Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Δίκαιο

Περί της κατάχρησης της εξουσίας

Εγκλήματα «λευκού κολλάρου» και εγκλήματα «μπλε κολλάρου»[i]

Η διάκριση σε εγκλήματα «λευκού κολλάρου» ή «λευκού περιλαι-μίου» και σε εγκλήματα «μπλε κολλάρου» δημιουργεί απορίες σε όσους δεν ασχολούνται με τις ποινικές επιστήμες. Επί πλέον θίγει το ελληνικό γλωσσικό αίσθημα. Ο όρος εγκληματικότητα «λευκού κολλάρου» δημιουργήθηκε το 1940 από τον Αμερικανό εγκληματολόγο Ε. Sutherland (1883-1950). Σε σχετικές δημοσιεύσεις του εκείνης της εποχής τόλμησε να επισημάνει την εγκληματική συμπεριφορά ατόμων με «υψηλή κοινωνική θέση». Όρισε μάλιστα ως έγκλημα λευκού κολλάρου την παράβαση του ποινικού δικαίου από άτομα της ανώτερης κοινωνικοοικονομικής τάξης στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων».
Από τον παραπάνω ορισμό προκύπτει ότι εκείνο που επέβαλε τη δημιουργία αυτής της κατηγορίας εγκλημάτων, ήταν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δραστών. Δηλαδή, το υψηλό κοινωνικό status που απέρρεε από την επαγγελματική τους απασχόληση. Γνώρισμα που τους διαφοροποιούσε από τους περισσότερους, συνηθισμένους δράστες, οι οποίοι, σύμφωνα με τις στατιστικές των καταδικών, ανήκαν στην κατώτερη κοινωνικοοικονομική τάξη, την τάξη που φορεί «μπλε κολλάρο», φόρμα εργάτη.
Η έννοια του εγκλήματος λευκού κολλάρου αρχικά αναφερόταν σε αθέμιτες δραστηριότητες κυρίως επιχειρηματιών, και μάλιστα ανωτέρων τάξεων, ή και επιχειρήσεων (π.χ. στις Η.Π.Α., η ποινική ευθύνη νομικού προσώπου είναι νοητή). Βαθμιαία όμως το περιεχόμενο της εννοίας μεταβλήθηκε. Στα εγκλήματα αυτά προστέθηκαν τα οικονομικά εγκλήματα που διαπράττουν άτομα από οποιαδήποτε κοινωνική τάξη μέσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους απασχόλησης, αδιάφορο αν αυτή γίνεται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα (π.x. φοροδιαφυγή δικηγόρου, εγχείριση μη δικαιολογημένη ιατρικώς από χειρουργό, δωροληψία κτλ.) Έτσι γίνεται λόγος στην Ευρώπη συνήθως για οικονομικά εγκλήματα η οικονομική εγκληματικότητα (Wirtschaftskriminalitaet, economic crime, criminalité des a-faires). Για την έννοια αυτή δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός γι' αυτό και συχνά είτε απαριθμούνται τα εγκλήματα που την απαρτίζουν είτε προτείνονται κατατάξεις, όπως θα δούμε παρακάτω.
Στη σύγχρονη αμερικανική βιβλιογραφία απαντώνται και νέοι όροι. Ο όρος «επαγγελματικό έγκλημα» (occupational crime)79 φαίνεται πως ταυτίζεται με τον όρο «οικονομικό έγκλημα» και αντικαθιστά πλέον τον στενότερο όρο του Sutherland. (Στην ευρωπαϊκή, εγκληματολογική παράδοση με την έντονη επίδραση της θετικής σχολής και τις διακρίσεις των εγκληματιών σε «εκ περιστάσεως, καθ' έξιν ή κατ' επάγγελμα» κτλ. ένας τέτοιος όρος δημιουργεί άλλους συνειρμούς γι’ αυτό ίσως και αποφεύγεται). Εξάλλου με τον όρο «έγκλημα του υπερκόσμου» (upperworld crime) επιχειρείται μια ακόμα διεύρυνση των εγκλημάτων «λευκού κολλάρου»», ώστε να περιλαμβάνουν και εγκλήματα πολιτικής δράστηριότητας που χαρακτηρίζονται από σήψη και διαφθορά.
Όποιος και αν είναι ο όρος της νέας αυτής κατηγορίας εγκλημάτων, είναι βέβαιο ότι ακόμα δεν έχει σαφώς καθοριστεί το περιεχόμενο της. Οι ερευνητές δεν έχουν προσδιορίσει τελεσίδικα τα είδη των εγκλημάτων που περιλαμβάνει (ωστόσο δεν αμφισβητείται ότι η συζυγοκτονία που διαπράττει ένας μεγαλοεπιχειρηματίας δεν είναι έγκλημα λευκού κολλάρου), το modus operandi και τα ακριβή χαρακτηριστικά των δραστών, την έκταση της βλάβης στα θύματα, καθώς και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρουν οι δράστες. Πάντως και σ' αυτήν την κατηγορία εγκλημάτων, όπως και στο οργανωμένο έγκλημα, είναι χρήσιμη μια περιγραφική προσέγγιση.


