη της κοινωνίας των ανθρώπων δεν τα καταφέρνουν στον ανταγωνιστικό μας κόσμο, τότε έχει αποτύχει η ίδια η κοινωνία κι εμείς μαζί της και αυτό μας ενοχλεί. Έτσι προτιμούμε να σκληραίνουμε την στάση μας απέναντι σε ό,τι χαλά την εικονική μας πραγματικότητα και ταυτόχρονα πετρώνουμε και την ψυχή μας την ίδια. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα υπήρξε, υπάρχει και, δυστυχώς, θα εξακολουθήσει να υπάρχει και στο μέλλον. Όταν βρεθείς μπροστά σε κάποιον συνάνθρωπό σου που σού ζητά βοήθεια μην γεμίζεις καχυποψία την καρδιά σου. Εάν μπορείς βοήθησέ τον … Κάν' το για σένα. Φτωχό μου κοριτσάκι με τα σπίρτα ... συγγνώμη !


Καλά Χριστούγεννα

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

χριστουγεννιάτικα έθιμα

Η φωτιά τη νύχτα των Χριστουγέννων[1]

Σεβασμός και κατάνυξη συνοδεύουν μερικές συνήθειες που ο ελληνικός λαός αιώνες πολλούς τις επαναλαμβάνει γύρω από τη φωτιά του σπιτιού του κάθε παραμονή Χριστουγέννων. Είναι φροντίδες με βάση να αναφτή μια εξαιρετική φωτιά και άσβηστη να καίη ολόκληρη τη νύχτα. Η εύκολη και πρόχειρη ερμηνεία ότι όλες αυτές οι φροντίδες γίνονται γιατί είναι χειμώνας, γιατί έξω είναι παγωνιά και γιατί ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τη φωτιά, είναι ερμηνεία που θέλει να στηριχτή μονάχα στη λογική, για τούτο και χάνει την επαφή της με το γνήσιο θρησκευτικό συναίσθημα του λαού. Αν ήταν έτσι, ίδιες φροντίδες για τη φωτιά θα έπρεπε να γίνωνται σ’ όλο το διάστημα της βαρυχειμωνιάς. Μια γενική δικαιολογία, που τη συνηθίζουν οι ίδιοι οι χωρικοί, γι’ αυτή την πράξη τους, είναι πολύ διαφωτιστική και μας συνδέει άμεσα με το συναίσθημα τούτο : «Σαν απόψε η κυρά μας η Παναγιά θα γεννήση τον αφέντη Χριστό. Ανάβουμε τη φωτιά για να ζεσταθούνε μάννα και παιδί.»

Αυτόν το λατρευτικό χαρακτήρα της Χριστουγεννιάτικής φωτιάς αξίζει να τον παρακολουθήσουμε και να ιδούμε μερικές από τις ιδιορρυθμίες του.

Αν μπούμε σε πολλά σπίτια των χωριών μας, παραμονή Χριστουγένννων αργά τη νύχτα, θα ιδούμε όλους τους ανθρώπους του σπιτιού να έχουν από νωρίς κοιμηθή, γιατί και νωρίς θα σηκωθούν για την εκκλησία. Υπάρχει όμως και κάποιος που αγρυπνεί. Είναι η φωτιά στο τζάκι. Είναι «το ακοίμητον πυρ» της οικογενειακής εστίας, που στέκει σαν άγρυπνος φύλακας του σπιτιού. Θα μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το μεγάλο καλοδιαλεγμένο κούτσουρο, που έχει αρχίσει να καίη απόψε στη φωτιά. Μια φορά κάθε χρόνο το τζάκι του σπιτιού έχει την εξαιρετική τιμή να υποδέχεται τέτοιο θαυμάσιο κούτσουρο, ξερό, ίσιο, χοντρό, μεγάλο. Ο νοικοκύρης βδομάδες τώρα, απ’ όλους τους κορμούς που το καλοκαίρι έκοψε στο δάσος, έχει ξεδιαλέξει και φυλάξει το κούτσουρο για την αποψινή βραδυά. Όμοια όπως αργότερα από λίγες μέρες θα φροντίση να διαλέξη από πριν το αρνί για το γλέντι της Λαμπρής. Ιερό όνομα δίνει και στα δύο, και στο αρνί της Λαμπρής και στο ταπεινό κούτσουρο της Χριστουγεννιάτικης φωτιάς. Στο πρώτο θα δώση το όνομα «ο Λαμπριάτης», το δεύτερο θα ονομαστή «το Χριστόξυλο».

Τη νύχτα τούτη δε γεννιέται μόνο ο Σωτήρας του κόσμου. Αρχίζει μαζί και το Δωδεκαήμερο. Μυριάδες μικροί δαίμονες, ενοχλητικοί, φιλοπερίεργοι και αστείοι, έχουν σαν πλημμύρα ξεχυθή σ’ ολόκληρο τον απάνω κόσμο. Μας έρχονται κάθε χρόνο σαν τέτοιες μέρες. Μας έρχονται κάτω από τη γη, και επιστημονικά έχουν σχέση με τους αρχαίους χθόνιους δαίμονες και τους νεκρούς, όπως το έχουν αποδείξει λαογραφικές έρευνες των τελευταίων χρόνων. Το όνομά τους, το κυριώτερο από τα πολλά που έχουν, είναι Καλικάντζαροι, αλλά λέγονται και Λυκοκάντζαροι, και Παγανοί, και Μνημοράτοι ακόμη, γιατί βγαίνουν από μνήματα, τα μνημούρια. Ολοχρονίς ο σκοπός τους είναι να κόψουν το μεγάλο στύλο που κρατάει τη γη, για να γελάσουν όταν θα μας ιδούν να γκρεμιζόμαστε μαζί με ολόκληρο το σύμπαν. Μην περιμένεις λοιπόν να ιδής προκοπή από τούτα τα δαιμόνια.

Τώρα η χαρά τους είναι να μπαίνουν από τις καμινάδες και να κάνουν άνω-κάτω όλα τα πράγματα του νοικοκυριού, σκορπίζοντας παντού την αταξία, το μπέρδεμα και προπάντων το μίασμα. Ένα μονάχα πράγμα το φοβούνται και το τρέμουν. Και τούτο είναι ακριβώς αυτό που τώρα, μέσα στη βαθειά νύχτα, μένει άγρυπνο. Είναι η φοβερή φωτιά, που καθαίρει και απελαύνει στίφη δαιμόνων. Έτσι που καίει ολονυχτίς στο τζάκι, είναι φρουρός ακοίμητος και φοβερός, που φρουρεί τη δίοδο της καμινάδας.

Μέσα από τις αστείες ιστορίες των Καλικαντζάρων φτάσαμε τώρα στον κυριώτερο χαρακτήρα της Χριστουγεννιάτικης φωτιάς, που βλέπομε πως είναι πυρ ιερόν και αποτρόπαιον. «Άγιου που δε θαυματουργεί λιβάνι δεν του καίνε», γνωματεύει θυμοσοφικά ο ελληνικός λαός. Ούτε η φωτιά αυτή εδώ θα είχε σαν έθιμο κάποια ιδιαίτερη προτίμηση και μακροβιότητα, αν δεν υπήρχε βάθρο της στέρεο η λαϊκή πίστη ότι, τις νύχτες τούτες, τις γεμάτες γενικό μίασμα και κινδύνους, σίγουρο καταφύγιο σωτηρίας στον άοπλο άνθρωπο παραμένει μονάχα η φωτιά.

[1] Κ. Ρωμαίου, «κοντά στις ρίζες», σελ. 24-26, Εστία 1980.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Ποίηση

Νίκος Γκάτσος[1]

Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγαν οι ώρες πού πήγαν οι μέρες πού πήγαν τα χρόνια
φωτιά στα Χαυτεία καπνιά στην Αιόλου βρωμιά στην Ομόνοια
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ Ρενώ και Τογιότα
σε λίγο νυχτώνει στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι άνθρωποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τά ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα !

Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι πού πήγες Ελένη
κρυφές αμαρτίες της άχρωμης μέρας το φως δεν ξεπλένει
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σα στρείδια σα βδέλες
για ένα τριάρι για λίγη βενζίνα για μια φασολάδα
πώς τά ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα !

Πού πήγες αγάπη παράδεισε πρώτε πού πήγες ελπίδα
πέρασαν οι μέρες περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άντρες σοφούς κυβερνήτες μεγάλους αντάρτες
να σπάζουνε πύλες να ρίχνουνε τείχη ν’ αλλάζουνε στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η μπόρα λιακάδα
πώς τά ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα !

[1] «φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε», Ίκαρος εκδοτική.

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Δίκαιο

Το οικονομικό περιεχόμενο της μη ιερολογημένης συμβίωσης[1]

Παλλακεία

Παρόλο που η συμβίωση ανδρών και γυναικών χωρίς τέλεση του μυστηρίου του γάμου είχε απαγορευθεί νομοθετικά ήδη από τον 10ο αιώνα, ο θεσμός της παλλακείας εξακολούθησε να υπάρχει στην πράξη. Φαίνεται μάλιστα πως τα δικαιοδοτικά όργανα της Εκκλησίας αναγκάζονταν, με τη γνωστή τους διάθεση για προσαρμογή των αποφάσεών τους στις ανάγκες της καθημερινής ζωής, να αναγνωρίζουν ότι οι σχέσεις αυτές δημιουργούσαν δικαιώματα με οικονομικό αντίκρυσμα. Τα στοιχεία που περιέχει το υπό εξέταση πηγαίο υλικό είναι ελάχιστα και σώζονται μόνο σε αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις του Δημητρίου Χωματιανού. Πέρα από την αναφορά στο περιορισμένο κληρονομικό δικαίωμα της παλλακής, την οποία κάνουν γνωμοδοτήσεις του αρχιεπισκόπου και που προβλέπεται από τα Βασιλικά, σώζονται και δύο αποφάσεις του που ασχολούνται με τα περιουσιακά αποτελέσματα της διακοπής της παλλακείας.

Στην πρώτη αναφέρεται, πως ο Ιωάννης είχε συμβιώσει λίγο περισσότερο από πέντε χρόνια με τη Δραγόστα, με την οποία είχε αποκτήσει τρία παιδιά. Τα δύο είχαν πεθάνει και ζούσε μόνο το τελευταίο που ήταν ακόμη βρέφος. Η Δραγόστα επιθυμούσε να παντρευτεί τον Ιωάννη, ενώ εκείνος ισχυριζόταν ότι «…χρησάμενος κατά παλλακισμόν τη ειρημένη Δραγόστη ακαθέκτους ορμαίς νεότητος, και νυν εν συναισθήσει του κακού γενόμενος, απωθείται αυτήν…». Ο αρχιεπίσκοπος που κλήθηκε να λύσει τη διαφορά προσπάθησε να πείσει τον άνδρα να δεχτεί την ιερολογία του γάμου, αλλά αυτός υπήρξε ανένδοτος. Δεν έμενε λοιπόν καμιά άλλη δυνατότητα από το χωρισμό. Για να εξασφαλίσει κατά κάποιο τρόπο τη συντήρηση της Δραγόστας και του παιδιού της ο Χωματιανός, με συμφωνία και των δύο μερών, της παραχώρησε το βίδι του Ιωάννη και ένα μέρος της υπάρχουσας σοδειάς του κτήματός του.

Αν και οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν σε κάθε περίπτωση δεν είναι ακριβώς γνωστές, η γυναίκα που αφορά η δεύτερη απόφαση, η Τζόλα, φαίνεται περισσότερο ευνοημένη οικονομικά από τη Δραγόστα. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί πως η Τζόλα – για την οποία εκφράζεται με ιδιαίτερη περιφρόνηση ο αρχιεπίσκοπος – ούτε παιδί πρέπει να είχε, ούτε μπορεί να θεωρηθεί παλλακή με τη στενή νομική έννοια του όρου, γιατί ο σύντροφός της, ο Χρυσός, ήταν ήδη έγγαμος. Ακόμη, το έγγραφο δεν κάνει καμιά μνεία για το χρόνο που είχε διαρκέσει η σχέση του ζεύγους. Ο Χρυσός λοιπόν, ένας τεχνίτης από την Καστοριά, εγκατέλειψε για λόγους οικονομικούς την πατρίδα του και τη νόμιμη σύζυγό του «…και την Αχρίδα καταλαβών, συνώκησεν ενταύθα γυναικαρίω τινι, έλκοντι μεν των βλάχων το γένος, όνομα δε περιφέροντι Τζόλα, εκ του κόμματος δε όντι των σεσωρευμένων, κατά Παύλον ειπείν, αμαρτίαις, και δυναμένων έλκειν εις αυτά οφθαλμούς και καρδίας αρρένων πονηροίς τισιν μηχανήμασιν, και εν τω τοιούτω γυναίω συνών κατά παλλακισμόν». Κάποτε όμως η σύζυγός του πληροφορήθηκε το συμβάν και ερχόμενη στην Αρχίδα, κατάφερε να αποσπάσει τον άνδρα της «…των πορνικών εκείνης (…) αγκαλών και δεσμών…». Τότε η Τζόλα ζήτησε δικαστικά να αναγνωρισθεί, πως ό,τι είχε στην κυριότητά του ο Χρυσός είχε αποκτηθεί με κοινές ενέργειες, πράγμα που παραδέχθηκε και ο ίδιος ο άνδρας. Έτσι στη γυναίκα επιδικάσθηκαν από την περιουσία του Χρυσού μια αγελάδα με το μοσχαράκι της, δύο χοίροι, μια κυψέλη, τριάντα πήχες λινό ύφασμα, ένας θηλυκός όνος με το μικρό του και ένα μάλλινο κλινοσκέπασμα.

Από τη μεταβυζαντινή περίοδο δεν σώζονται αποφάσεις που να αναφέρονται ρητά σε σχέσεις παλλακείας. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι η εξώγαμη συμβίωση ανδρών και γυναικών είχε εξαφανιστεί. Μερικές φορές και με μόνη την τέλεση μνηστείας τα ζευγάρια άρχιζαν να ζουν μαζί και η σχέση τους αυτή διαρκούσε για χρόνια. όπως άλλωστε θα φανεί αμέσως παρακάτω, ειδικά στις τουρκοκρατούμενες περιοχές, υπήρχε και επίσημα αναγνωρισμένη δυνατότητα για παράκαμψη της ιερολογίας του γάμου.

