Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Διήγημα

Η ρίχτρα κ' η σώστρα[1]

ΠΑΝΑΘΕΜΑ ΣΕ, κοσμηματογράφε Παντελή ! Τί τραγούδι ήταν αυτό, καθώς ζωγράφιζε τα ταβάνια και τους τοίχους στο καινούργιο σπίτι ενός λαδά ; Άνθρωπος ήταν ή φλωροκάναρο ; Βέβαια, ένας κοσμηματογράφος της Αθήνας έχει χρέος να είναι και λαλούμενο, επειδή αυτό θέλει το συνάφι, μα τούτος ο Παντελής πέρασε και τα πουλιά του Θεού. Ανασασμό δεν είχε. Πού τα μάζωξε τόσα λιανοτράγουδα, σε τί ερωτομπαξέδες περπάτησε και τα τρύγησε ; Πού τα είχε κρυμμένα ; Και τί να θαμάξης απ’ τα δυο, τον ήχο ή τα δίστιχα; Οχτώ μέρες πού ζωγράφιζε το σπίτι του λαδά, έγινε στη γειτονιά σχολή τραγουδιού κ’ ερωτική ανθολογία. Δεν κούρντισε μόνο τα γειτονικά καναρίνια κι άρχισαν την ακράτητη φλυαρία τους, θαρρώντας πώς θα συναγωνιστούν έναν κοσμηματογράφο σαν αυτόν, με το μέτριο τάλαντο πού τους έδωσε ο Θεός ίσα, ίσα για να ευφραίνουν κανένα μικρό συνταξιούχο — μα έκαμε κρυφακούστρες όλες τις υπηρέτριες και τις νοικοκυροπούλες ακόμα και κράτησεν άγρυπνο κάθε μουσικό αυτί της συνοικίας. Ανέλπιστο συνοικιακόν ωδείο. Όπως οι στάμνες στη βρύση, όταν ο δήμαρχος έστελνε κάπου, κάπου το νερό, έτσι κ’ οι ακοές κ’ οι νεανικές ανησυχίες κ’ οι καϊμοί γύρω στο σπίτι τού λαδά, περίμεναν τον κρουνό τού Παντελή για να γεμίσουν μελωδίες, δίστιχα και ρίμες. Κι άρχιζεν απ’ τις οχτώ το πρωί τη, συναυλία του, απ’ την ώρα πού έσκαζε στον τοίχο το πρώτο του λουλούδι. Δε θέλω να πω βέβαια πώς βρήκε για την αγάπη άλλη ρίμα απ’ τον Αράπη. Τέτοιο θαύμα είναι αδύνατο. Άμα έλεγε « βραδυά », έπρεπε να περιμένης « καρδιά ». Κι αν άκουγες « πουλιά», δεν ήταν απαραίτητο να είσαι σοφός για να καταλάβης πώς το άλλο θα είναι « φιλιά ». Μέσα σε πέντε δέκα ρίμες θαλασσοδερνόταν όλο το στιχουργικό του. Μα, αν ο Παντελής δεν ανακάλυψε καινούργιες ρίμες, ήξερε τα χίλια μύρια και δεν έμεινε χώρα και ταβέρνα ελληνική, πού να μην έδωσε ραντεβού με τις άλλες στο ρεπερτόριο τού κοσμηματογράφου. Χωρίς να τραγουδή λοιπόν επί τούτο, έκαμε κι ο Παντελής την ελληνική ενότητα. Το πραγματικό ταλέντο του ωστόσο ήταν η μελωδία. Δε λέγονται αυτά. Ακούγονται ! Έπρεπε να βρεθή κανείς εκεί κοντά, στην ησυχία τής γειτονιάς, στο νέο δρόμο με την ανορθόγραφη πινακίδα, όπου κ’ ή ρόδα τού αμαξιού ήταν τότε εξαιρετικό επεισόδιο, για να πάρη τ’ αυτί του τα τσακίσματα, τα τριλλίσματα, τις γοργές φυσαλίδες τής φωνής του, τ’ ανάλαφρα και τα μισοσβησμένα του « άχ », τα κρετσέντα του, πού άνθιζαν άξαφνα για ν’ απαντήσουν στο γεωμετρικό του λουλούδι, ενώ το άδειο τού καινούργιου σπιτιού έκανε να δυναμώνη και να κυματίζη ο μυριανθισμένος αυτός κελαϊδισμός.