Κατά τον Kaiser και άλλους τα οικονομικά εγκλήματα, παρά την κάποια αμοιβαία διείσδυση, είναι δυνατόν να καταταγούν σε τέσσερις ομάδες σύμφωνα με την περιοχή που πρέπει να προστατευθεί.

— Προστασία της εθνικής οικονομίας και της οικονομίας των επιχειρήσεων: εγκλήματα κατά των τραπεζών και του χρηματιστηρίου εγκλήματα σχετικά με το σύστημα των πιστώσεων, με τις ασφάλειες, με τον ελεύθερο ανταγωνισμό, με τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων.
— Προστασία του δημοσιονομικού τομέα: εγκλήματα σχετικά με τη φορολογία, τον τελωνειακό κώδικα, απάτη ως προς τις χρηματοδοτήσεις, δωροδοκία και δωροληψία.
— Προστασία του κοινωνικού συνόλου: παραβάσεις διατάξεων σχετικών με την προστασία της νεότητας και της εργασίας, την κοινωνική ασφάλιση και γενικά εγκλήματα σχετικά με την προστασία των καταναλωτών (π.χ. νοθεία τροφίμων) και του περιβάλλοντος.
— Προστασία των αντισυμβαλλομένων και καταναλωτών: απάτη και τοκογλυφία.