Κεπήνιον

Σε αντίθεση με την παλλακεία, η οποία – παρόλο που σε κάποια μακρά χρονική περίοδο ήταν σχέση αναγνωριζόμενη από το δίκαιο – διακρινόταν πάντοτε σαφώς από το γάμο, το κεπήνιο ήταν γάμος κατά το τουρκικό δίκαιο. Γάμος όμως πολιτικός και κάποτε με προαποφασισμένη περιορισμένη διάρκεια, με έντονο δε το χαρακτήρα οικονομικής συναλλαγής, αφού κατά τη σύναψή του συμφωνείτο και το ποσό που θα κατέβαλε ο άνδρας κατά τη λύση του, ή σε περίπτωση αυθαίρετης αποπομπής της γυναίκας. Τα κεπήνια αποτελούσαν συνήθως μικτούς γάμους, αλλά απαντούσαν και μεταξύ Χριστιανών, είτε λόγω ύπαρξης κωλύματος για ιερολογία, είτε και ως ελεύθερη επιλογή ατόμων που δεν επιθυμούσαν να υποβληθούν στις δεσμεύσεις του χριστιανικού γάμου.

Παρά τη συχνότητα που είχαν τέτοιου είδους ενώσεις, το υπό εξέταση πηγαίο υλικό ελάχιστες σχετικές πληροφορίες περιέχει. Στο Αρχείο της μητρόπλης Κω σώζονται τρία σχετικά έγγραφα. Με το ένα δίνεται άδεια για στέψη, μετά το θάνατο της πρώτης συζύγου του άνδρα, σε ένα ζευγάρι που συμβιούσε υπό καθεστώς κεπηνίου. Στο δεύτερο γίνεται λόγος για λύση τέτοιας σχέσης, καταβολή του κεπηνίου στη γυναίκα και σύναψη χριστιανικού γάμου της τελευταίας με άλλο πρόσωπο. Τέλος στο τρίτο έγγραφο αναφέρεται συμμετοχή στην κληρονομία του άνδρα τόσο της μετά από ιερολογία συζύγου όσο εκείνης που είχε παράλληλα με κεπήνιο. Κάπως πλουσιότερη σε ειδήσεις είναι μια απόφαση του έτους 1693 προερχόμενη από τη Σιάτιστα. Σύμφωνα μ’ αυτήν ο Νικόλαος και η Σάρα – που ήταν συγγενείς – είχαν ζήσει 20 περίπου χρόνια με κεπήνιο. Όλα αυτά τα χρόνια οι τοπικές εκκλησιαστικές αρχές προσπαθούσαν να τους πείσουν να χωρίσουν και τελικά το κατάφεραν. Κατά τη λύση της σχέσης ο Νικόλαος κατέβαλε το ποσό που είχε συμφωνηθεί. Στη συνέχεια όμως το έγγραφο αναφέρει : «…ακόμι ζητώντας η σάρα από τον νικόλαον, άσπρα, διά τα οποία επλερώθησαν, κ(αι) δεν έχει να ζητή πλέον από τον νικόλαον ούτε πολλά ούτε ολίγα, ακόμι δε και ο νικόλαος εζήτησεν π[αρ’ αυτής την ύλην του οσπητίου του απ’ αυτής, κ(αι) έλαβεν κ(αι) έμειναν διορθομένοι…». Θεωρώ λοιπόν πιθανό, η τελευταία αυτή φράση να υποννοεί, πως η γυναίκα, εγκαταλείποντας το σπίτι, αφενός μεν αποζημιώθηκε για έξοδά της και αφετέρου παρέδωσε στον άνδρα την οικοσκευή.

[1] Ελευθερίας Σπ. Παπαγιάννη, «Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου, ΙΙ Οικογενειακό δίκαιο», σελ. 129-132, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1997.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Μυθολογία

Ο λυράρης και οι Νεράϊδες[1]

Ποια συγγένεια στην παράδοση δένει τη νεοελληνική λύρα με την αρχαία, τους σημερινούς λυράρηδες των χωριών με τους «ένθεους» αρχαίους, ή τις αρχαίες Μούσες με τις σημερινές Νεράϊδες ;

Ας αρχίσουμε με την ιστορία του πιο σπουδαίου και του πιο ξακουστού λυράρη που είχεν η Αρχαιότητα : Ήταν από τη Θράκη, σπούδασε στο Πήλιο, εκεί στο σχολειό του σοφού Κενταύρου Χείρωνα, και έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία για να κάνη με τη λύρα και το τραγούδι του να σκάσουν νικημένες οι γλυκόφωνες Σειρήνες. Όπως έπαιζε τη λύρα του, μια γλύκα πρωτόφαντη και απερίγραπτη χυνόταν στων ανθρώπων τις καρδιές. Ακόμη και τ’ άγρια ζώα, μαγεμένα από τη μουσική τέχνη του, ζύγωναν ήμερα ν’ ακούσουν και ν’ απομείνουν ξεχασμένα.

Παντρεύτηκε μια νεράϊδα του βουνού, μια «δρυάδα», που την έλεγαν Ευρυδίκη. Αλλά η Ευρυδίκη δαγκώθηκε από ένα φίδι και πέθανε. Ξεκίνησε τότε ο λυράρης για να κατεβή στον Άδη, εκεί που «στο έμπα δίνουν τα κλειδιά, στο έβγα δεν τα δίνουν». Είχε μαζί του μόνο τη λύρα του. Πήγαινε να μιλήση και να παρακαλέση για να του ξαναδώσουν πάλι το ταίρι του. Τους μίλησε με τη γλώσσα που είχε μάθει να μιλάη η καρδιά του στις καρδιές των άλλων : Μίλησε με τη λύρα του και με το τραγούδι του. Ήταν έτσι βαθύς και αληθινός ο πόνος της καρδιάς που συγκίνησαν πρώτα την Περσεφόνη, που κάτι ήξερε από οδυνηρούς χωρισμούς, και ύστερα τον Πλούτωνα. Τέλος οι αφέντες του Κάτω Κόσμου αποφάσισαν να γίνη κείνο που ποτέ δεν είχε ξαναγίνει. Το δέχτηκαν μόνο και μόνο για χάρη τούτης της λύρας, που ξέρει να λέη τέτοιους καημούς. Ο λυράρης πήρε πάλι τη γυναίκα του. Όλα όμως τα ωραία πράγματα θέλουν περίσσια προσοχή. Μα ο λυράρης δεν πρόσεξε τον αυστηρόν όρο που του βάλανε, να μη γυρίση πίσω του και να μην κοιτάξη τη γυναίκα του που θα τον ακολουθή. Αν γυρίσει πριν φτάσουνε πάνω στη γη, να το ξέρη, αμέσως και για πάντα θα χαθή από τα μάτια του η Ευρυδίκη του. Αυτός ήταν ο σκληρός «όρος».

Άλλο όμως λογική και άλλο καρδιά. Δε βαστάχτηκε η καρδιά, και κάποτε γύρισε κείνος για να ιδή. Την είδε για λίγο, και πια δεν την ξαναείδε ποτέ στη ζωή του. Απελπισμένος, δεν ήθελε να ξαναϊδή γυναίκα. Γυρνούσε στα δάση και τις ερημιές, έχοντας συντροφιά του μόνο τη λύρα του, αυτή την έγχορδη καρδιά του. Οι άλλες γυναίκες δεν του τη συχώρεσαν αυτή την περιφρόνηση. Μαινάδες, πάνω σ’ ένα πανηγύρι τους στα δάση, τον πέτυχαν και τον έκαναν κομμάτια το λυράρη. Πέταξαν το κεφάλι του μέσα στον Έβρο, το μεγάλο ποτάμι της Θράκης, και τα κύματα το βγάλανε στη Λέσβο, το νησί με τους άξιους κατοπινούς λυρικούς ποιητές. Οι κάτοικοι του νησιού θάψανε το κεφάλι με τιμές.

Αυτή είναι η ιστορία του λυράρη, που είναι ο γενάρχης σ’ όλους τους λυράρηδες της Ελλάδας και του άλλους κόσμου. Το όνομά του είναι Ορφέας και μητέρα του ήταν η μούσα Καλλιόπη, μια από τις εννέα Μούσες, που παίζουν όμορφα τη λύρα και που τραγουδούν και χορεύουν ελληνικούς κυκλικούς χορούς, έχοντας στη μέση του κύκλου τους έναν όμορφο θεό που κι αυτός κρατάει λύρα στα χέρια του και παίζει, σκορπίζοντας την αρμονία και το φως. Ο θεός εκείνος είναι ο Απόλλων, ο αρχηγός στις μούσες, ο «Μουσηγέτης».

Έχει και η λύρα του την ιστορία της. Θεός της μουσικής ο Απόλλων, αλλά δεν είχε λύρα. Πρώτος σοφίστηκε πώς να τη φτιάξη ο Ερμής τεντώνοντας χορδές από έντερα πάνω σε καύκαλο χελώνας. Τέτοια ήταν η πρώτη λύρα. Γοητευμένος από το παίξιμό της, ολόκληρο το κοπάδι του θραψερές αγελάδες το χάρισε στον Ερμή ο Απόλλων για ν’ αποχτήση τούτη την πρώτη λύρα. Και από κει και ύστερα όλο και την τελειοποιούσε το θαυμάσιο τούτο μουσικό όργανο.

[1] Κ. Ρωμαίου, «Κοντά στις ρίζες», σ. 259-261, Εστία, Αθήνα 1980.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Άρθρα

το «πολυτιμότερο πετράδι» τσι Κύπρου[i]

Τίποτε τόσο δεν τιμά την Κύπρο, δεν τη δοξάζει, δεν τη συμβολίζει πλαστικά και ζωντανά, όσο το βασιλόπουλο της Κύπρου, ο Κυπρίδημος, μέσα στη μεγάλη μας, την αθηναϊκή και την πανελλήνια εποποιΐα των νεώτερων καιρών που μας έδωκε με τ’ όνομα του Κορνάρου, η Κρήτη :

Κ’ ήτανε το Ρηγόπουλο, τσι Κύπρος ο πετρίτης
κ’ ήλαμπε ως λάμπει ο Αυγερινός κι ως φέγγει Αποσπερίτης.

Ο Κυπρίδημος είναι «ο θησαυρός τσι δύναμης και της αντρειάς το πλούτος». Με τον Αθηναίο Ερωτόκριτο και με τον Κρητικό Χαρίδημο :

Ρωτόκριτος, Χαρίδημος και ο Ρήγας Κυπριώτης
είναι καθρέφτες της αντρειάς και παίνεμα της νιότης.

Στους βροντερούς και τους αστραφτερούς αγώνες του κονταροχτυπήματος που συγκεντρώνει στο φόρο της Αθήνας τα βασιλόπουλα και τους αφεντάδες από τους κυριώτερους τόπους της ελληνικής γης, τρεις είναι οι εκλεκτοί της νίκης, και στα πρόσωπά τους φανερώνεται, στους καιρούς που ξετυλίγεται το εμπνευσμένο έπος, η σημασία, υπέροχη, των τριών ιστορικών κέντρων που λέγονται Αθήνα, Κρήτη, Κύπρος. Της Κύπρου το Ρηγόπουλο καταβάλλει αράδα, αράδα πόσους άρχοντες ιπποτικούς, το Φιλάρετο της Μεθώνης, το Δημοφάνη της Μυτιλήνης, τον Αντρόμαχο από τ’ Ανάπλι, το Νικόστρατο της Μακεδονίας, τον Πιστόφορο του Βυζαντίου. Κρητικός και Κυπριώτης αντιπροσωπεύουν τα δύο πολυτιμότερα πετράδια, τα δύο βασίλεια, ενετοκρατημένα, μα πάντα με την ελληνική ψυχή τους αθάνατη. Εξαιρετικά η αντρειοσύνη του Κυπρίου ιππότη τονίζεται, και ύστερ’ από αγώνα πεισματωδέστατο, κατορθώνει να τον νικήση, μα χωρίς καθόλου να τον ταπεινώση, ο Αθηναίος ήρωας πρωταγωνιστής της δραματικής εποποιΐας.

Σήμερα ο Κυπρίδημος πρόβαλε, με την ιπποτική του καρδιά πάντα, βαριά χτυπημένος από το χρόνο, «το μοχθηρό θεό που αλλοιώνει τα πάντα», κατά τον ποιητή. Τη βασιλική του περικεφαλαία που είταν απάνου της ζωγραφισμένο αμάξι με τον Έρωτα δεμένο και συρμένο κατά γης αποπίσω του, έμβλημα της δύναμης, ανοιχτομάτας, που νικά το τυφλό πάθος, την παράτησε στα ψαξίματα των ιστορικών του περασμένου και στα τραγουδήματα της ποιητικής φαντασίας. Λευκή σημαία κρατεί που κυματίζει σαν τη θάλασσα και χτυπά σαν την καρδιά με μια λέξη απάνου της γαλαζοκέντητη, μαζί και σάλπισμα κ’ ερωτικό τραγούδι : ΕΝΩΣΙΣ. Ας μου συγχωρηθή να σταματήσω μια στιγμή επάνω στη λαχταριστή λέξη, μαζί ερμηνευτής, υμνητής κ’ ευχέτης, με τους στίχους τούτους, αποσπασμένους από το «Τραγούδι των εφτά νησιών» που ακούστηκε προ είκοσι χρόνων όταν τα παιδιά των Ιονίων πανηγύριζαν εδώ την επέτειο της ενώσεώς των με την ελεύθερη Ελλάδα :

Του κάκου ο ξένος με λογής δολώματα και βρόχια
και μάγια μας τραβά.
Από της γης τους θησαυρούς, Μάννα, η δική σου φτώχια
στοιχίζει πιο ακριβά.

Παρά του ξένου φόρεμα κι αρχοντικό στεφάνι
με λάμψη περισσή,
κάλλιο, ω Μητέρα, να είμαστε σαν τα χορτάρια, φτάνει
να μας πατάς Εσύ.

Εμείς το πίνουμε το φως απ’ τα δικά σου μάτια
που είν’ ήλιος της αυγής.
Και του κορμιού σου τάχραντου τ’ αχώριστα κομμάτια,Μητέρα, είμαστ’ εμείς.