Και τώρα θα μου πήτε πως η Ανθίτσα, η υπηρέτρια του απόστρατου μοιράρχου αντικρύ, μπορεί να πηγαίνη τον ταβά στο φούρνο, ατάραχη και σοβαρή, όπως οι κόρες τής αρχαίας λιτανείας ; Μα τότε το καλό τραγούδι θα ήταν ακίνδυνο πράμα. Όχι, η Ανθίτσα έχει μουσικό αυτί. Να που, πηγαίνοντας στο φούρνο μια μέρα, παραπάτησε και κόντεψε να πέση. Τόσο πολύ τις είχε προσέξει κάτι περίτεχνες γλιστράδες της φωνής του Παντελή, την ώρα που ο κοσμηματογράφος τραγουδούσε το κιθαρίστικο :

Τσάτσα μηλίτσα μου
κι ωραία λεϊμονιά,
πούχεις τα φύλλα
τα δροσερά,

ή την ώρα που γλυκόβραζε, μεταφερμένο από τον ίδιο σε άλλη μελωδία, το κρητικό :

Τί τηνε νοιάζει πάσα μια
ή και τον πάσαν ένα,
αν αγαπά κανείς καμμιά
ή και καμμιά κανένα ;

Είχε γούστο, τραγουδώντας ο Παντελής αυτή την παρατήρηση στον κόσμο για την κουσκουσουριά του, να σημάδευε την Ανθίτσα ! Να ήταν, λέει, το τραγούδι του όχι για τη διπλανή υπηρέτρια, όχι για την παρακατινή μικροπαντρεμένη, μα να ήταν γι’ αυτή την ίδια — την Ανθίτσα την άβγαλτη και την άμαθη, που της φορούσεν η κυρία υπομοιράρχου τις άσπρες ποδιές και τις τραχηλιές. Ε, λοιπόν, ήταν και γι’ αυτή. Μήπως ο ψαράς ορίζει το ψάρι, μήπως ο Παντελής ξέρει αν θάρθη να τσιμπήση στο αγκίστρι του μαρίδα, γόπα ή ροφός ; Η τύχη τα ορίζει αυτά. Έτσι, η φτωχή η Ανθίτσα, που δεν είχε ποτέ της σταθή ν’ ακούση ερωτικό λόγο, τον πρωτάκουσεν από τον Παντελή. Σε μια γωνιά, εκεί πούστριβε με το βαρύ ταβά, παραμονεύοντας την ώρα τής σκόλης, ο κοσμηματογράφος τής μουρμούρισε τη μεγάλη λέξη. Η Ανθίτσα κοκκίνισε ως τ’ αυτιά και τούδωσε στα πόδια. Την τρίτη μέρα κοντοστάθηκε λίγο. Την πέμπτη του μίλησε. Και, πριν ζωγραφιστούν πέντε φιόρα στην κρεβατοκάμαρα του λαδά, η Ανθίτσα τσίμπησε μια μέρα με τα ρόδινα δάχτυλα της στο δρόμο ένα γράμμα, ένα περιστεράκι πού της έφερνε την ουράνιαν εξομολόγηση, γραμμένη καθώς ο Παντελής ενόμισε πώς έπρεπε να διορθωθή το επιστολάριο, με πυκνά δηλαδή κονταροχτυπήματα μεταξύ του ενικού και του πληθυντικού :

«Επειδής λοιπόν και μου εχαρίσατε το γλυκό όνομα σας, Ανθίτσα, διά τούτο σου λέγω ότι σας αγαπώ και όχι διά να σου ειπώ λόγια διά να σας κολακέψω αλλά διά να μάθης το αίσθημα μου όπου είσαι το παν δι’ εμέ και ότι την νύκταν με το να σας συλλογίζομαι και αναστενάζων εξ αίτιας της μορφής σας δεν με κολλά ύπνος και τούτο ήθελα να σου ειπώ τον καλόν λόγον ότι ο σκοπός μου ως τίμιος επαγγελματίας είναι να νοικοκυρευθώ και να συνδέσω μαζί σας την ζωήν μου όπου αδύνατον είναι να μη βλέπω το φως των γαλανών οφθαλμών σας και άμποτε ο Θεός να τα φέρη δεξιά να βεβαιωθής τον σφοδρόν ερωτάν μου.»