Από όσα αναφέρθηκαν καταδεικνύεται η εγκληματολογική αξία της διάκρισης αυτής. Ωστόσο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η σταδιοδρομία του όρου εγκλήματα λευκού κολλάρου δεν ήταν απρόσκοπτη. Ήδη από το Ι947 είχε αρχίσει η αμφισβήτησή του. Η αοριστία και η ασάφεια του όρου, το ζήτημα αν όντως αποτελούν τα εγκλήματα αυτά ξεχωριστή κατηγορία εγκλημάτων με ειδική μορφή συμπεριφοράς και το ερώτημα αν είναι ορθό να αντιμετωπίζονται ηγετικά και υπεύθυνα στοιχεία της κοινωνίας ως εγκληματίες, είναι μερικά από τα θέματα που έθιξαν οι επικριτές των εγκλημάτων λευκού κολλάρου. Τα εγκλήματα όμως αυτά στην «απομυθοποιημένη και εκδημοκρατισμένη» μορφή τους δεν αμφισβητούνται πλέον. Αντίθετα είναι φανερό ότι η δημιουργία αυτής της ξεχωριστής κατηγορίας εγκλημάτων βοήθησε να εντοπισθεί μια νέα μορφή εγκληματικότητας συνυφασμένη με την οικονομική ανάπτυξη και την καταναλωτική κοινωνία, μια εγκληματικότητα που συνεπάγεται πολύπλευρη ζημιά. Αν και δεν είναι γνωστή η ακριβής έκταση των εγκλημάτων λευκού κολλάρου — αφού είναι μεγάλος ο σκοτεινός τους αριθμός — είναι παραδεκτό ότι ζημιώνουν σημαντικά την κοινωνία. Το υψηλό κόστος των εγκλημάτων αυτών μαρτυρούν αφενός τα συνήθως πολύ μεγαλύτερα χρηματικά ποσά που αφορούν και αφετέρου τα πολύ περισσότερα θύματα που εμπλέκονται στα οικονομικά εγκλήματα από ό,τι στα συνηθισμένα εγκλήματα. Αλλά και το κοινωνικό τους κόστος είναι βαρύ αφού τα εγκλήματα αυτά διαβρώνουν θεσμούς και άτομα.
Εξάλλου αυτή η διάκριση εγκλημάτων επέβαλε στους ποινικολόγους και εγκληματολόγους να ασχοληθούν με την ανεύρεση διαφορετικών και αποδεκτών από ειδικοπροληπτικη και γενικοπροληπτική άποψη μεθόδων μεταχείρισης (π.χ. ποινές που πλήττουν την ελευθερία οικονομικής και επαγγελματικής δραστηριότητας του δράστη — κλείσιμο επιχείρησης, αφαίρεση επαγγελματικής αδείας, ποινές στερητικές της ελευθερίας, υψηλές χρηματικές ποινές, έκκληση στη συνείδηση).
Τέλος, δεν θα έπρεπε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι αυτή η νεοπαγής κατηγορία εγκλημάτων αποτέλεσε κινητήρια δύναμη για έρευνα και συγγραφή αξιόλογων έργων στις ποινικές επιστήμες. Επιπλέον εξακολουθεί να χρησιμεύει, όπως και την εποχή του Sutherland, στον ποινικό νομοθέτη σαν μανδύας με τον οποίο καλύπτει νέες μορφές συμπεριφοράς (π.χ. ρύπανση περιβάλλοντος) για τις οποίες επιβάλλεται εγκληματοποίηση.

Εγκλήματα μη συμβατικά και εγκλήματα κοινά, συμβατικά

Πρόσφατα, η προσοχή διεθνών οργανισμών και κυρίως του Ο.Η.Ε., έχει στραφεί στα μη συμβατικά εγκλήματα. Για τα εγκλήματα όμως αυτά, όπως και για τα οργανωμένα εγκλήματα ή τα οικονομικά εγκλήματα, τα οποία συνήθως εμπεριέχονται στα μη συμβατικά εγκλήματα, δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός.
Ο όρος μη συμβατικά εγκλήματα προϋποθέτει τη διχοτόμηση όλων των εγκλημάτων σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στην κατηγορία των κοινών, παραδοσιακών, συμβατικών εγκλημάτων (π.χ. εκ προθέσεως ανθρωποκτονία, σωματική βλάβη, ληστεία, κλοπή, βιασμός κτλ.) και στην κατηγορία των μη συμβατικών εγκλημάτων. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται μορφές συμπεριφοράς οι οποίες, αδιάφορο αν συνιστούν έγκλημα, αποτελούν κατάχρηση οικονομικής ή πολιτικής εξουσίας. Στην περίπτωση που συνιστούν έγκλημα, η υψηλή πολιτική, οικονομική ή κοινωνική θέση του δράστη ή οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελείται μειώνουν συνήθως τις πιθανότητες ανακάλυψης ή σύλληψης ή καταγγελίας κτλ.
Ως παραδείγματα μη συμβατικών εγκλημάτων αναφέρονται ιδιαίτερα» τα οικονομικά εγκλήματα και μεταξύ αυτών οι απάτες στις αγοραπωλησίες γης
, η εκμετάλλευση εργατών και μάλιστα μεταναστών, οι εισαγωγές και εξαγωγές ακατάλληλων και επικίνδυνων προϊόντων, τα οικονομικά εγκλήματα των πολυεθνικών εταιρειών και γενικά η κατάχρηση οικονομικής εξουσίας από αυτές τις εταιρείες σε βάρος κυρίως αναπτυσσομένων χωρών (π.χ. πωλήσεις απαγορευμένων φαρμάκων, απάτη ως προς τη διαφήμιση). Μη συμβατικά εγκλήματα θεωρούνται επίσης η βάναυση μεταχείριση υπόπτων από αστυνομικούς ή κρατουμένων από φύλακες, η διαφθορά πολιτικών, δικαστών ή άλλων ατόμων με ενισχυμένες εξουσίες, το οργανωμένο έγκλημα καθώς και τα εγκλήματα κατά της ειρήνης, τα εγκλήματα πολέμου, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, η γενοκτονία, το απαρτχάιντ, η δουλεία, τα βασανιστήρια, η αυθαίρετη εκτέλεση ατόμων, η αναγκαστική ή ακούσια εξαφάνιση ατόμων και άλλες σημαντικές παραβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η αναφορά σε παραδείγματα μη συμβατικών εγκλημάτων τονίζει το εύρος των μορφών συμπεριφοράς τις οποίες καλύπτει η κατηγορία αυτή. Επίσης συντελεί στο να διαπιστώσει κανείς ότι πολλά από τα συμβατικά εγκλήματα δεν αποτελούσαν εγκλήματα σε ορισμένες χώρες (πρβλ. τον πρόσφατο ελληνικό νόμο 1500/1984 για τα βασανιστήρια και την κατάχρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) ή και δεν αποτελούν ακόμη.
Η επισήμανση των μη συμβατικών εγκλημάτων επιβεβαιώνει την επίδραση της νέας, ριζοσπαστικής εγκληματολογίας στην παλιά, παραδοσιακή εγκληματολογία. Εκείνο όμως που κάνει πιο σημαντική αυτή την επισήμανση είναι ότι ευαισθητοποιεί την κοινή γνώμη στα εγκλήματα των κυβερνώντων και της άρχουσας τάξης.