[i] Κωστή Παλαμά, «Κύπρος», απόσπασμα, Εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 10 Μαΐου 1926.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Υπαρξισμός

Σόρεν Κίργκεγκωρ[1]
Το ημερολόγιο ενός διαφθορέα[2]

Η γυναίκα πάντοτε θ’ αποτελεί για μένα μια ανεξάντλητη πηγή υλικού για στοχασμό, μια αιώνια αφθονία πρόσφορη για παρατήρηση. Ο άνθρωπος που δε νοιώθει την παρόρμηση να μελετήσει τη γυναίκα μπορεί να είναι ό,τι θέλει. Ένα όμως δεν είναι σίγουρα, δεν είναι «Αισθησιακός». Η δόξα κι η ιερότητα της αισθητικής συνίσταται ακριβώς στο ότι έρχεται σε επαφή μόνο με το ωραίο: έτσι δεν έχει να κάνει παρά με τη φαντασία και με το ωραίο φύλο. Χαίρομαι κι η καρδιά μου αναγαλλιάζει, όταν σκέφτομαι ότι ο ήλιος της γυναικείας ομορφιάς διασκορπίζει στην ατελεύτητη πολυμορφία τις ακτίνες του και διαθλάται σε μια σύγχυση διαλέκτων, όπου η κάθε ξεχωριστή γυναίκα έχει το μερίδιό της από όλο τον πλούτο της θηλυκότητας, με τέτοιο τρόπο όμως που τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της συγκεντρώνονται αρμονικά γύρω απ’ αυτό το σημείο. Μ’ αυτή την έννοια η γυναικεία ομορφιά είναι σε άπειρα μόρια διανεμειμένη.

Αλλά το ξεχωριστό μερίδιο της ομορφιάς που έχει η κάθε γυναίκα πρέπει να ταιριάζει αρμονικά, αλλοιώς το αποτέλεσμα θα προκαλούσε σύγχυση, και θα φαινόταν σαν η Φύση να σκόπευε μ’ αυτή τη γυναίκα σε κάτι συγκεκριμένο, σε κάτι που δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί.

Τα μάτια μου δεν θα κουραστούν ποτέ να κοιτάζουν αυτή την περιφερειακή πολυμορφία, αυτές τις σκόρπιες λάμψεις της γυναικείας ομορφιάς. Το κάθε ξεχωριστό κομμάτι έχει το μερίδιό του κι είναι ωστόσο ολοκληρωμένο, ευτυχισμένο, χαρούμενο, ωραίο. Κάθε γυναίκα έχει το μερίδιό της: Το πρόσχαρο χαμόγελο, το πονηρό βλέμμα, τα γεμάτα ανέκφραστους πόθους μάτια, το συλλογισμένο ύφος, το τρελλό κέφι, την ήρεμη θλίψη, τη βαθειά προαίσθηση, τη σκιά της μελαγχολίας, τη γήϊνη νοσταλγία, τις ακατανόμαστες κινήσεις, τα φρύδια που γνέφουν, τα χείλια που ρωτούν, το γεμάτο μυστήριο μέτωπο, τις μαγευτικές μπούκλες, τα ματοτσίνορα που προδίδουν ματαιοδοξία, την ουράνια περηφάνεια, τη γήϊνη ταπεινοσύνη, την αγγελική αγνότητα, το κρυφό κοκκίνισμα, το ανάλαφρο βήμα, την αέρινη χάρη, τη νωχελική στάση, τον ονειρικό πόθο, τους ανεξήγητους στεναγμούς, τη λυγερή κορμοστασιά, το λεπτό περίγραμμα, τον πλούσιο κόρφο, τους καμπυλωτούς γοφούς, το μικρό πόδι, το λεπτοκαμωμένο χέρι. – Κάθε γυναίκα έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και καμιά δεν επαναλαμβάνει απλά την άλλη. Κι όταν πια τις έχω κοιτάξει ώρες ατέλειωτες, όταν έχω παρατηρήσει ξανά και ξανά όλη αυτή την πολύμορφη ποικιλία, όταν έχω χαμογελάσει, αναστενάξει, κολακέψει, απειλήσει, επιθυμήσει, προσελκύσει, γελάσει, κλάψει ελπίσει, φοβηθεί, κερδίσει και χάσει – τότε κλείνω τη βεντάλια μου και μαζεύω τα κομμάτια σε μια ενότητα, τα μέρη σ’ ένα όλο. Τότε η ψυχή μου αναγαλλιάζει, η καρδιά μου χτυπάει, το πάθος μου φλογίζεται. Αυτή η μια γυναίκα, η μοναδική μέσα σ’ ολόκληρο τον κόσμο, πρέπει να γίνει δική μου, πρέπει να την αποκτήσω. Ας κρατήσει για λογαριασμό του ο Θεός τον ουρανό του, αν μπορώ εγώ ν’ αποκτήσω εκείνη. Ξέρω πολύ καλά τί διαλέγω. είναι κάτι τόσο μεγάλο που κι ο ίδιος ο Παράδεισος θα χάσει από τούτη τη μοιρασιά, γιατί αν την πάρω, τί θα μείνει στον Παράδεισο; Οι πιστοί Μωαμεθανοί πολύ θ’ απογοητευθούν, όταν θ’ αγκαλιάζουν, στον Παράδεισό τους, αχνές αδύνατες σκιές. Γιατί ζεστές καρδιές δε θα βρούν απ’ τη στιγμή που όλη η θέρμη της καρδιάς έχει μαζευτεί στα στήθια της. Θα πέσουν σ’ απαρηγόρητη θλίψη όταν θα βρούν χλωμά χείλια, θαμπωμένα μάτια, άψυχα στήθη, χέρια χωρίς ζωή. Γιατί όλο το κοκκινάδι των χειλιών, η φλόγα των ματιών, το φούσκωμα του στήθους κι η υπόσχεση του χεριού, το προμήνυμα του στεναγμού, η σφραγίδα του φιλιού, το ρίγος της επαφής και το πάθος της αγκαλιάς – όλα αυτά τα έχει μαζεμένα εκείνη που χαρίζει στους άντρες πλούτο αρκετό για ολόκληρο τον κόσμο, στο χρόνο και στην αιωνιότητα.

Έτσι έχω σκεφτεί πολλές φορές το θέμα αυτό. Μα όταν φαντάζομαι έτσι τη γυναίκα ζεσταίνομαι γιατί τη φαντάζομαι θερμή. Αλλά παρ’ όλο που η θέρμη θεωρείται συνήθως καλό σημάδι, αυτό δεν σημαίνει πως ο συλλογισμός μου θα έχει την τύχη να χαρακτηριστεί με τα αξιοσέβαστο επίθετο «σωστός». Έτσι και ‘γω, για ν’ αλλάξουμε, κάπως θα προσπαθήσω τώρα που είμαι «άνευ θέρμης» να σκεφτώ τις γυναίκες ψυχρά. Θα προσπαθήσω να σκεφτώ τη γυναίκα με όρους της κατηγορίας της. Σε ποια κατηγορία πρέπει να την κατατάξουμε; Στην κατηγορία του Είναι για κάποιο Άλλο.

Η γυναίκα μοιράζεται την κατηγορία αυτή με τη Φύση και, σε γενικώτερες γραμμές με κάθε τι θηλυκό. Η Φύση σαν ολότητα υπάρχει μόνον για το άλλο. Όχι με την τελολογική έννοια, ότι δηλαδή το ένα μέρος της Φύσης υπάρχει για ένα άλλο, αλλά με την έννοια, ότι δηλαδή η φύση υπάρχει για ένα Άλλο – για το Πνεύμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα επιμέρους. Η ζωή του φυτού, για παράδειγμα, αναπτύσσεται με όλη την απλότητά του, τις κρυφές χάρες του, και Είναι μόνο για το Άλλο. Κατά τον ίδιο τρόπο το μυστήριο, το αίνιγμα, το μυστικό, ο φθόγγος δεν έχει Είναι παρά για το Άλλο. Κι έτσι εξηγείται το γιατί, όταν ο Θεός έπλασε την Εύα έκανε τον Αδάμ να κοιμηθεί βαθειά. Γιατί η γυναίκα είναι το όνειρο του άντρα. Η ιστορία αυτή μας διδάσκει και μ’ άλλο τρόπο το ότι η γυναίκα – το θήλυ αποτελεί Είναι για το Άλλο. Μας λέει συγκεκριμένα πως ο Θεός έπλασε την Εύα από ένα πλευρό που πήρε απ’ τον άντρα. Αν ο Θεός την είχε βγάλει απ’ τον εγκέφαλο του άντρα, η γυναίκα θα ήταν και πάλι είναι για το άλλο. Η πρόθεσή του όμως δεν είναι να την κάνει πλάσμα του μυαλού, μα κάτι πολύ διαφορετικό. Η γυναίκα έγινε σάρκα και αίμα, αυτό όμως την κατατάσσει στην κατηγορία της Φύσης, που σημαίνει ουσιαστικά Είναι για το Άλλο. Ξυπνάει πρώτη στο άγγιγμα του έρωτα. Πριν απ’ αυτή τη στιγμή ήταν ένα όνειρο, μα στην ονειρική ζωή της μπορούμε να διακρίνουμε δύο στάδια: στο πρώτο την ονειρεύεται ο έρωτας, στο δεύτερο εκείνη ονειρεύεται τον έρωτα.

Η γυναίκα – το Θήλυ χαρακτηρίζεται από την καθαρή παρθενικότητα σαν είναι για το Άλλο. Η παρθενικότητα είναι μορφή ύπαρξης που, στο βαθμό που αποτελεί είναι για τον εαυτό της, είναι στην πραγματικότητα μια Αφαίρεση και αποκαλύπτεται μόνο για το Άλλο. Τα ίδια χαρακτηριστικά αφορούν και την έννοια της γυναικείας αθωότητας. Eίναι επομένως δυνατό να πούμε πως η γυναίκα στην κατάσταση αυτή είναι αθέατη. Αυτή η μορφή του είναι, είναι αισθητικά ζηλότυπη με τον εαυτό της, όπως από ηθική άποψη είναι κι ο Θεός, και δε θέλει να υπάρχει οποιαδήποτε εικόνα της, ούτε έστω παράσταση του εαυτού της. Αυτή είναι ακριβώς η αντίφαση, το ότι το είναι που είναι για το Άλλο, δεν είναι, και γίνεται θεατή κατά κάποιο τρόπο, με τη μεσολάβηση ενός άλλου. Λογικά αυτή η αντίφαση είναι αναμενόμενη, κι όποιος ξέρει να σκέφτεται λογικά δεν θα εκπλαγεί, μα θα χαρεί. Όποιος όμως σκέφτεται παράλογα θα φαντάζεται πως ό,τι και να είναι ένα είναι για το Άλλο, τελικά είναι, με τη συγκεκριμένη έννοια που λέμε για κάποιο πράγμα: αυτό είναι κάτι για μένα.

Αυτό το είναι της γυναίκας περιγράφεται πολύ σωστά σαν γοητεία, μια έκφραση που θυμίζει φυτική ζωή. Είναι ένα λουλούδι όπως αρέσκονται να την ονομάζουν οι ποιητές. Ακόμη και το πνεύμα βρίσκεται μέσα της μ’ ένα τρόπο φυτικό. Είναι ολόκληρη υποδουλωμένη στη Φύση και μόνο αισθητικά είναι ελεύθερη. Με τη βαθύτερη έννοια πρωτοελευθερώνεται μέσα από τη σχέση της μ’ έναν άντρα, κι όταν ο άντρας την πολιορκεί με σωστό τρόπο, δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιλογή. Η γυναίκα διαλέγει, αυτό είναι αλήθεια, μα αν η διαλογή αυτή θεωρηθεί προϊόν μακρόχρονης σκέψης, τότε δεν είναι θηλυκή. Γι’ αυτό είναι ταπεινωτικό για τον άντρα να εισπράξει μιαν άρνηση, γιατί σημαίνει πως το άτομο αυτό αξιολόγησε πολύ ψηλά τον εαυτό του, πως επεθύμησε να ελευθερώσει κάποιο Άλλο χωρίς να έχει τη δύναμη. Υπάρχει μια βαθειά ειρωνία στην κατάσταση αυτή. Αυτός που είναι μόνο για το άλλο δείχνει φαινομενικά να υπερέχει: ο άντρας ζητεί σε γάμο, η γυναίκα διαλέγει. Η ίδια έννοια της γυναίκας απαιτεί να είναι η νικημένη. Η έννοια του άντρα απαιτεί να είναι ο νικητής. Κι ωστόσο ο νικητής υποκλίνεται μπροστά στο νικημένο. Κι όμως όλα αυτά είναι απολύτως φυσικά κι είναι χοντροκοπιά, ηλιθιότητα και έλλειψη ερωτικής ευαισθησίας να μην καταλαβαίνει κανείς αυτό που εκδηλώνεται μ’ αυτό τον τρόπο. Υπάρχει κι άλλη μια βαθύτερη αιτία. Η Γυναίκα – Θήλυ είναι Ουσία και ο Άντρας – Άρρεν Διάνοια. Έτσι η γυναίκα δεν εκλέγει ανεξάρτητα. Ο άντρας προτείνει, εκείνη διαλέγει. Η ερωτική πολιορκία του άντρα είναι ένα ερώτημα και η εκλογή της μόνο μια απάντηση σ’ ένα ερώτημα. Κατά μία έννοια ο άντρας είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη γυναίκα και κατά μιαν άλλη έννοια είναι κάτι αφάνταστα λιγότερο.

Αυτό το είναι για το Άλλο είναι πραγματική παρθενία. Αν κάνει προσπάθεια να γίνει είναι για τον εαυτό του, σε σχέση με το ένα άλλο είναι, που είναι «είναι» γι’ αυτό, τότε η αντίθεση εκδηλώνεται με μια απόλυτη σεμνοτυφία. Αυτή όμως η αντίθεση δείχνει ταυτόχρονα ότι το ουσιαστικό είναι της γυναίκας, είναι «είναι» για τον άλλον. Η διαμετρικά αντίθετη θέση με την απόλυτη αφοσίωση είναι η απόλυτη σεμνοτυφία, που κατά μια αντίστροφη έννοια είναι αθέατη, σαν την Αφαίρεση πάνω στην οποία συντρίβονται τα πάντα, χωρίς η ίδια η Αφαίρεση να ζωντανεύει. Η θηλυκότητα παίρνει έτσι το χαρακτήρα μιας αφηρημένης σκληρότητας, και γίνεται στην ακραία μορφή της μια δεικτικότητα της έμφυτης γυναικείας ευθραυστότητας.