— Δεν το λες, Παντελή μου, στ’ αφεντικό ; τον ρώτησε μια μέρα η Ανθίτσα, καθώς της έσφιγγε το άσπρο χεράκι.
— Μη μ’ ανακατεύεις με το μουστακαλή ! Τ’ αφεντικά δε μπαίνουν στις δικές μας δουλειές. Τις χαλάνε.
Η Ανθίτσα σώπασε και υπάκουσε. Τάκρυψεν από τ’ αφεντικά της όλα. Μιλιά δεν της έφυγε, υποψία καμμιά δεν έδωσε. Μοναχή της αντίκρυσε την αγάπη. Σε λίγες μέρες, ο Παντελής της έδωσε ένα δαχτυλιδάκι και της είπε πως είν’ αρρεβωνιαστικιά του. Όταν όμως έκλεισε μήνας, ο αρρεβωνιαστικός χάθηκε. Πέταξε σ’ άλλο κλαρί. Πού ν’ άνοιξε το νέο του ωδείο ; Ποιά γειτονιά, ποιά πόλη ξεμυαλίζει; Αργότερα θα το μάθωμε — όταν θα φύγη κι από κει μισοστεφανωμένος, κυνηγημένος κι άπιστος. Για τη στιγμή, η Ανθίτσα κλαίει και δέρνεται. Τώρα πια δεν είναι να ξαναφορέση τις άσπρες ποδιές και τις τραχηλιές! Ή μοίρα της ήταν μαύρη κι άραχλη. Κανένας δεν ξεφεύγει το γραμμένο του. Αυτό δε γελιέται, είναι νους. Η έρμη Ανθίτσα, που ο κατακτητής την άφησε στο δρόμο, θα γίνη μητέρα.
Όπως ο Ηρακλής στο μύθο του Προδίκου, βρέθηκε τότε κ’ ή Ανθίτσα ανάμεσα σε δυο γυναίκες αντίθετες. Στη Ρίχτρα και στη Σώστρα. Η Ρίχτρα ήταν μια γειτόνισσα, πού καθόταν σε πολυκατοικημένη και πολυκαβγατζού αυλή κ’ είχε να κάμη με θεοσκότεινα πράματα, βαφή των μαλλιών, μεσιτείες κι απορριξίματα. Βλέποντας την κοπέλα που έπεσε στη συλλογή και συμπονώντας την, επειδή κάτι ανθρώπινο απόμενε στα στήθια τής Ρίχτρας, κ’ ήταν αδύνατο άνθρωπος που θα ιδή τη ντροπαλή Ανθίτσα να μη τη συμπαθήση, την έπιασε μια Κυριακή απόγεμα εκεί στο στενό. Και της λάλησε:

— Τα πάντα πάσα περί τον άθρωπο, Ανθίτσα μου, είναι, που λέει ο λόγος, ή κοινωνίγια. Στην κοινωνίγια πρέπει ναχωμέστε το πρόσωπο περικάθαρο και να κρύβωμε την εντροπή μας, κατά πώς που λέει ο λόγος το πουκάμισο μας. Κυρίγες και πλούσιγες της αριστοκρατίγιας τα ρίχνουνε. Μάλιστας! Και φάρμακα και γιατρούς πλερώνουν και στην Ευρώπη πάνε και κρύβονται και λευτερεύονται ως που να πής τρίγια. Και ξαναβγαίνουν σε περίπατο και ζαχαροπλαστείγια λυγιζάμενες, μάτια μου, και κουνάμενες, πού μ’ είδες, πού μ’ ήξερες. Τούτος ειν’ ο κόσμος σήμερις. Μάλιστας. Κ’ εσύ θα κάτσης να χολοσκάσης, μαύρη κι ορφανή ; Ό Άϊ - Σιδερής να στράψη να με κάψη, η χάρη του, α δε σου λέω το σωστό κι α δεν το παίρνω απάνω μου να λυτρωθής και να κάμης λάτρα και μπουγάδα στο ιμομέντο. Γιατί, εγώ που σου λέω, κάτι ξέρουν ετούτα τα χέρια. Και μην το καβουρντίζης το μυαλό σου. Μόνο πάρ’ το απόφαση μπριχού και περνάσουν οι δυο μήνοι. Γιατί, τόμου και πέρασαν οι δυο μήνοι, θάχης να λογαριαστής με μουσαφίρη μέσα σου. Που λέει ο λόος. Και ποιά, μαρή, κρατάει παιδί στη σήμερο περίστασις, απού καλές και παρδαλές, μπομπεμένες κι αμπόμπευτες, ούλες ένα πράμα, σκεπάζονται και βάφονται και γλέπουνε του Θεού την ήμερα και μπαιζογελιούνται και χαίρουνται τα πάντα πάσα στην κοινωνίγια ; Εσύ δε θα τόνε διόρθωσης τον παλιόκοσμο. Φτωχή κι άραχλη είσαι, ό,τι πράξης καλά πραγμένο. Ριχ’ το, πού σου λέω, Αθίτσα. Πέταξέ τονε το δαίμονα !

