Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Τριακόσιοι

300[1]

Αι Θερμοπύλαι είναι ένας στενός τόπος, 25 ποδών το πλάτος, μεταξύ Θεσσαλίας και Φωκίδος, διαυθεντευόμενος από τα ερείπια ενός τείχους, έχοντος πύλας, το οποίον εκτίσθη προ χρόνων από τους Φωκείς, διά να τους φυλάττη από τας εισδρομάς των γειτνιαζόντων εθνών. Εξ αιτίας τούτων των πυλών, καίτινων θερμών λουτρών, ευρισκομένων εν τη εισόδω του στενού, ωνομάσθη ο χώρος εκέινος Θερμοπύλαι. Εν τούτω λοιπόν τω στενώ, εστάθη το Ελληνικόν στράτευμα, τόσον διά την στενότητα του τόπου, όσον και διά την εγγύτητα της θαλάσσης, όθεν αι διά ξηράς δυνάμεις εδύναντο εν καιρώ να λάβωσι βοήθειαν από τον στόλον. Η διαφύλαξις τούτου του στενού παρεδόθη εις τον Λεωνίδαν, ένα των δύο βασιλέων της Σπάρτης, όστις είχεν υπό την εξουσίαν του εξ χιλιάδας ανθρώπων, ων οι μεν τριακόσιοι ήσαν Σπαρτιάται, οι δε λοιποί Βοιωτοί, Κορίνθιοι, Φωκείς, και Αρκάδες, όλοι π΄ροθυμοι εις μάχην εν τη παρούση ανάγκη, και μη φοβούμενοι ολοτελώς τους πολυαρίθμους βαρβάρους. Και έκαστος μεν αυτών είχεν ομοεθνή στρατηγόν, αλλ’ ο Λεωνίδης ην ο αρχιστράτηγος. Πλην μ’ όλον οπού η στερεά απόφασις τούτων των στρατιωτών ην ακράδαντος, ως τόσον ο διορισμός αυτών ολίγην ελπίδα έδιδεν, επειδή αυτοί όλοι εθεώρουν εαυτούς ως ανθρώπους απολωλότας, οι οποίοι εστάλησαν ώδε διά να εμποδίσωσιν επ’ ολίγον την πρόοδον του εχθρού, δίδοντες απόπειραν της απελπισμένης ανδρίας των Ελλήνων. Αλλά και αυτοί οι χρησμοί δεν έπαυον εκφοβίζοντες αυτούς. Χρησμός τις είπεν, ότι προς ασφάλειαν της Ελλάδος, ανάγκη ην ίνα αποθάνη εις βασιλεύς από τους Ηρακλείδας. Ταύτην την προφητείαν απεδέχθη ο Λεωνίδης ασμένως, όστις, μ’ όλον οπού εξερχόμενος εκ της Λακεδαιμονίας, εθεώρει εαυτόν ως εκούσιον θύμα υπέρ της πατρίδος, έλαβε μετά χαράς την διοικήσιν του ολίγου στρατεύματος, και κυριεύσας τας Θερμοπύλας, ανέμενεν αφόβως τον ερχομόν του Περσικού στρατεύματος.

Εν τούτοις, επλησίασε και ο Ξέρξης με το πολυάριθμον στράτευμα, επαιρόμενος επί τη ευτυχία του, και βεβαιότατος της νίκης, και παριστών εις το στρατόπεδόν του όλα τα σημεία της Ασιατικής μεγαλοπρεπείας, και τρυφής. Αυτός ελπίζων να μη απαντήση καμμίαν ανθίστασιν εις τον δρόμον του εις την Ελλάδα, και ερχόμενος με τας δυνάμεις του περισσότερον διά να εκφοβίσειτους Έλληνας, παρά να πολεμήση, μεγάλως εξεπλάγη, και εθαύμασεν, όταν εύρεν ολίγους απελπισμένους άνδρας, προθύμους ίνα εμποδίσωσι την πάροδόν του. Αυτός ενόμιζε πάντοτε, ότι οι Έλληνες, ευθύς οπού ήκουόν που τον ερχομόν του, έφευγον, και μόλις εδυνήθη να πιστεύση τους λόγους του Δημάρατου, όστις προείπεν, ότι εις τον πρώτον πόρον οπού ήθελε φθάση, όλον το στράτευμα ήθελεν εμποδισθή εις τα πρόσω. Και αυτός ο Ξέρξης, επιθεωρήσας τα χαρακώματα, και το στρατόπεδον, όπου τινές μεν των Λακεδαιμονίων διήγον ησύχως εις στρατιωτικάς γυμνάσεις, άλλοι δε εκτένιζον τας κόμας, ηρώτησε την αιτίαν του ποιουμένου, προς ον είπαν, ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ητοιμάζοντο οι Σπαρτιάτες εις μάχην. Αλλ’ ο Ξέρξης, ελπίζων πάντοτε να φύγωσιν, επρόσμεινε τέσσαρας ημέρας, διά να τοις δώση τάχα καιρόν να στοχασθώσι τον επικείμενον κίνδυνον. Αλλ’ αυτοί ήσαν πάντοτε εύθυμοι, και αφρόντιδες, και εθεώρουν τον θάνατον ως το τέλος των πόνων. Τέλος, έστειλεν ο Ξέρξης προσαγήν εις τους Σπαρτιάτας να παραδώσωσι τα όπλα των. Αλλ’ ο Λεωνίδης απεκρίθη με Σπαρτιατικήν τω όντι σοβαρότητα, ελθέ και λάβε. Έπειτα υπεσχέθη, εάν παραδώσωσι τα άρματα, να τους δεχθή ως φίλους, και να τοις δώση μίαν χώραν πολύ πλατυτέραν, και καλλιτέραν απ’ εκείνην, υπέρ ης εμάχοντο. «Καμμία χώρα, απεκρίθησαν, δεν είναι άξια αποδοχής εάν δεν αποκτηθή με ανδρία». Τα δε όπλα, είπαν, τα εχρειάζοντο πάντοτε, είτε ως φίλοι του, είτε ως εχθροί. Ακούσας ταύτα ο Μονάρχης, ηρώτησε τον Δημάρατον, αν αυτοί οι απελπισμένοι άνθρωποι εδύναντο να τρέξωσι ταχύτερον από τους ίππους των. Όχι, απεκρίθη ο Δημάρατος, αλλ’ αυτοί θέλουσι πολεμήσει έως της τελευταίας ρανίδος του αίματος, και ουδέ εις αυτών επιζήσει την ελευθερίαν της πατρίδος. Τινές έλεγον, ότι οι Πέρσαι ήσαν τόσον πολυάριθμοι, οπού τα βέλη των ήθελον σκοτίση τον ήλιον. Τόσον καλλίτερον, απεκρίθη ο Σπαρτιάτης Διηνεκής, επειδή τότε θέλομεν πολεμεί υπό την σκιάν.


[1] Βιβλιοθήκη του Ιωάννου Β. Παραγυιού, «Ιστορία της Ελλάδος», Όλιβερ Γκολντσμίθ, σελ. 153-156, Βιέννη, Οκτώβριος 1805.