Ποτέ ένας άντρας δεν είναι τόσο σκληρός, όσο μια γυναίκα. Συμβουλευτείτε τη μυθολογία, τις παραδόσεις, τα λαϊκά παραμύθια: θα δείτε πως επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή. Αν υπάρχει κάπου μια φυσική δύναμη αφάνταστα ανελέητη, θα είναι οπωσδήποτε θηλυκού γένους. Στα παραμύθια όλων των χωρών διαβάζει κανείς με φρίκη για τη νέα κοπέλλα που στέλνει όλους τους υποψήφιους συζύγους της σε απάνθρωπες αποστολές να χάνουν τη ζωή τους. Ένας Κυανοπώγων σκοτώνει όλες τις γυναίκες που γεύτηκε τον έρωτά τους την πρώτη νύχτα του γάμου μα δε βρίσκει την ευτυχία του σ’ αυτή τη σφαγή. Αντίθετα, η ευτυχία του έχει προηγηθεί, και σ’ αυτό έγκειται ο ρεαλισμός. Δεν είναι σκληρότητα για τη σκληρότητα. Ένας Δον Ζουάν τις διαφθείρει και φεύγει. Η ευχαρίστησή του όμως δεν είναι στη φυγή μα στην αποπλάνηση. Έτσι η σκληρότητά του δεν είναι αφηρημένη.

[1] Soren Kierkegaard [1813-1855]
[2] Βούλας Λαμπροπούλου, «Φιλοσοφία των Φύλων», σελ. 293 επ., Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1984.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

ανθρώπινα πάθη

Πολυτέλεια[1]

Η εξωτερική εμφάνιση του ανθρώπου έχει αξιολογηθεί πολλαπλά ως το βαθμόμετρο της εσωτερικής ιδιοσυστασίας του και των συνθηκών του περιβάλλοντός του. [Οι αρχαίοι μας πρόγονοι] … έδιναν μεγάλη σημασία στη διακόσμηση ή στο μήκος ενός φορέματος, και από τον τρόπο του στολισμού του ατόμου έβγαζαν τα ανάλογα συμπεράσματα. Σπουδαιότερη, ακόμα κι από το πώς ήταν κομμένο το ένδυμα, ήταν η ποιότητα του υλικού, που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή του. Τη διαφορά ανάμεσα στα πολυτελή και στα απλά υφάσματα μπορούσε να την αντιληφθεί ο καθένας.

Αντίστοιχα και η χρήση πολυτελών πραγμάτων, τα οποία δείχνονταν ακριβώς με το πολυτελές ντύσιμο, με τα ακριβά κοσμήματα και με τα εκλεκτά καλλυντικά, εθεωρείτο ως κριτήριο τρόπου εκλεπτυσμένης ζωής. Η επιθυμία του καθενός να αρέσει και να κάνει εντύπωση, καθιστούσε την πολυτέλεια απαραίτητη. Λέγοντας πολυτελή ενδύματα εννοούμε τα φορέματα, που με την εκλογή των υλικών τους (μετάξι, λεπτό μαλλί), με την επίδειξη στη διακόσμηση (χρυσά νήματα, κεντημένα ή ενυφασμένα) και με τον ιδιαίτερο χρωματισμό τους (πορφύρα), ξεχωρίζουν σαφώς από τα συνηθισμένα καθημερινά ρούχα. Και δεν είχε σημασία αν όλα αυτά προέρχονταν από ντόπια παραγωγή ή ήταν πανάκριβα εισαγόμενα.

Η εξεζητημένη γκαρνταρόμπα χρησίμευε στα μέλη κύκλων του ευημερούντος πληθυσμού τόσο για να ικανοποιούν την προσωπική τους φιλαρέσκεια όσο και για οφθαλμοφανή απόδειξη της κοινωνικής τους θέσης. Άφθονα κοσμήματα και χαρούμενα χρώματα εθεωρούντο ανάλογα ως τρόπος έκφρασης πολυτελούς διαβίωσης. Τούτο ίσχυε κατά πρώτον για τους Ίωνες των μικρασιατικών παραλίων, αλλά και για μια σειρά πόλεων της Κάτω Ιταλίας και της μητροπολιτικής Ελλάδας.

Η πολυτέλεια στα ενδύματα των Ιώνων, ειδικά των Εφεσίων, εκφραζόταν με πολύ εύθυμα χρωματιστά ενδύματα, των οποίων το ξεχωριστό γνώρισμα ήταν υφαντουργικά σχέδια σε σχήμα ρόμβου. Τα επάνω σειρήτια των ενδυμάτων έδειχναν ασυνήθη σχέδια ζώων. Υπήρχαν σαράπεις[2], κορινθιακές καθώς και περσικές καλασίρεις[3] σε διάφορα χρώματα. Τα πιο ακριβά ενδύματα, οι ακταίες[4] ήταν οι πολύτιμοι περσικοί χιτώνες. Ήταν κρουστά υφασμένοι και ήταν κατάσπαρτοι με χρυσά ελασμάτια.

Η Σύβαρις εθεωρείτο ως παράδειγμα πόλης που ασώτευε στην πολυτέλεια.Μια ιδιορρυθμία των κατοίκων της ήταν τα πολύ παρδαλά φορέματα, τα οποία συγκρατιούνταν από ιδιαίτερα πολύτιμες ζώνες.

Ανάμεσα στους Έλληνες της Στερεάς Ελλάδας[5] διακρίνονταν οι Θεσσαλοί για τα γοητευτικά τους ενδύματα και τους τρόπους της πολυδάπανης ζωής τους. Για τους Αθηναίους λεγόταν ότι τυλίγονταν μέσα σε πορφυρόχρωμους μανδύες και παρδαλούς χιτώνες, πράγμα για το οποίο έχομε πληροφορίες μέχρι την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 πΧ).

Τα μαλλιά τους τα στερέωναν με χρυσά κοσμήματα (τζιτζίκια). Έβαζαν αγόρια να τους ακολουθούν κουβαλώντας μαζί τους πτυσσόμενες καρέκλες, για να μην εξαρτώνται έτσι από τα συνήθη καθίσματα και να προφυλάσσουν τα ενδύματά τους από τη ρύπανση.

Γενικά η άνοδος ή η ύφεση της πολυτέλειας μιας πόλης αντικατόπτριζε την πολιτική και οικονομική κατάστασή της. Η ευημερία σε καιρούς πολέμου ή ειρήνης ελαττωνόταν ή αυξανόταν ανάλογα.

Ανεξάρτητα από αυτά, με την πολυτέλεια τεκμηριώνονταν και ιδεολογικές αντιλήψεις σχετικά με τις αξίες. Έτσι, ένας άνδρας στην Αθήνα μπορούσε να θεωρείται ως μη ενάρετος, αν περνούσε τη ζωή του με πολυτέλεια και την εξέφραζε στο κοινό επιδεικτικά. Τότε εξέθετε τον εαυτό του στην υποψία πως ήταν θηλυδρίας, ολότελα περσόφιλος.

Τη σχέση των γυναικών με τα είδη πολυτελείας την απέδιδαν στην παροιμιώδη υπερβολική κλίση τους να στολίζονται. Ο εξωτερικός καλλωπισμός ήταν βασικά ένα εύκολο μέσον, που μεταχειρίζονταν οι γυναίκες, για να σαγηνέψουν τον ανδρικό κόσμο, ιδιαίτερα όταν η ικανοποίηση των προσωπικών τους επιθυμιών ήταν αβέβαια. Η Ήρα τραβούσε πάνω της την προσοχή με όμορφα ενδύματα κι αρωματικές αλοιφές. Ο Δίας έπρεπε να διαφλεγεί από έρωτα και να γίνει συγκαταβατικός. Σύμφωνα με το σχέδιο της Λυσιστράτης οι γυναίκες έπρεπε να εξωραϊσθούν και με τη βοήθεια διαφανών ενδυμάτων από την Κω να κάμουν τους άνδρες τους προσεκτικούς για κατακτήσεις πιο συμφέρουσες από εκείνες, που θα ήταν πιθανές κατά τις επικείμενες πολεμικές αναμετρήσεις τους.

… Τη γυναίκα, που αγαπάει τη λαμπρότητα και την πολυτέλεια, θα μπορούσε να την αποκτήσει για τον εαυτό του μόνο ένας εύπορος άνδρας. Για τον απλό άνδρα μια τέτοια γυναίκα σήμαινε οπωσδήποτε την καταστροφή. … Δεν είναι επομένως καθόλου τυχαίο ότι ο Ηρακλής στο τρίστρατο αντιμετώπισε την προσωποιημένη Κακία με μορφή μιας γυναίκας πλούσια στολισμένης και ντυμένης με ένα διαφανές ένδυμα.

[1] Αναστασία Πεκρίδου – Γκορέσκι, «η μόδα στην αρχαία Ελλάδα», μετάφραση: Δ.Γ. Γεωργοβασίλης, Μαριέλλα Φράιμτερ, σ. 140-142, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1993.
[2] ο σάραπις, -εως ή –ίος: λευκή περσική εσθήτα με ερυθρές ταινίες.
[3] η καλάσιρις, -ιος: θυσανωτός χιτώνας των Αιγυπτίων. Καλασίρεις κορινθιουργείς, δηλ. κατασκευασμένες στην Κόρινθο, φορούσαν οι Εφέσιοι.
[4] η ακταία: επίσημη περσική στολή.
[5] εννοείται η ηπειρωτική χώρα.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Δίκαιο

Ο «ανδρισμός» της μεταμέλειας και η «άναδρη» ψυχρότητα

Ένα δεκαεξάχρονο παιδί αποτελεί για την κοινωνία ένα ξεχωριστό κοινωνικό αγαθό. Ξεχωριστό γιατί νομοτελειακά σε αυτό ανήκει το μέλλον και το μέλλον αποτελεί με τη σειρά του την ουσία της ύπαρξης της κοινωνίας. Επομένως, η ενδεχόμενη παραβατικότητα του εν λόγω παιδιού υπολογιζόμενη στο ζύγι του κοινωνικού συμφέροντος αποτιμάται ως ποσότητα αμελητέα, σε σχέση με το ουσιώδες. Διότι στην ουσία η κοινωνία υπό την υφιστάμενη μορφή της μπορεί να αποτελεί δημιούργημα των μεγαλυτέρων, ιδιοκτησιακά όμως ανήκει, ήδη, στις επερχόμενες γενιές, που σήμερα απλώς στερούνται το δικαίωμα της αυτεξούσιας διαχείρισης.

Όλοι κατανοούν πως όταν το νήμα που ενώνει το παρόν με το μέλλον κοπεί βιαίως η κοινωνία χάνει κάθε στήριγμα, ελπίδα και προοπτική. Χωρίς προοπτική μετατρέπεται εύκολα σε χαοτική και τότε έννοιες όπως ο πολιτισμός και το δίκαιο καθίστανται μετέωρες, δίχως αξία, νόημα και σημασία. Απ’ τη στιγμή όμως που το νήμα έχει κοπεί πώς άραγε θα ήταν δυνατόν να επανασυνδεθεί η κοινωνία με τη χαμένη ελπίδα, ώστε να έχει νόημα, τελικά, το αέναον της ύπαρξης του πολιτισμένου ανθρώπου ; Σε παρόμοιες περιπτώσεις οι προτεινόμενοι οδοί είναι δύο. Όμως μόνο η μία οδηγεί στην τελική λύση του προβλήματος.

Εγωισμός και Γενναιότητα είν’ τα ονόματά τους. Ή κρύβεσαι πίσω από το λάθος κι αρνείσαι πεισματικά κάθε παραδοχή ή αποδέχεσαι το σφάλμα, διερευνείς και θεραπεύεις αίτια και αιτιατά και λύνεις τον δεσμό που έπλεξε για σένα μια πράξη επιπόλαιη, μια έκρηξη θυμού, η ανωριμότητα ίσως, το γεγονός της σύγχυσης του λειτουργήματος που κλήθηκες ν’ ασκήσεις κι όμως το παραγνώρισες κι έγινες ταυτόχρονα κριτής και δήμιος μαζί κι εδίκασες σε θάνατο και μέλλον και ελπίδα, μια κοινωνία ολάκερη, που έφταιξε και στης καταστροφής τη δίνη θα πρέπει να πληρώσει. Φέρσου λοιπόν γενναία, νιώσε της μεταμέλειας τους χυμούς κι άσε και πείσμα και θυμό και άνανδρες αιτίες και απελευθερώσου, γιατί μόνο η αλήθεια έχει τη δύναμη αυτή. Πώς άλλωστε θα ‘χεις την απαίτηση δικαίωμα δικό σου να γίνουν δικαιώματα π’αρνήθηκες σε άλλους ; Κι ήτανε μόνο ένα παιδί.

Ιωάννης Α. Λιάκουρας

Ιδιαίτερες αξιόποινες πράξεις ανηλίκων[1]

Οι περισσότερες περιπτώσεις που εκδικάζονται από τα δικαστήρια ανηλίκων αφορούν κοινές αξιόποινες πράξεις, και μάλιστα τροχαίες παραβάσεις σε ποσοστό 65% και εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας σε ποσοστό 10%. Ωστόσο αυτή η κατηγορία πράξεων δεν δημιουργεί ερμηνευτικά ή άλλα ζητήματα. Το αντίθετο ισχύει για τη δεύτερη και την τρίτη κατηγορία πράξεων δηλαδή για τις ιδιαίτερες αξιόποινες πράξεις και για την «ηθική παρεκτροπή». Εδώ τίθεται κυρίως το θέμα της αναζήτησης της δικαιολογητικής βάσης για τη δημιουργία ιδιαίτερων – αξιόποινων ή μη – μορφών συμπεριφοράς, οι οποίες, όταν τελούνται από ανήλικα πρόσωπα, συνεπάγονται είτε την εισαγωγή σε ίδρυμα αγωγής ή την επιμέλεια της Υπηρεσίας Επιμελητών. Με άλλα λόγια, γεννάται το ερώτημα : «σε τί κοινωνικό σκοπό απέβλεπε ο νομοθέτης, όταν δημιούργησε τις ειδικές αυτές κατηγορίες συμπεριφοράς ;».

Καταρχήν τόσο οι ιδιαίτερες αξιόποινες πράξεις ανηλίκων όσο και η «ηθική παρεκτροπή» έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι συνεπάγονται κάποιες ενέργειες από την πλευρά της πολιτείας, επειδή αφορούν ανήλικα άτομα, και τα άτομα αυτά αποτελούν ένα ξεχωριστό κοινωνικό αγαθό. Το αγαθό αυτό λοιπόν πρέπει να προστατευτεί τόσο όταν οι ίδιοι οι ανήλικοι «αυτοκαταστρέφονται» δηλαδή στρέφονται εναντίον του κοινωνικού αυτού αγαθού με τις αξιόποινες πράξεις ή και με καταστάσεις που προηγούνται των αξιόποινων πράξεων, κινδυνεύοντας έτσι είτε να βλάψουν την υγεία τους, ή την ασφάλειά τους, είτε να μεταβληθούν στο μέλλον σε δράστες αξιόποινων πράξεων.

