Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Οικονομία

το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο Βυζάντιο[1]

Οι συναλλαγές στο Βυζάντιο[2] διεξάγονταν σε χρήμα. Η χρηματική οικονομία ήταν σε ακμή στο Βυζάντιο ήδη από τις αρχές της πρωτοβυζαντινής εποχής. Με τη χρηματική συμβαδίζει και η πιστωτική οικονομία.

Πραγματικά, βρίσκουμε τεκμήρια για την ύπαρξή της, μολονότι όχι διαφωτιστικά για τις μεθόδους και την οργάνωσή της. Πιστωτικές και τραπεζικές εργασίες ενεργούν οι argentarii [δηλαδή οι αργυραμοιβοί, αργυροπράται]. Για την έκταση των τραπεζιτικής φύσεως εργασιών τους δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Πάντως δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα σημαντικές.

Καλύτερα είμαστε πληροφορημένοι για το ύψος του τόκου στο Βυζάντιο. Όποιος δανειζόταν χρήματα όφειλε να δώσει τόκο γι’ αυτά, είτε βάσει σχετικού νόμου είτε βάσει της συμφωνίας δανειστού και δανειζομένου.

Το ύψος του τόκου που ήταν απαιτητός βάσει νόμου το καθόριζε ο δικαστής. Συνήθως το σχετικό επιτόκιο ήταν 6%, εκτός αν επικρατούσε εθιμικά στον τόπο της συναλλαγής κατώτερο επιτόκιο. Αλλά και όταν ο τόκος ήταν απαιτητός βάσει συμφωνίας, το επιτόκιό του ανερχόταν συνήθως σε 6%. Αν οι δανειστές όμως ήταν illustres, ανώτατοι δηλαδή υπάλληλοι, συγκλητικοί κλπ, τότε επιτρεπόταν να δανείσουν μόνο με 4%. Αντίθετα οι έμποροι, τεχνίτες κλπ μπορούσαν να δανείσουν με 8%. Είναι προφανής ο κοινωνικός σκοπός των διατάξεων αυτών: Όταν η κοινωνική θέση του δανειστή ήταν δυνατό να του επιτρέψει να κάνει κατάχρηση της ευπορίας και του πλούτου του, το κράτος επενέβαινε περιοριστικά. Όταν, όμως, ο τοκισμός ήταν μέσα στα επαγγελματικά πλαίσια του δανειστή, το κράτος γινόταν πιο ανεκτικό.

Αντίθετη προς την κρατική πολιτική ήταν η πολιτική της Εκκλησίας στο ζήτημα του τοκισμού. Επανειλημμένα καταδίκασε τον τόκο, κι αυτό ανάγκασε και το κράτος να απαγορεύσει τον τόκο για ένα διάστημα. Συναλλακτική οικονομία όμως χωρίς πιστώσεις και δανεισμό και δανεισμός χωρίς τόκο δεν μπορεί να υπάρξει. Κι έτσι γρήγορα βλέπουμε και πάλι τον τόκο να αναγνωρίζεται και να χρησιμοποιείται επίσημα.

Η χρηματική οικονομία προϋποθέτει την ύπαρξη σταθερού νομίσματος. Τούτο είχε πετύχει ήδη ο Μ. Κωνσταντίνος έπειτα από τις νομισματικές και οικονομικές ανωμαλίες της εποχής των προηγουμένων του αυτοκρατόρων. Σύμφωνα με το σύστημα που εισήγαγε ο αυτοκράτορας αυτός, η νομισματική μονάδα ήταν ο solidus [νόμισμα], ίσος προς το 1/72 της λίτρας χρυσού ή βάρους 4,54 γραμμαρίων. Χρυσά νομίσματα εκτός από τον σόλιδο ήταν οι υποδιαιρέσεις του: ο semisses [1/2 σόλιδος] και ο tremisses [1/3 του σολίδου].

Ο σόλιδος υποδιαιρούνταν σε 12 μιλιαρέσια, 24 κεράτια [siliquae] και 288 φόλλεις. Τα μιλιαράσια και τα κεράτια ήταν εργυρά νομίσματα. Οι φόλλεις ήταν χάλκινα νομίσματα.

Για τις μικρές καθημερινές ανάγκες υπήρχαν και μικρότερα χάλκινα νομίσματα, οι nummi, οργανωμένοι σε δινούμμια, πεντανούμμια κλπ.

Η τύχη του χάλκινου κέρματος κατά τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες δεν ήταν διόλου λαμπρή. Στην αρχή η αξία του ήταν ασταθής και είχε μεγάλες διακυμάνσεις, μέχρις ότου ο Αναστάσιος Α΄ κατόρθωσε να το σταθεροποιήσει. Έκοψε χάλκινους φόλλεις μεγαλυτέρου σχήματος και αξίας 40, 20, 10 και 5 νουμμίων που δηλωνόταν με τους αντίστοιχους ελληνικούς αριθμούς Μ, Κ, Ι, Ε στην επιφάνειά τους. Συμπλήρωσε έτσι στο σημείο αυτό το νομισματικό σύστημα του Μ. Κωνσταντίνου.

Το βυζαντινό χρυσό «νόμισμα» διατηρήθηκε ανόθευτο για πολλούς αιώνες κι έτσι απέβη λαμπρότατο μέσο στις μεγάλες εμπορικές συναλλαγές όχι μόνο του βυζαντινού, μα ακόμη και του διεθνούς εμπορίου. Όπως πολύ ορθά τόνισε ο H. Gelzer, το Βυζάντιο για οκτακόσια περίπου χρόνια, από τον Διοκλητιανό μέχρι τον Αλέξιο Κομνηνό, δεν κήρυξε ποτέ του χρεοκοπία ούτε ανέστειλε τις πληρωμές του. Κι όλους αυτούς τους αιώνες το βυζντινό νόμισμα ήταν το μόνο διεθνές μέσο συναλλαγής, επειδή όλη αυτή τη μακρά περίοδο παρέμεινε ανόθευτο[3].

[1] Ιωάννη Καραγιαννόπουλου, «το βυζαντινό Κράτος», μέρος Β΄, σελ. 483-485, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996.
[2] Ο όρος «βυζαντινός» είναι νεολογισμός. Τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Ιερώνυμος Βολφ [1516-80] στα 1562, όταν εισηγήθηκε την ίδρυση Corpus Byzantinae Histiriae, και τον καθιέρωσε ο Φίλιππος Λαμπέ [1609-67] ο ιδρυτής της Βυζαντίδας του Λούβρου, προλογίζοντας το έργο του με τις λέξεις: “De Byzantinae historiae scriproribus …”. Στον πρώτο τόμο της Βυζαντίδας δημοσίευσε ένα “Protreptikon” στους «εραστές της Βυζαντινής ιστορίας» τονίζοντας τη σημασία της, τόσο πλούσιας σε γεγονότα, τόσο ελκυστικής στην ποικολομορφία της, τόσο σημαντικής στη διάρκειά της. Στα 1680 ο Κάρολος Ντυ Κάνζ χρησιμοποίησε τον όρο για να τιτλοφορήσει το ιστορικό του βιβλίο, που πραγματεύεται την ιστορία του κράτους της Κωνσταντινούπολης, Historia Byzantina.
[3] H. Gelzer, Kuturgeschichte 78 – Οι πρώτες σοβαρές νοθεύσεις του Βυζαντινού νομίσματος έγιναν τον 11ο αι. Βλ. P. Grierson, Debasement 379 κε – C. Morison, Devaluation 3 κε.