Το λόγο της Ρίχτρας τον άκουσεν η γελασμένη, κρατώντας χαμηλά τα μεταξένια της ματόκλαδα και βυθισμένη πάντα στη συλλογή. Σαν όνειρο πέρασεν αυτή τη στιγμή η μικρή και θλιβερή της ιστορία. Τόσο λίγο χρειάστηκε να τα ιδή όλα, τον ουρανό και την άβυσσο ! Και τώρα τί θα γίνη ; Θα λησμονήση ; Θα ξαναζήση ; Μπορούμε να ματαϊδούμε τον κόσμο ύστερ’ από τέτοια ντροπή ; Η Ρίχτρα της είπε την αλήθεια ; Ό άνθρωπος μπαλώνεται και ξαναγένεται όπως ήταν;
Αφού έκλαψε και συλλογίστηκε ακόμα, και τη στιγμή ακριβώς πού τ’ αποφάσισε, έπεσε απάνω στη Σώστρα. Η Σώστρα δεν ήταν καμμιά ξένη. Ήταν η ίδια η μάννα του κοσμηματογράφου. Γριά πονόψυχη, πού γνώρισαν το κερί της και τη δεκάρα της εκκλησιές και ξωκκλήσια, βρυσούλα τής θείας Αδυναμίας που έσταζε για ξένες έγνοιες, πού δάκρυζε για καλούς και για κακούς γειτόνους, για κοντινές και μακρινές συμφορές, που έδινε την τελευταία κόρα του ψωμιού της σε ζητιάνους, σε γύφτους, σε μπουγαδοκλέφτες, σε όποιον έκανε λιγάκι πώς κούτσαινε ή πως κρύωνε, ήταν - δεν ήταν άξιος για ελεημοσύνη — αυτή δεν έδινε για τον άνθρωπο, μα για το έλεος και για τους πόνους ολουνών και για όσα πάθαμε και όσα θα πάθωμε —, ή γριά, λοιπόν, ήταν ή πρώτη πού συμπάθησε και περιμάζωξε το κουρέλι του κατακτητή. Τί κι αν ήταν γυιός της ο προκομένος ; Το άδικο είν’ άδικο. Έτσι παρηγόρησε την Ανθίτσα, κ’ έσταξε κι αυτή απ’ το τελευταίο νεράκι των ματιών της, βλέποντας την κοπέλα να καίγεται. Και με λόγια, μ’ ελπίδες, την αποτραβούσε απ’ το γκρεμό. Όταν η Ανθίτσα τής εξομολογήθηκε τη συμβουλή τής Ρίχτρας και την απόφασή της να κάμη αυτό που της είπε —η γριά σηκώθηκεν από το σκαμνί της ! Αναταράχτηκε ολάκερη και, κάνοντας πλατιά δέκα μετρημένους σταυρούς, ξόρκισεν αυτή τη σκέψη. Η Ρίχτρα είχε πή τα δικά της. Τώρα ήρθε κι ο λόγος τής Σώστρας:

— Στο πλάσμα του Θεού θα βάλης χέρι, μαύρη και σκοτεινιασμένη μου ; Και τ’ είσαι σύ ; Τί ξέρεις εσύ ; Τί ξέρουμε οι άνθρωποι; Τα βάσανα είναι όπως και τ’ αγαθά, φτωχή. Από πάνω έρχουνται ούλα. Και ποιο είναι το κακό και ποιό είναι το καλό, μαρή; Μηδά είσαι κότα πού μυτίζει και τσακίζει καμμιά βολά τ’ αυγό της, ή γάτα πού ξεκάνει αυτά που της πετάνε, ή καρυδιά που ρίχνει, να πούμε, το κούφιο της καρύδι; Κακό να μούρθη ! Τί πήγες κ’ έβαλες στο νου σου, να βάλης χέρι, λέει, σε πλάσμα που σούδωκε το θέλημά του, δοξασμένος νάναι ... Τί πας να κάμης; Να χαλάσης τον άνθρωπο; Το λογικό, μαρή ; Το φως τω ματιώνε ; Τη μιλιά, μαρή, που σου λέει τα χίλια μύρια; Την ανάσα; Το περπάτημα; Γιατί απ’ όλα τούτα θάχη κ’ εκείνο πούρχεται, σαν κάθε άνθρωπος. Να τα δώσωμε μείς οι άνθρωποι δε μπορούμε. Και να τα χαλάσωμε; Σώπα, κακομοίρα μου, μη σου ξαναβγή τέτοιος λόγος. Αμαρτία μεγάλη και τρανή. Σώπα. Θα γέννησης. Θα βαστάξης το παιδί. Όπως, όπως θαν τ’ αναστήσωμε. Αν πάρη φώτιση και γυρίση καμμιά φορά ο προκομένος και δεν είναι παντρεμένος — πού τα ξέρεις, όλα γένονται! — τότες, γλέποντας το παιδί του, μπορεί να σε λυπηθή ... Τα ζερβά έρχουνται δεξά ... Και τα δεξά ζερβά ... Δεν ξέρομε τίποτα ... Ένας τα ξέρει. Μόνο κάτσε να ξενοδουλέψωμε και πάρ’ το πώς είσαι μάννα και μην ξαναζυγώσης, Ανθίτσα μου, στα φίδια• τις ρίχτρες, γιατί θα πέση του Κυρίου τ’ αστραπόβροντο να μας κάψη ...

Και ξανάκαμε τούς δέκα σταυρούς.
Η Ανθίτσα εγκαρδιώθηκε. Τής φάνηκε σα νάγινε άλλος άνθρωπος, σα ν’ αντίκρυσε την κοινωνία και το Θεό για πρώτη φορά μετά το λάθος της. Έπεσε στην ποδιά τής γριάς και κλάψανε μαζί για ώρα πολλή.

Η Ανθίτσα έγινε μάννα. Με βάσανα, με ξενοδουλειές, με νηστείες, το παιδί του κατακτητή αναστήθηκε στης γριάς, της γιαγιάς του.
Η γριά βάσταγε και δούλευε κ’ είχε και τον καιρό να το κουνάη και να του μιλή, να του χτυπάη, να του παίζη κανέναν πάφιλα, κανένα βρονταλίδι, ως να γυρίση απ’ τη δουλειά η Ανθίτσα. Πέρασε ένας χρόνος. Πέρασε ένας και μισός. Μα το παιδί δεν απαντούσε στα παιγνίδια τους, παρά με άναρθρες φωνές. Με α και ε! Συλλαβή δεν έδενε στο στόμα του. Συλλογίστηκαν μήπως είναι αργομίλητο. Μα έκλεισε το δεύτερο χρόνο κ’ ήταν στα ίδια. Αποφάσισαν μια φορά να το πάνε στον καθηγητή, την ώρα που δεχόταν τους φτωχούς άρρωστους. Ο γιατρός, άξαφνα, χτυπώντας τις παλάμες του μπροστά στο παιδί για να το ξαφνίση, είδε πως τα βλέφαρα του έμειναν στο χτύπο ακίνητα. Ύστερα δόνησε κάποιο μέταλλο κοντά στ’ αυτί του. Και, αφού έκαμε και κάτι άλλες δοκιμές, σήκωσε τα γυαλιά του, κοίταξε τις δυο γυναίκες και είπε, με την απάθεια που έχουν πολλοί γιατροί, όταν μηνούνε συμφορές :

— Το παιδί θα μείνη κωφάλαλο. Έτσι γεννήθηκε.

Η μάννα στάθηκε ασάλευτη, κοιτάζοντας το γιατρό σα να πέτρωσε. Και, προτού προφτάση να μέτρηση το βάθος της συμφοράς που της ανοίγεται — στη στιγμή, σαν αστραπή, έτρεξεν ο νους της ... σε ποιόν τάχα ; Μήπως στον τραγουδιστή που έδωσαν τέτοιον καρπό τα τραγούδια του ; Όχι. Ο νους της πήγε σ’ εκείνη που προσφέρθηκε να τα μπαλώση όλα και να σάρωση το πεπρωμένο ..., στο κακόμουτρο λαδικό, στη Ρίχτρα, που, ό,τι κι αν ήταν, είχεν όμως η στριγγλιά της βαθύτερες γνωριμίες με τη μοίρα κ’ ήταν αυτή τη στιγμή για την Ανθίτσα χίλιες φορές πονετικώτερη από το ψυχικό της Σώστρας !

[1] Ζαχαρία Παπαντωνίου, «Διηγήματα», Εστία