«Τυπική» ή «Ουσιαστική» Αλήθεια ;[2]

Εν αντιθέσει … προς την πολιτικήν δίκην, όπου, κατά το πλείστον, μόνον τα υπό των διαδίκων προσαχθέντα συγχωρείται όπως ληφθούν υπ’ όψιν, έστω και αν ούτω πως το δικαστήριον δεν αποκτά πρόσβασιν πατά προς μίαν «τυπικήν», όχι δε αναγκαίως και ουσιαστικήν αλήθειαν[3], εις τα ηπειρωτικά τουλάχιστον ευρωπαϊκά ποινικά δικονομικά δίκαια ισχύει η «αρχή της ζητήσεως της ουσιαστικής αλήθειας». Ακριβώς η σοβαρότης των ποινικών υποθέσεων, η βαρύνουσα σημασία των συμφερόντων, τα οποία τίθενται εδώ εν κινδύνω, απαγορεύουν την εξάρτησιν της δικανικής κρίσεως από την ποσότητα και την ποιότητα των υπό του εισαγγελέως και του κατηγορουμένου προσαγομένων στοιχείων – εν εναντία περιπτώσει οι τελευταίοι θα είχον εν τη πραγματικότητι εξουσίαν «διαθέσεως» της δίκης. … Αυτοτελώς, επομένως, και αδεσμεύτως δύναται ο ποινικός δικαστής να αναζητήση τα φέροντα προς την ουσιαστικήν αλήθειαν στοιχεία, μάλιστα δε και υποχρεούνται προς τούτο. Probatio fit non solum iudici, sed etiam per iudicem.

In dubio pro reo και «τεκμήριον αθωότητος»[4]

Τί δέον γενέσθαι εν περιπτώσει καθ’ ην το δικαστήριον δεν κατέστη δυνατόν να σχηματίση δικανικήν πεποίθησιν ούτε περί της ενοχής, αλλ’ ούτε περί της αθωότητος του κατηγορουμένου ;

Κάποτε, ο προιών εξανθρωπισμός των ηθών έφερε μεθ’ εαυτού την κατάργησιν των βασάνων. Αλλ’ ενώ αι βάσανοι απήλθον αι «νομικαί αποδείξεις» παρέμειναν, τούτο δε έσχεν ως αποτέλεσμα να περιέλθουν τα ποινικά δικαστήρια εις αδιέξοδον. Πλήρης απόδειξις μόνον κατ’ εξαίρεσιν ήτο πλέον δυνατή. Διότι, βεβαίως, πολύ λίγα εφκλήματα τελούνται παρουσία δύο «αξιόπιστων» μαρτύρων, έτι δ’ ολιγώτεροι κατηγορούμενοι ομολογούν αυτοβούλως την τέλεσιν του εγκλήματος.

Όπως έλεγε ο ρωμαίος αυτοκράτωρ Τραϊανός εν τινι rescriptum αυτού : Satius enim esse impunitum relinqui facinus nocentis quam innocentem damnari, προτιμώτερον είναι να φεθή ατιμώτητος η πράξις του ενόχου παρά να καταδικασθή εις αθώος. Διότι και εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν καταλείπεται ατιμώτητον εν έγκλημα, με την ουσιώδη διαφοράν, ότι τούτο δεν είναι πλέον έγκλημα απλού τινός πολίτου, αλλ’ αυτής ταύτης της Πολιτείας. Μόνη λοιπόν αληθής λύσις του σημειωθέντος, ιστορικώς ανακύψαντος διλήμματος ήτο : Κατάργησις των «νομικών αποδείξεων», κατάλυσις με άλλας λέξεις της πλησμονής των περιπτώσεων τεχνητώς ανυπερβλήτου αμφιβολίας, και αναγνώρισις εν συνεχεία απ’ άκρου εις άκρον της αρχής : εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου, in dubio pro reo. Τούτο ακριβώς έπραξε το δίκαιον της γαλλικής επαναστάσεως,εισαγαγόν το σύστημα της «ηθικής αποδείξεως», παραπλέυρως δ’ αυτού το «τεκμήριον αθωότητος του κατηγορουμένου».

«Σκοπιμότης» ή «Νομιμότης» της κατηγορίας ;[5]

Παν μονοπώλιον δημιουργεί κινδύνους καταχρήσεων. Του κανόνος τούτου δεν αποτελεί εξαίρεσιν ούτε το «μονοπώλιον της κατηγορίας», του οποίου απολαύει η εισαγγελική αρχή. Εάν ο εισαγγελεύς είχε την διακριτικήν ευχέρειαν να εκτιμά εκάστοτε, κατά πόσον είναι ή όχι «σκόπιμος» η ενάσκησις της ποινικής διώξεως εφ’ ωρισμένω εγκλήματι εν όψει των παντοειδών συνεπειών, ας δύναται να έχη αύτη, το αποτέλεσμα θα ήτο, ενδεχομένως, αφόρητος ανισότης και ανασφάλεια, όλως ασυμβίβαστοι και προς το αναγκαίον της ποινικής καταστολής, αλλά και προς την βαρύτητα των αποτελεσμάτων, έτινα συνεπάγεται η δημιουργία της ποινικής δίκης. Ανθρώπιναι αδυναμίαι, δελέατα παντός είδους, πολιτικαί επιρροαί ή πιέσεις συνιστούν παράγοντας της ανθρωπίνης δράσεως, εις ους οι πάντες ενδέχεται να υπόκεινται, περιλαμβανομένων και των εισαγγελικών λειτουργών. Διά τον λόγον τούτον σήμερον δεν γίνεται κατά το πλείστον δεκτή η «αρχή της σκοπιμότητος» εν τη κινήσει της ποινικής διώξεως, αλλ’ η αντίθετος αυτής «αρχή της νομιμότητος»[6]

Η εμπέδωσις της ειρηνικής εννόμου τάξεως[7]

… Πέραν της καταπολεήσεως του εγκλήματος και της διασφαλίσεως των ατομικών ελευθεριών των πολιτών και μια άλλη αξία ακεί σημαντικήν επιρροήν εν τη ποινική δίκη, συμβάλλουσα εις την διαμόρφωσιν και απόληξιν αυτής : η κοινωνική ειρήνη. Η πραγμάτωσις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου αποκλείεται να επιδιωχθή διά μιας ατερμόνως παρατεινομένης διαδικασίας. Η τελευταία αύτη οφείλει να περατωθή οριστικώς, ευθύς ως εξιχθή μέχρι μιας αποφάσεως, δι’ ης αποκαθίσταται η εκ του εγκλήματος τρωθείσα κοινωνική ειρήνη, εν όψει δηλαδή της οποίας το κοινωνικόν σύνολον δύναται πλέον να εφησυχάση. Παράτασις της δίκης πέρα του σημείου τούτου επάγεται απαράδεκτον τεχνητήν συντήρησιν της κοινωνικής αναταραχής.

[1] Σπινέλλη – Τρωϊάνου, «Δίκαιο Ανηλίκων», τμ. Ι, 2.3.2, σ. 60-61, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1992.
[2] Νικολάου Ανδρουλιδάκη, «Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης», σ. 155-156, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1972
[3] κανόνας που αναφέρεται όχι πλέον εις το αντικείμενον της δίκης, αλλ’ εις το υλικόν, εις τον προσδιορισμόν δηλαδή των αποδεικτικών στοιχείων, εφ’ ων δύναται ο δικαστής να στηρίξη την απόφασίν του.
[4] Νικολάου Ανδρουλιδάκη, «Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης», σ. 179 επ., εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1972
[5] Νικολάου Ανδρουλάκη, «Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης», σ. 57-58, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1972
[6] Legalitaetsprinzip, legalite des poursuites.
[7] Νικολάου Ανδρουλιδάκη, «Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης», σ. 35-36, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1972

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Ποίηση

Αριστομένη Προβελέγγιου
Λησμονημένος Πυρπολήτης
[25 Μαρτίου 1932]

Κάθεται στ’ ακρογιάλι και βυθίζεται
τον πόντο να θωρή. Τί συλλογίζεται ;
Πόσ’ απ’ αυτά τα κύματα
που στο Αιγαίο τρέχουν
και πάλι εδώ ξαναγυρνούν
και το νησί του βρέχουν,
πόσα τον έχουνε γνωρίσει,
πόσα τον έχουν νανουρίσει
στη γαλανή των την αγκάλη !
Και πόσα στην ανεμοζάλη
στου νότου το ούρλιασμα το θλιβερό,
τον έβλεπαν μέσα στο μανιώδη των χορό,
ατάραχο το διάκι να κρατά
του αλαφρού γοργού του σκάφους
και σαν θαλασσοπούλι να πετά
απάνω απ’ του βυθού τους ανοιγμένους τάφους !
Πόσ’ απ’ αυτά τα κύματα
έξαφνα φωτιστήκανε στη σκοτεινιά
από τις άγριες φλόγες, που περιζώνανε
την υπερήφανη φεργάτα του φονιά !
Κ’ έβλεπαν μεσ’ στην λάμψι τον πυρπολητή,
σαν άγγελον εκδικητή,
που έκαμε πανηγύρι χάρου
το πανηγύρι του βαρβάρου !
Τον βλέπω τον πυρπολητή στο περιγιάλι,
στο χέρι του γερμένο το κεφάλι.
Φαιδρά τα κύματα στα πόδια του κυλούν,
σαν να τον χαιρετούνε, σαν να τον καλούν.
Μ’ αγάπη να κυττάζει να χορεύουν,
ν’ αφρίζουν, να χωνεύουν
στης θάλασσας τα μάκρη
ενώ στα βλέφαρά του λάμπει, τρέμει δάκρυ.
Εμπρός που ανάλαμψαν τα χρόνια του τα φλογερά,
αγώνων και θριάμβων χρόνια ιερά,
της δόξας χρόνια, που ένοιωσε το φίλημά της
με περιφάνειας ρίγος ! – Τώρα, σαν διαβάτης
μεσ’ στην πατρίδα ξένος,
λησμονημένος, παρηγκωνισμένος !
Πικρό χαμόγελο στα χείλη του περνά.
Τον κόσμο τον γνωρίζει …
περάπονα κοινά και ταπεινά
δεν ξεστομίζει.
Δεν βαρυγκομά. τον φθάνει, που κυττά
ελεύθερο το κύμα να φλοισβίζη
κ’ ελεύθερο το ακρογιάλι να ραντίζη.
Τον φτάνει, που σε χώμα ελεύθερο πατά.
Τον φθάνει
πως σε πατρίδα ελεύθερη θενά πεθάνη
το χρέος στην πατρίδα το ιερώτερο
τώχει εκπληρώσει.
Της έχει δώσει
ό,τι είχε στη ζωή πολυτιμότερο :
της νιότης τη φωτιά και την ορμή. –
Σηκώθηκε και στάθηκε με περηφάνια.
Εκείνη τη στιγμή
μεσ’ απ’ τα νέφη, που σκεπάζαν τα ουράνια
μια ακτίνα πέφτει και φωτοβολεί
στο αγέρωχό του μέτωπο της Δόξας το φιλί.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Ανθολόγιο

Αμαζόνες[1]

Σύμφωνα με τη μυθολογία οι Αμαζόνες ήταν λαός φιλοπόλεμων γυναικών που είχαν εγκατασταθεί στις ακτές του Ευξείνου Πόντου. Στο κράτος τους δεν υπήρχαν άντρες και διοικούνταν από μια βασίλισσα. Μάχονταν έφιππες συνήθως κι έρχονταν σε επαφή με τους γείτονές των Γαργαρείς επί δύο μήνες το χρόνο για να τεκνοποιήσουν. Σ’ αυτούς παρέδιδαν τ’ αγόρια, ενώ οι ίδιες κρατούσαν τα κορίτσια.

Στα χρόνια του Τρωικού Πολέμου οι Έλληνες πολέμησαν με μερικές από αυτές και τις νίκησαν. Ύστερα από αυτό έβαλαν σε τρία καράβια όσες από τις Αμαζόνες μπόρεσαν να πιάσουν, αλλά όταν ξανοίχτηκαν στο πέλαγος, αυτές επιτέθηκαν και τους σκότωσαν όλους. Έλα όμως που δεν ήξεραν κατά πού ν’ αρμενίσουν ! Γιατί βέβαια, δεν είχαν ιδέα από ναυτική τέχνη. Έτσι άφησαν τα τρία πλοία να τα παρασύρει ο άνεμος όπου ήθελε. Η καλή τους τύχη τις έβγαλε τελικά κοντά στη χώρα των ελευθέρων Σκυθών. Εκεί καβαλίκεψαν τα πρώτα άλογα που βρήκαν μπροστά τους κι άρχισαν να λεηλατούν την περιοχή.

Οι Σκύθες δεν μπορούσαν να εξηγήσουν από πού φάνηκαν οι φοβεροί αυτοί πολεμιστές. Όταν όμως ύστερα από μια μάχη έπεσαν στα χέρια τους τα πρώτα πτώματα των Αμαζόνων, διαπίστωσαν πως είχαν να κάνουν με γυναίκες. Αποφάσισαν τότε να στείλουν στις Αμαζόνες τα πιο ωραία παλικάρια τους με την εντολή να φροντίσουν να βρίσκονται κοντά τους χωρίς ποτέ να τις χτυπούν.

Όταν λοιπόν οι Αμαζόνες σιγουρεύτηκαν ότι κανένα κίνδυνο δεν διέτρεχαν, σταμάτησαν τις επιθέσεις. Έτσι μέρα μα τη μέρα το ένα στρατόπεδο πλησίαζε το άλλο όλο και περισσότερο. Ώσπου έγινε η καλή αρχή με τον πρώτο Σκύθη που κατόρθωσε να πλησιάσει και να ερωτευθεί με μια από τις Αμαζόνες.

Στη συνέχεια με νοήματα συνεννοήθηκαν να ξαναβρεθούν και την άλλη και την άλλη μεταφέροντας μαζί κι από ένα καινούριο πρόσωπο ο ένας και η άλλη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι σε λίγες μέρες όλοι οι Σκύθες ερωτεύτηκαν τις Αμαζόνες.

Από τότε ένωσαν τα στρατόπεδά τους και κατοικούσαν μαζί έχοντας ο καθένας τη γυναίκα του που έγινε δική του για πρώτη φορά. Οι άντρες όμως δεν μπορούσαν να μάθουν τη γλώσσα των γυναικών, ενώ εκείνες έμαθαν γρήγορα τη γλώσσα των ανδρών.