Το πρόβλημα της «κατάχρησης εξουσίας» και των μη συμβατικών εγκλημάτων έχει απασχολήσει τον Ο.Η.Ε. εδώ και μια δεκαετία. Το 1980 (6ο Συνέδριο. Καράκας) συζητήθηκε διεξοδικά το θέμα «Έγκλημα και Κατάχρηση Εξουσίας: Αδικήματα και Δράστες πέρα από το Νόμο». Σε σχετική μάλιστα απόφαση του Ο.Η.Ε. προτρέπονται τα κράτη-μέλη, και ιδιαίτερα τα αναπτυσσόμενα, να συνεχίσουν να συλλέγουν, να αναλύουν και να μεταδίδουν πληροφορίες σχετικά με την κατάχρηση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. (Υπολογίζεται ότι τα θύματα από την εγκληματική κατάχρηση πολιτικής εξουσίας σε μια περιοχή τα τελευταία 15 έτη ήταν 2.000.000 αγνοούμενοι πολύ περισσότερα, φυσικά, από τα θύματα συμβατικών ανθρωποκτονιών). Το 1985 το Σχέδιο Διακήρυξης για Δικαιοσύνη και Βοήθεια σε Θύματα περιέλαβε και διάταξη στην οποία εξομοιώνονται τα θύματα των συμβατικών εγκλημάτων με τα θύματα των μη συμβατικών. Δεν είναι φυσικά γνωστό, αν θα παραμείνει η διάταξη αυτή και αν τα θύματα των μη συμβατικών εγκλημάτων θα έχουν τελικά τα ίδια δικαιώματα για αποζημίωση και περίθαλψη καθώς και για πρόληψη της θυματοποίησής τους με τα θύματα των συμβατικών. Πάντως ο σπόρος για την αναγνώριση των μη συμβατικών εγκλημάτων και την παραδοχή της χρησιμότητας τους έχει ήδη αρχίσει να ριζώνει παρά την ευρύτητα ή και κάποια αοριστία του όρου και παρά το γεγονός ότι θίγονται συμφέροντα με την καθιέρωση αυτών των εγκλημάτων.


[i] Κ.Δ. Σπινέλη, «Εγκληματολογία», κ. 3.4.6 & 3.4.7, σ. 113-118, νομικές εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1985