Τότε είπαν οι Σκύθες στις Αμαζόνες :
- Εμείς έχουμε γονείς και κτήματα που μας περιμένουν[2]. Ελάτε λοιπόν μαζί μας κι εσείς θα είστε οι νόμιμες γυναίκες μας.
Και οι Αμαζόνες απάντησαν :
- Εμείς δεν μπορούμε να συγκατοικήσουμε με τις γυναίκες σας[3]. Ούτε ξέρουμε άλλη τέχνη από το κυνήγι, την ιππασία και το τόξευμα. Πηγαίνετε στην πατρίδα σας, αν θέλετε, πάρτε το μερίδιο που σας ανήκει κι αν μας αγαπάτε, ελάτε πάλι να ζήσουμε μαζί.
Πείστηκαν οι νεαροί Σκύθες κι έπραξαν όπως τους συμβούλεψαν οι Αμαζόνες. Όταν όμως γύρισαν, οι Αμαζόνες είχαν γι’ αυτούς καινούριες, πιο οδυνηρές προτάσεις.
- Εμείς, είπαν, φοβόμαστε να ζήσουμε σ’ αυτόν τον τόπο, γιατί τον έχουμε βλάψει πολύ. Ελάτε, αν θέλετε, μαζί μας και πάμε να κατοικήσουμε μακριά από ‘δω.

Ερωτευμένοι τρελά μαζί τους οι νέοι, ακολούθησαν τις Αμαζόνες κι αφού πέρασαν τον Τάναϊ ποταμό, βάδισαν ανατολικά επί τρεις μέρες κι εγκαταστάθηκαν εκεί, όπου στα χρόνια του Ηροδότου κατοικούσε ο λαός των Σαυροματών.

[Ηροδότου Ιστορία, Δ, 110-116]

[1] Ευαγγέλου Μιλλεούνη, «Ιστορίες από την Ιστορία», σελ. 41-42, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.
[2] «Ημίν εισι μεν τοκέες, εισί δε κτήσεις. Νυν ων μηκέτι πλεύνα χρόνον ζόην τοιήνδε έχωμεν…» (παράγρ. 114)
[3] «Ημείς ουκ αν δυναίμεθα οικέειν μετά των υμετέρων γυναικών» (παράγρ. 114).

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Ιστορία

Ένας άδικος θάνατος[1]

Κατά το 415 η Αλεξάνδρεια απησχόλησε πολύ την αυλήν του Βυζαντίου. Από του 412 μΧ διεδέχθη τον Πατριάρχην Θεόφιλον ο ανεψιός του Κύριλλος, ο οποίος ήτο αυταρχικώτερος και τραχύτερος του προκατόχου του. Ανέλαβεν αγώνα κατά των εθνικών και ιουδαίων, θέλει δε να επιβάλη την θέλησίν του και εις τας πολιτικάς αρχάς, εις τον αυγουστάλιον[2] (praefectus augustalis) Ορέστην, όστις φαίνεται δεν είχε στρατόν πολύν. Η αντίθεσις μεταξύ εθνικών και Χριστιανών ήτο ακόμη ζωηρά. Το 362 οι εθνικοί ενθαρρυνθέντες από το πρόγραμμα του Ιουλιανού εφόνευσαν τον επίσκοπον Γεώργιον, αλλά το 392 επί Θεοδωσίου κατεστράφη το Σαραπείον. Ο Κύριλλος τώρα, ίσως διότι ο Ορέστης δεν ήτο δυνατός άρχων, διευθύνει μετά φανατισμού τον αγώνα έχων εις την διάθεσίν του εκατοντάδας μοναχών από την Νιτρίαν της Αιγύπτου. Συχνά εγίνοντο συγκρούσεις και φόνοι μεταξύ εθνικών και χριστιανών. Εν μέσω των ταραχών τούτων εστράφησαν οι χριστιανοί και κατά της ονομαστής φιλοσόφου Υπατίας, της κόρης του μαθηματικού Θέωνος. Πατήρ και κόρη εδίδασκαν εις το περίφημον μουσείον, το οποίον επί τόσους αιώνας εκαλλιέργησε την επιστήμην. Πολλοί είναι οι μαθηταί της Υπατίας οι οποίοι την ετίμων, όπως ο Συνέσιος[3], ως είδομεν ανωτέρω. Ο σύγχρονος ποιητής Παλλαδάς εις επίγραμμά του λέγει προς τοις άλλοις[4] :


Υπατία σεμνή, των λόγων ευμορφία,
Άχραντον άστρον της σοφής παιδεύσεως.

Και ο ιστορικός Σωκράτης επαινεί την Υπατίαν (VII, 15, 1) : «οι πανταχόθεν φιλοσοφείν βουλόμενοι κατέτρεχον προς αυτήν … Πάντες δι’ υπερβάλλουσαν σωφροσύνην πλέον αυτήν ηδούντο και κατεπλήττοντο». Οι χριστιανοί όμως εμίσουν την εθνικήν Υπατίαν και παρεξήγουν την συμπεριφοράν της. Δι’ αυτό ήτο εύκολον υπό τον αδιάλλακτον πόλεμον του Κυρίλλου να γίνη επίθεσις κατά της Υπατίας. Κατά τον Σωκράτη φανατικοί χριστιανοί κατέσφαξαν την Υπατίαν και την έκαυσαν[5]. Ο Σουΐδας γράφων περί του φόνου της «δικαίας και σώφρονος» Υπατίας προσθέτει : «αναιρούσι την φιλόσοφον, άγος τούτο μέγιστον και όνειδος προστριψάμενοι τη πατρίδι». Κατεδικάσθη λοιπόν δεόντος και από τους χριστιανούς το έγκλημα.

Ο φόνος της Υπατίας επροκάλεσε δυσφορίαν εις την Κυβέρνησιν του βυζαντίου, οπόθεν εστάλη ανώτερος υπάλληλος να ενεργήση ανακρίσεις. Οι φονείς όμως δεν ετιμωρήθησαν – εκρύβησαν ίσως με την συνδρομήν των χριστιανών – και ένεκα της ανικανότητος της πολιτικής αρχής. Ο φόνος της ενδόξου φιλοσόφου επιτρέπει να συμπεράνωμέν ότι πρόσωπα ολιγώτερον ένδοξα κατεστρέφοντο πολύ ευκολότερα.

[1] Κωνσταντίνου Αμάντου, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», σελ. 100-101, εν Αθήναις 1939.
[2] Από του Θεοδωσίου Β΄ η Αίγυπτος αποσπασθείσα της Ανατολής κυβερνάται ιδιατέρως από τον αυγουστάλιον.
[3] Εκ των μεγάλων προσωπικοτήτων, αι οποίαι ανεμίχθησαν και εις τα πολιτικά γεγονότα της εποχής και έτυχαν μεγάλου σεβασμού καθ’ όλον τον μεσαίωνα, ο έπειτα επίσκοπος «Πτολεμαΐδος» εις την Κυρηναϊκήν της Αφρικής. Έζησε μετάξυ των ετών 370-415. Εγεννήθη εις την Κυρήνην, από παλαιάν δωρικήν οικογένειαν και εκαυχάτο δι’ αυτό. Εσπούδασε εις τας Αθήνας και εις την Αλεξάνδρειαν. Αφωσιώθη εις την νεοπλατωνική Υπατία, την οποίαν εγκωμιάζει εις τας επιστολάς του. Την ονομάζει «μητέρα, αδελφήν, διδάσκαλον … και άπαν ό,τι τίμιον και πράγμα και όνομα»[Migne, PG. 66, 1352]. Ο Συνέσιος εμπνευσμένος από την φιλοσοφίαν της Υπατίας εφαρμόζει τα διδάγματα αυτής εις την πράξιν. Παρακολουθεί τα ζητήματα της Κυρηναϊκής, εργάζεται και τέλος αποθνήσκει υπέρ αυτής.
[4] Ανθολ. Παλ. ΙΧ, 400.
[5] Σωκράτ. VII, 15, 1: «αποδύσαντες την εσθήτα οστράκοις ανείλον (την Υπατίαν) και μεληδόν διασπάσαντες επί τον καλούμενον Κιναρώνα τα μέλη συνάραντες πυρί κατηνάλωσαν». Βλ. περί της Υπατίας και Diehl, L’ Egypte chretienne σ. 435.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Νεοπλατωνισμός

περί έρωτος[1]
οι τρεις Αφροδίτες των νεοπλατωνικών

Ένας στοχαστής που θεωρούσε τον Πλάτωνα «Μωυσή που μιλούσε την αττική διάλεκτο»[2] και ανέφερε την έκσταση του Αγίου Παύλου στο σημείο όπου έγραφε για τον amor Socraticus, ήταν φυσικό να μη βλέπει ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στον πλατωνικό «έρωτα» και τη χριστιανική “caritas”. Όταν κάποτε ο Φιτσίνο χάρισε σ’ ένα φίλο του αντίγραφα τόσο των Σχολίων του στο Συμπόσιο του Πλάτωνα όσο και της πραγματείας του De Christiana Religione, έγραψε επεξηγηματικά: «Σου στέλνω τον Amor όπως υποσχέθηκα, αλλά σου στέλων και τη Religio, ώστε να γνωρίζεις πως ο έρωτάς μου είναι θρησκευτικός και η θρησκεία μου ερωτική».

Η ιδέα του έρωτα είναι πράγματι ο βασικος άξονας του φιλοσοφικού συστήματος του Φιτσίνο. Ο έρως είναι η κινητήρια δύναμη που ωθεί το Θεό – ή μάλλον με την οποία ο Θεός ωθεί τον εαυτό του – να πραγματώσει τη διάχυση της ουσίας του στον κόσμο, αλλά και, αντίστροφα, αυτός που ωθεί τα πλάσματα του Θεού να επιδιώξουν την επανένωση μαζί του. Κατά τον Φιτσίνο, ο έρωτας είναι απλώς μια άλλη ονομασία του circuitus spiritualis που δρα από το Θεό προς τον κόσμο κι από τον κόσμο προς το Θεό. Το ερωτευμένο άτομο «εντάσσει» απλώς τον εαυτό του στο μυστικό αυτό κύκλωμα.

Ο έρως είναι πάντοτε μια επιθυμία (desiderio). Κάθε επιθυμία όμως δεν είναι και έρως. Αν δεν συνδέεται με τις γνωστικές λειτουργίες, η επιθυμία παραμένει απλό φυσικό ορμέμφυτο, κάτι σαν την τυφλή δύναμη που κάνει την πέτρα να πέφτει ή το φυτό να μεγαλώνει. Μόνο όταν η επιθυμία, υποκινούμενη από τη virtu cognitive, αποκτά συνείδηση του απώτερου σκοπού, δικαιούται τον «τίτλο» του έρωτα. Καθώς λοιπόν απώτερος σκοπός είναι η θεία εκείνη αγαθότητα που εκδηλώνεται με την ομορφιά, ο έρως μπορεί να οριστεί ως «επιθυμία απόλαυσης της ομορφιάς», ή, πιο απλά, desiderio di bellezza (=επιθυμία ομορφιάς). Η ομορφιά αυτή είναι διάχυτη στο σύμπαν. Οι δύο κύριες ωστόσο μορφές με τις οποίες εμφανίζεται συμβολίζονται από τις «Δύο Αφροδίτες» (ή «Δίδυμες Αφροδίτες», όπως συχνά τις αποκαλούν οι Νεοπλατωνικοί) που αναφέρονται στο Συμπόσιο του Πλάτωνα: την Αφροδίτη Ουρανία και την Αφροδίτη Πάνδημο.

Η Αφροδίτη Ουρανία (Venus Coelestis) είναι κόρη του Ουρανού. Δεν έχει μητέρα, πράγμα που σημαίνει ότι ανήκει σε μια εντελώς άυλη σφαίρα, αφού άλλωστε υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στις λατινικές λέξεις mater (=μητέρα) και materia (= ύλη). Κατοικεί στην υψηλότερη , στην υπερουράνια ζώνη του σύμπαντος (στη ζώνη, δηλαδή, του Κοσμικού Νου) και η ομορφιά που συμβολίζει είναι η πρωτογενής και συμπαντική ακτινοβολία της θεότητας. Με αυτή την έννοια, μπορεί να παραλληλιστεί με την Caritas, που διαμεσολαβεί ανάμεσα στον ανθρώπινο νου και το Θεό.

Η Αφροδίτη Πάνδημος (Venus Vulgaris) είναι κόρη του Δία και της Ήρας. Κατοικεί στη ζώνη ανάμεσα στον κοσμικό Νου και τον επίγειο κόσμο, στη σφαίρα, δηλαδή, της Κοσμικής Ψυχής. Η ομορφιά που συμβολίζει αποτελεί μια συγκεκριμένη και επιμέρους εικόνα της πρωτογενούς ομορφιάς, που δεν βρίσκεται πια σε διάσταση με τον κόσμο των σωμάτων, αλλά, αντίθετα, πραγματώνεται σ’ αυτόν. Ενώ η Ουράνια Αφροδίτη είναι καθαρή intelligentio (= νόηση), η άλλη Αφροδίτη είναι μια vis generandi (= ζωοποιός δύναμη), που, όπως και η Venus Genetrix του Λουκρήτιου, δίνει ζωή και μορφή στα φυσικά πράγματα, κάνοντας έτσι τη νοητή ομορφιά προσιτή στην αντίληψη και στη φαντασία μας.

Και η μια και η άλλη Αφροδίτη συνοδεύονται από τον Έρωτα, που δίκαια θεωρείται γιος τους, αφού κάθε μορφή ομορφιάς γεννά αντίστοιχη μορφή έρωτα. Ο ουρανός ή θείος έρωτας (amor divinus) επηρεάζει καθοριστικά την ανώτερη λειτουργία του ανθρώπου (το Νου ή τη νόηση), ωθώντας τον να «στοχαστεί» τη νοητή ακτινοβολία της θείας ομορφιάς. Ο γιος της άλλης Αφροδίτης, ο amor vulgaris, εξουσιάζει ενδιάμεσες λειτουργίες του ανθρώπου όπως η φαντασία και οι αισθήσεις, ωθώντας τον να δημιουργήσει ένα ομοίωμα της θείας ομορφιάς στον φυσικό κόσμο.

Για τον Φιτσίνο, και οι δύο Αφροδίτες, και οι δύο έρωτες, είναι «αξιέπαινοι και σεβαστοί», αφού και οι δυο αποσκοπούν – ο καθένας με τον τρόπο του – στη δημιουργία ομορφιάς. Υπάρχει ωστόσο διαφορά αξίας ανάμεσα σε μια «στοχαστική» μορφή έρωτα, που ανυψώνεται από το ορατό και το μερικό προς το νοητό και το καθολικό, και την «ενεργητική» του μορφή, που ικανοποιείται στο πλαίσιο του ορατού κόσμου. Όσο για την απλή φιληδονία, που βυθίζεται από τη σφαίρα του ορατού στη σφαίρα του απτού, δεν της αναγνωρίζεται μανιά αξία. Κανένας νεοπλατωνιστής που σέβεται τον εαυτό του δεν θα την αποκαλούσε ποτέ έρωτα. Μόνοεκείνος που η οπτική του εμπειρία αποτελεί απλώς και μόνο το πρώτο – και οπωσδήποτε αναπόφευκτο – βήμα προς τη νοητή και καθολική ομορφιά μπορεί να προσεγγίσει τον «θείο έρωτα», που εξομοιώνει με τους Αγίους και τους Προφήτες. Αυτός, αντίθετα, που ικανοποιείται με την ορατή και μόνο ομορφιά παραμένει καθηλωμένος στο επίπεδο του «ανθρώπινου έρωτα». Τέλος, αυτός που δεν εκτιμά ούτε καν την ορατή ομορφιά, ή ξεπέφτει στην απλή ακολασία, ή – ακόμα χειρότερα – παραιτείται για χ’αρη των σαρκικών απολαύσεων από το επίπεδο στοχασμού και ενατένισης που είχε κατακτήσει, γίνεται τελικά θύμα του «κτηνώδους έρωτα» (amor ferinus), ο οποίος, κατά τον Φιτσίνο, δεν είναι πια πάθος αλλά ασθένεια, ένα είδος παράνοιας που προκαλείται από την κατακράτηση επιβλαβών χυμών στην καρδιά του ανθρώπου.[3]

[1] Έρβιν Πανόφσκι, «Μελέτες Εικονολογίας», σελ. 245-249, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1991.
[2] Pico, II, 7, B.267, φυλ. 23.
[3] Ο Φιτσίνο γνώριζε ασφαλώς την ιατρική θεωρία ότι ο ανεξέλεγκτος έρως αποτελούσε είδος τρέλας που ονομαζόταν heroes. Η διάκριση σε θείο, ανθρώπινο και κτηνώδη έρωτα υπάρχει και στον Pico, II, 5, B.267, φυλ. 20ν/21. Υπάρχει ωστόσο η εξής διαφορά: ο Φιτσίνο μπορεί να μιλάει για τρία είδη έρωτα χωρίς ν’ αυξάνει τον αριθμό των Αφροδιτών που αναφέρουν ο Πλάτων και ο Πλωτίνος, αφού τον amor ferinus (κτηνώδη έρωτα) τον θεωρεί είδος παράνοιας, που δεν έχει σχέση με καμιά από τις δύο Αφροδίτες ή με τις λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής. Ο Πίκο, λιγότερο ορθόδοξος πλατωνιστής και πάντα δύσπιστος στην αντιμετώπιση των ηθικών ζητημάτων με ιατρικά κριτήρια, προσπάθησε να συνδέσει τις τρεις μορφές έρωτα με τις τρεις ψυχολογικές λειτουργίες. Έχοντας λοιπόν ανάγκη από τρεις Αφροδίτες που ν’ αντιστοιχούν στις τρεις λειτουργίες της ψυχής, εισήγαγε μια Δεύτερη Ουράνια Αφροδίτη. Αυτή η Αφροδίτη είναι κόρη του Κρόνου και κετέχει ενδιάμεση θέση ανάμεσα στην Ουράνια Αφροδίτη (κόρη του Ουρανού) και την Πάνδημο Αφροδίτη (κόρη του Δία και της Διώνης), η οποία παύει βέβαια να θεωρείται «αξιέπαινη και σεβαστή». Η νέα αυτή αντιμετώπιση του θέματος αντλούσε επιχειρήματα και από το γεγονός ότι οι μυθογράφοι δεν ήταν σύμφωνοι μεταξύ τους για το αν η θάλασσα από την οποία αναδύθηκε η Αφροδίτη είχε γονιμοποιηθεί από τον Ουρανό ή τον Δία.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Τέχνη

Η Γραφική Φύση[1]

«Άσε τα δάκρυά σου να κυλήσουν, γιατί ποτέ δεν θα τρέξουν απ’ τα μάτια σου δάκρυα πιο υπέροχα και πιο δικαιολογημένα».

Βρισκόμαστε στον κήπο που ήταν θαμμένος ο μεγάλος συγγραφέας και φιλόσοφος Ζαν-Ζακ Ρουσώ (1712-1778), στο σημείο όπου ο επισκέπτης βλέπει να προβάλλει μπροστά του, στην μέση της λίμνης, η Νήσος με τις Λεύκες, εκεί όπου ο ίδιος ο Ρουσώ είχε ζητήσει να ταφεί. Το απόσπασμα προέρχεται από τον οδηγό του κήπου, που σχεδιάστηκε λίγο μετά το θάνατο του Ρουσώ σύμφωνα με το καινούργιο «γραφικό» ή φυσικό ύφος. Το 18ο αιώνα ήταν πολύ συνηθισμένο να ρέουν άφθονα τα δάκρυα ανδρών και γυναικών, διότι οι άνθρωποι ανταποκρίνονταν ελεύθερα σε θεατρικά έργα, έργα τέχνης και κήπους. Η ψυχρότητα της λογικής μπορεί να ήταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της περιόδου, δεν απέκλειε όμως τις συναισθηματικές αντιδράσεις. Η ευσπλαχνία και η διανόηση δεν ήταν παρά δύο όψεις του ίδιου ατόμου.

Στην περίπτωση του τάφου του Ρουσώ, η τοποθεσία του ενέπνεε την αποκαλούμενη «ευχάριστη μελαγχολία», που ήταν ιδιαίτερα αρεστή στις ευαισθησίες του 18ου αιώνα. Όλοι οι κήποι των εξοχικών εκείνη την εποχή είχαν ένα σημείο όπου μπορούσε να καθίσει ο ιδιοκτήτης και να στοχαστεί απερίσπαστος την ματαιότητα της ανθρώπινης φύσης, στοχασμούς που υποκινούσε συνήθως ένας τάφος τοποθετημένος σε περίοπτη θέση. Το ταφικό μνημείο ήταν σχεδόν πάντοτε σε νεοκλασικό ρυθμό και σε σχήμα τεφροδόχου, οβελίσκου ή σαρκοφάγου. Τα περιοδικά με συμβουλές μοντέρνας διακόσμησης σύστηναν αυτά τα μνημεία ως κατάλληλα για κήπους, μαζί με παγκάκια, γέφυρες και γραφικά κτίσματα, διότι όχι μόνο αποτελούσαν το πιο όμορφο στολίδι, αλλά συνδύαζαν και όλες τις δυνατότητες της «ευαισθησίας και του καλλιτεχνικού γούστου». Οι τάφοι μέσα στους κήπους ή στην άγρια φύση ήταν πανταχού παρόντες στη θεματολογία της περιόδου, ακόμα και ως διακοσμητικά σε βεντάλιες και φλιτζάνια του τσαγιού.

Κάθε κομμάτι του συγκεκριμένου σερβίτσιου του τσαγιού φέρει ζωγραφική διακόσμηση από διαφορετικά δασώδη τοπία, στο καθένα από αυτά βρίσκεται τοποθετημένη μια φαντασιακή ταφόπλακα. Σε κάθε ταφόπλακα δεν υπάρχει χαραγμένο το όνομα κάποιου διάσημου ήρωα ή συγγραφέα, αλλά διάφορα γενικά συναισθήματα, όπως η επιθυμία να βρει κάποιος την ευτυχία (Sey Gluchlich) στην μετά θάνατον ζωή. Τον τάφο του Ρουσώ μπορούμε να τον επισκεφτούμε και σήμερα στον κήπο της Ερμενονβίλ, πενήντα χιλιόμετρα ανατολικά του Παρισιού, στην αγροικία όπου έζησε τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του και πέθανε υπό την προστασία του μαρκησίου Ρενέ ντε Ζιραρντέν. Η μία πλευρά της σαρκοφάγου φέρει απλώς την επιγραφή «Ένθα αναπαύεται ο ανήρ της φύσης και της αλήθειας»[2]. Η σκαλισμένη πλευρά, ορατή από την όχθη της λίμνης, είναι πιο διακοσμημένη. Στο κέντρο υπάρχει μια γυναίκα που συμβολίζει τη Γονιμότητα και κρατάει στο χέρι της ένα αντίτυπο του «Αιμίλου». Ο Αιμίλιος είναι η πραγματεία περί εκπαίδευσης που έγραψε ο Ρουσώ με μυθιστορηματική μορφή και λόγω των αντιχριστιανικών απόψεών του προκάλεσε προβλήματα στις γαλλικές αρχές, που τον οδήγησαν σε προσωρινή εξορία. Στα αριστερά, γυναίκες προσφέρουν λουλούδια και φρούτα σε ένα βωμό αφιερωμένο στη Φύση, ενώ στα δεξιά βλέπουμε παιδιά να χορεύουν κρατώντας το σκουφί της Ελευθερίας. Οι φιγούρες στα πλάγια συμβολίζουν την Αγάπη και την Ευφράδεια. Η θεματολογία συνοψίζει τα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα του Ρουσώ, αλλά δίνει προτεραιότητα στο πάθος που έτρεφε για τις χαρές της φύσης και την ελευθερία του ατόμου.

Στον κήπο της Ερμενονβίλ το πιο σημαντικό αξιοθέατο είναι το ταφικό μνημείο, το οποίο σχεδίασε ο ζωγράφος και σχεδιαστής κήπων Υμπέρ Ρομπέρ (1733-1808), που έμελλε αργότερα να καταγράψει την τελετουργική μεταφορά των λειψάνων του Ρουσώ στο Παρίσι, την εποχή της Επανάστασης. Σύμφωνα με τον οδηγό που αναφέραμε πιο πάνω, η ιδανική στιγμή για να τον δει κάποιος είναι με φεγγαρόφωτο. Με το φως του φεγγαριού και το μνημείο να αντικατοπτρίζεται στα ήρεμα νερά της λίμνης, «αυτή η τόσο ήρεμη διαύγεια γίνεται ένα με την ηρεμία όλης της φύσης και σε προδιαθέτει για βαθύτατους στοχασμούς».

Τον υπόλοιπο κήπο, που είχε σχεδιάσει ο μαρκήσιος από το 1766 και μετά, ήταν λιγότερο μελαγχολικός και έδειχνε καλύτερα υπό το φως της ημέρας. Η χωροτεχνική του διάταξη στην Ερμενονβίλ ακολουθούσε τις καινούργιες ιδέες περί «γραφικού» κήπου. Τα «άκαμπτα και υπερβολικά επίπεδα» των Βερσαλιών δεν ήταν πια της μόδας και τα γεωμετρικά σχεδιαγράμματα είχαν αντικατασταθεί από τοπία κατασκευασμένα έτσι ώστε να μοιάζουν όσο το δυνατόν πιο φυσικά. Όπως έγραψε ο τοπιογράφος Πιερ-Ανρί ντε Βαλενσιέν (1750-1819) «στην Ερμενονβίλ ο καλλιτέχνης συνδυάζει και αντιγράφει πιστά τη φύση, διαφυλάσσοντας τη φυσιογνωμία και τη χάρη της». Και ο Βαλενσιέν συνέχιζε ότι, απ’ όλους τους κήπους της Γαλλίας, η Ερμενονβίλ είναι «ο μόνος που ευχαριστεί εξίσου τον στοχαστή και τον φιλόσοφο, επειδή μιλάει στην ψυχή, προκαλεί συναισθήματα, χαϊδεύει τις αισθήσεις, παρακινεί την φαντασία».

[1] Νταίηβιντ Έργουιν, «Νεοκλασσικισμός», «Πρώιμη Εξέλιξη_1750 έως 1790», σελ. 183-186, Εκδόσεις Καστανιώτη.
[2] «Ici repose l’ homme dela nature et de la verite»

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Κριτικά Άρθρα

Πνευματικά βάθρα[1]

Και τώρα, μπροστά στη γενική οικονομική, κοινωνική, ηθική, πνευματική κρίση, που αναστατώνει τον κόσμο ολόκληρο σα θύελλα φοβερή, και το μούγκρισμά της φτάνει ως εδώ, η στάση της τάξεως που ιθύνει είναι πέρα και πέρα σφαλερή. Μίμηση και πάλι ξένων μεθόδων παντού, που δεν έχουν καμιά εφαρμογή στις δικές μας συνθήκες. Η πολιτεία είναι κι εδώ το κράτος μιας οικονομικής τάξεως, αντί να ‘ναι το κράτος του λαού. Αν έχουμε πράγματι τη θέληση να υπάρξουμε ως λαϊκή οντότης, δεν μπορεί τότε να ‘χει τόση σημασία για μας η κοινωνική μορφή της υπάρξεώς μας, όσην η ηθική ελευθερία του συνόλου. Είτε με το ένα πολιτικό ή κοινωνικό καθεστώς, είτε με το άλλο, την ίδιαν εσωτερική φτώχεια και την ίδιαν εξωτερική γελοιότητα θα παρουσιάζουμε, εφόσον καθένας μας δεν είναι σε θέση να ξεχωρίζει «το αγαθό από το κακό», με τη δική του, ελεύθερη, ανεπηρέαστη σκέψη, σε κάθε βήμα της ζωής του. Δεν είναι σωστό να μαχόμεθα για να μην έρθει εδώ ένα κοινωνικό καθεστώς αντίθετο προς τα συμφέροντα μιας οικονομικής τάξεως. Το σωστό είναι να προσπαθούμε να είμαστε ελεύθερος, ηθικώς αυτάρκης λαός μέσα στα εξωτερικά πλαίσια οποιουδήποτε καθεστώτος.

Η πολιτεία υπάρχει για να εκφράζει και να εξυπηρετεί το σύνολο. Κι αν έπαυσε τυχόν να εκπληρώνει τέτοιο σκοπό σε λαούς με μακραίωνη, αδιάσπαστη ιστορία, δε σημαίνει πως πρέπει για τούτο να λησμονήσει τον προορισμό της εδώ, σ’ εμάς, σ’ ένα λαό φρέσκο και νεανικό. Τέτοιος λαός έχει ανάγκη να ξαναβρεί την ανεπηρέαστη κρίση του, την ενδόμυχη καλαισθησία του, την ελεύθερη σκέψη του, έχει ανάγκη να πλάσει από μέσα του τα δικά του κριτήρια ζωής. Είναι κάπως παράλογο, να έχει οργανωθεί η στρατιωτική άμυνά του, σ’ εποχή όπου οι πόλεμοι δεν είναι τόσο συνηθισμένοι κι εύκολοι, και να μην έχουν τεθεί ούτε τα θεμέλια καν της ηθικής του αμύνης, σε στιγμή που οι ξένες επιδράσεις εισχωρούν ακράτητα από παντού. Μια πολιτεία «λαϊκή», ένα κράτος που εκπροσωπεί μιαν ενιαία λαϊκή συνείδηση, δεν μπορεί να ενδιαφέρεται αν θα ‘ρθει κι εδώ ο κομμουνισμός, αλλά μόνο αν θα διασωθεί ο ατομικός χαρακτήρας του λαού κάτω από οποιοδήποτε πολιτικό ή κοινωνικό σύστημα. Το άτομο, που έχει αυτοσεβασμό, δεν εξαρτάται από το επάγγελμα που κάνει, ή από τη βιοποριστική θέση που βρήκε. Αλλά, τουναντίον, ο αυτοσεβασμός του προικίζει με ηθικό περιεχόμενο και μ’ εξωτερική χάρη κάθε εργασία που το άτομο αυτό ανέλαβε.

Το μεγάλο σφάλμα όλων εκείνων, που κράτησαν επί εκατό χρόνια στα χέρια τους τις τύχες του ελληνικού λαού, είναι ότι παρημέλησαν ν’απευθυνθούν στο πνεύμα του, παρημέλησαν την εσωτερική του ανεξαρτησία, ύστερα από την επίτευξη της εξωτερικής. Εκκλησία, θρησκεία, εκπαίδευση, βιβλιοθήκες, θέατρα, πινακοθήκες, εκδόσεις, μουσεία, ήσαν πάντα σαν ένα πάρεργο της πολιτικής μας ασχολίας, σαν κάτι ξένο προς το γενικό ενδιαφέρον, και σε τέτοια οικτρότητα είχε αφεθεί επί δεκάδες χρόνια ο δάσκαλος, ώστε δίκια να γίνει και θέμα φάρσας. Ποια εφημερίδα, και σήμερα ακόμη, τολμά λ.χ. να βάλει στη θέση του κύριου άρθρου της μια μελέτη ή μια ανακοίνωση επάνω σε φιλοσοφικά, φιλολογικά, πνευματικά μ’ ένα λόγο θέματα, όπως συχνά συνηθίζουν κι οι καθαυτό κυκλοφοριακές γαλλικές ή γερμανικές εφημερίδες ; Το κύριο άρθρο, δηλαδή το κύριο ενδιαφέρον του ελληνικού Τύπου, αναφέρεται μόνο στην πολιτική. Ποτέ δεν ενιώσαμε, πως κι η πολιτική είναι πνευματική εντελώς εργασία, και συνεπώς ισότιμη προς κάθε άλλην ενασχόληση του πνεύματος. Έτσι προσπαθούμε τώρα να διευθύνουμε την κατάσταση, μ’ ό,τι έπεται και μ’ ό,τι διευθύνεται από παράγοντες άλλους. Κι ενώ κατορθώσαμε να φέρουμε τέτοια ηθική σύγχυνση στο λαό μας, ώστε να μην είναι πια σε θέση να ξεχωρίζει με δική του, ανεξάρτητη κρίση, το αγαθό και το κακό, φανταζόμαστε τώρα πως μπορούμε να του εξασφαλίσουμε ησυχία κι ευμάρεια με μέτρα, που θίγουν τα φαινόμενα, τ’ αποτελέσματα κι όχι τις αιτίες.

[1] Απόσπασμα κριτικού άρθρου του Φώτου Πολίτη. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πρωϊα στις 3 Ιουνίου 1932. Ανατυπώθηκε στην «Επιλογή Κριτικών Άρθρων» του Φ. Πολίτη από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Οικονομία

Η Ακαταμάχητη Αφθονία[1]

Μπείτε σε ένα σούπερ μάρκετ, σε ένα τεράστιο πολυκατάστημα, διασχίστε τους εμπορικούς δρόμους μιας μεγάλης πόλης: το πράγμα δεν χρήζει ανάλυσης, έχετε μπει στον Κήπο των Ηδονών, στο Γήινο Παράδεισο. Όλα τα όνειρα της Χρυσής Εποχής, που βαυκάλιζαν κάποτε τους ανθρώπους, είναι συγκεντρωμένα εδώ. Η απεραντοσύνη των χωρών, η εκπληκτική ποικιλία των εκτιθεμένων προϊόντων, ο διάχυτος φωτισμός, τα χιλιόμετρα των διαδρόμων, η έντεχνη τοποθέτηση των εκθεμάτων συνιστούν μια ζωντανή ουτοπία. Αν επαληθεύτηκε ποτέ κάποια προφητεία, ιδού η επαλήθευσή της[2]. Αυτοί οι ναοί του εμπορίου ψάλλουν τη νίκη της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας επί της σπανιότητας. Να το αποτέλεσμα εκείνων των μυθικών «Ένδοξων Τριάντα»[3] που απελευθέρωσαν τις δυτικές μάζες από την αθλιότητα και την ανάγκη και έκαναν προσιτό σε όλους έναν πλούτο αντάξιο του Σαρδανάπαλου.

Σε μια όμορφη εστάμπα του, τη Luikkerland, που είναι η χώρα της καλοπέρασης για τους Φλαμανδούς, ο Μπρέγκελ ο Πρεσβύτερος παρουσιάζει τρία πρόσωπα ξαπλωμένα νωχελικά στα ριζά ενός δέντρου με μια έκφραση απόλυτης μακαριότητας. Λίγο πιο πέρα, περιφέρεται ένα γουρούνι με ένα μαχαίρι καρφωμένο στο σώμα του, έτοιμο να κοπεί σε φέτες και να φαγωθεί, μια χήνα σε έναν ασημένιο δίσκο περιμένει να την καταβροχθίσουν, τα κάγκελα του περίβολου είναι λουκάνικα και ανάμεσα στους υπναράδες περιφέρεται ένα δίποδο αυγό. Ένα βουνό από πουτίγκα χωρίζει τη Luikkerland από τον πραγματικό κόσμο. Όλη αυτή η αγροτική σκηνή αποπνέει τον κορεσμό, την ικανοποίηση, τη γενναιόδωρη φύση που μεριμνά για τις ανάγκες των ανθρώπων απαλλάσσοντάς τους από κάθε κόπο. Ας φανταστούμε τους τρεις «κοιμωμένους» μας να τηλεμεταφέρονται ξαφνικά στην εποχή μας και να ξυπνούν στο τμήμα τροφίμων ενός σούπερ μάρκετ: σίγουρα θα πάθαιναν ασφυξία μπροστά στην ποικιλία των προϊόντων, θα αντιλαμβάνοντναν με φρίκη πως οι άνθρωποι των φτωχικών κοινωνιών δεν έχουν παρά όνειρα φτωχών, όνειρα γελοία. Ποιος κοινωνικός μεταρρυθμιστής, ακόμα και στα πιο ξέφρενα οράματά του, θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια αφθονία ;

Μες στο συσσωρευμένο πλούτο ενός πολυκαταστήματος, υπάρχει κάτι το υπέρμετρο κι αυτό το υπέρμετρο είναι εξουθενωτικό. Το βλέμμα, το οδηγημένο από μια φωταψία που διαχέεται από παντού, αδυνατεί να αγκαλιάσει όλα τα θαύματα που προσφέρονται στην απληστία του. Προτού να επιλέξουμε το άλφα ή το βήτα αντικείμενο, προτού μεθύσουμε με τους χρωματικούς συνδυασμούς ή τις φίρμες – γιατί τα πάντα εδώ είναι προσχεδιασμένα, ταξινομημένα, τοποθετημένα σύμφωνα με μια στρατηγική πλήρους ορατότητας – μεθάμε με τα αγαθά που δεν θα αγοράσουμε και που τα χαϊδεύουμε μονάχα με τα μάτια. Το να είσαι καταναλωτής σημαίνει ότι γνωρίζεις πως στις βιτρίνες και στα μαγαζιά θα υπάρχουν πάντα ένα σωρό πράγματα που δεν θα μπορέσεις να τα αποκτήσεις. Κανείς δεν κατακτά αυτή τη ζουγκλα των θησαυρών, που προϋποθέτει τερατώδεις δαπάνες, ένα γιγάντιο μηχανισμό παραγωγής και διοργάνωσης, ένα άπειρο δυνατοτήτων. Σε αυτούς τους καθεδρικούς του περιττού, το σφάλμα μας δεν είναι πως επιθυμούμε πολλά, αλλά, καθώς έλεγε ο Φουριέ, πως επιθυμούμε πολύ λίγα. Αν, σύμφωνα με τον άγιο Θωμά, η φτώχεια είναι η έλλειψη του αναγκαίου, τότε στην κοινωνία της κατανάλωσης είμαστε όλοι μας φτωχοί: αναγκαστικά μας λείπουν τα πάντα μια και τα πάντα είναι υπερβολικά πολλά.

Η μαγεία των μεγάλων καταστημάτων είναι πως μας απελευθερώνουν από τη δουλεία των άμεσων αναγκών προτείνοντάς μας μια πληθώρα από άλλες: η μόνη ηδονή είναι να θέλεις αυτό που δεν έχεις ανάγκη. Τα καλούδια που συσσωρεύονται εδώ, δεν ανταποκρίνονται σε καμιά χρηστική λογική, ανήκουν στην τάξη του θαύματος, της αέναης γονιμότητας. Πηγαίνουμε σε αυτά τα πανδαιμόνια όχι μόνο για να κάνουμε τα ψώνια μας αλλά και για να διαπιστώσουμε πως τα πάντα μας είναι προσιτά. Πηγαίνουμε για να βεβαιωθούμε πως ο θεός Πλούτος[4] υπάρχει, πως μπορούμε να τον αγγίξουμε, να τον ψαύσουμε, να τον οσφρανθούμε. Αυτή η άμεση συνάφεια με την πολυτέλεια και την υπερβολή μας αιφνιδιάζει, μας συναρπάζει από την πρώτη στιγμή. Εδώ ανασαίνουμε την ευωδιά της Γης της Επαγγελίας όπου το γάλα και το μέλι ρέουν πλουσιοπάροχα, όπου επιτέλους η ανθρωπότητα λυτρώνεται.

Υπάρχει η ένσταση πως αυτό το θαύμα έχει πεζοποιηθεί και πως η θέα των εμπορικών κέντρων και των δρόμων με τα καταστήματα μόδας δεν μας κάνει πια καμιά εντύπωση ; Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά μια και τα ψώνια έχουν γίνει μια καθημερινή ρουτίνα και παράλληλα, υπάρχουν και κάποιες πολυδάπανες αγορές που μας προκαλούν υπέρμετρη αγαλλίαση, αρκεί η αδιόρατη επαπειλή μιας οικονομικής κρίσης ή ένα ταξίδι σε φτωχές χώρες για να συνειδητοποιήσουμε το εκπληκτικό προνόμιο που απολαμβάνουμε. Δεν υπάρχει το «πέραν της αφθονίας». Με αυτήν ο κόσμος χωρίζεται σε Κράτη όπου οι βιτρίνες είναι γεμάτες και σε Κράτη όπου είναι άδειες. Τα πρώτα είναι a priori ζεστά και φιλικά, τα άλλα ψυχρά και εχθρικά. Και κάποιοι διανοούμενοι της πρώην Ανατολικής Γερμανίας θα πρέπει να επιστράτευσαν όλη τους την υποκρισία για να οικτίρουν μετά την πτώση του Τείχους, το 1989, το γεγονός πως οι ανατολικογερμανοί συμπατριώτες του πορεύονται σαν ξέφρενη ορδή (…) σε πυκνές συστοιχίες προς τα λαμπερά αθύρματα των πολυκαταστημάτων της Δύσης[5] ή να λυπούνται που η πολιτική εξέγερση εκφυλίστηκε σε μια ψήφο υπέρ της μπανάνας και της σοκολάτας[6]. Ο Μουσολίνι όριζε τον φασισμό σαν απέχθεια για τη βολεμένη ζωή. Αλλά ποιος από τους προφήτες της νέας λιτότητας θα ήθελε πραγματικά να ανταλλάξει τη σημερινή ευμάρειά μας με τη σπανιότητα που αποτελούσε κάποτε τον κανόνα ; Γιατί δίχως αυτά τα θαυμαστά τεχνουργήματα όπως είναι οι μπανιέρες μας, τα ψυγεία μας, τα καπιτοναρισμένα μας έπιπλα που μας ξεκουράζουν και γλυκαίνουν τη ζωή μας, θα ‘μασταν χαμένοι. Η καλύτερη απόδειξη είναι το γεγονός πως οι λαοί του Νότου και της Ανατολής δεν μας ζηλεύουν παρά μόνο για ένα πράγμα: όχι για τα ανθρώπινα δικαιώματά μας, για τη δημοκρατία μας και ακόμα λιγότερο για την εκλεπτυσμένη κουλτούρα μας, αλλά αποκλειστικά και μόνο για την υλική μας αφθονία και τα επιτεύγματα της τεχνολογίας μας. Η γλυκιά κόλαση των «μολυσμένων από ευμάρεια» χωρών μας είναι ένα παραδείσιο όνειρο για εκατομμύρια ανθρώπους. Επειδή ο τρόπος ζωής μας, έτσι καθώς έχει τώρα, δεν θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλη την ανθρωπότητα δίχως να επιφέρει μεγάλες καταστροφές στο περιβάλλον, επειδή κάποια μέρα θα μπορούσε να χαθεί ύστερα από ένα κραχ, παραμένει μια θαυμαστή και άκρως δαπανηρή εξαίρεση.

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, «ο Πειρασμός της Αθωότητας», σελ. 54-58, εκδόσεις Αστάρτη.
[2] στα νότια του Σάχελ, κυκλοφορούσε για καιρό ένας μύθος που έλεγε πως τα πεζοδρόμια της Ευρώπης ήταν χρυσά
[3] Ζαν Φουραστιέ
[4] Κατά τον Α΄ Πόλεμο του Κόλπου στη Σαουδική Αραβία, τα αμερικανικά στρατεύματα φύλαγαν τις προσβάσεις προς τις πετρελαιοπηγές, ενώ οι αραβικές δυνάμεις [Αιγύπτιοι, Σαουδίτες και Μαροκινοί] τις προσβάσεις προς τη Μέκκα. Ο καθένας τους άγιους τόπους του !
[5] Στέφαν Χελμ
[6] Ότο Σίλι