Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

πολιτική ιστορία

Πόλις και έθνος

Το κράτος-έθνος αντιπροσωπεύει μια φάση πολύ πιο καθυστερημένη σε σχέση με την πόλη. Κατά πάσα πιθανότητα, το έθνος, που βρίσκεται πλησιέστερα στις φυλετικές κοινωνίες, προηγείται χρονικά της πόλης η οποία εμφανίζεται ως αυτόνομη πολιτική και οικονομική μονάδα όχι πριν από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., κυρίως στην Ιωνία, στα νησιά του Αιγαίου και στις ανατολικές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Έθνη συναντάμε σε περιοχές όπου ο θεσμός της πόλης είτε δεν αναπτύχθηκε καθόλου είτε αναπτύχθηκε περιορισμένα, δηλαδή στη δυτική και βόρεια Ελλάδα, περιοχές στις οποίες είτε δεν διείσδυσε καθόλου είτε αναπτύχθηκε περιορισμένα, δηλαδή στη δυτική και βόρεια Ελλάδα, περιοχές στις οποίες είτε δεν διείσδυσε καθόλου είτε διείσδυσε σε περιορισμένο βαθμό ο μυκηναϊκός πολιτισμός, ενώ η πόλις εμφανίζεται στις ζώνες ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, τα έθνη της Ασίας – Μήδοι, Σύριοι, Ασσύριοι, Άραβες κ.λπ. – υπέκυψαν στην περσική κατάκτηση. Έθνος στην Κύρου Παιδεία (Ι, 1 4-5) είναι ένας λαός με εμβρυακή πολιτική οργάνωση. Έθνος σημαίνει επίσης μια κατηγορία πληθυσμού όπως οι δημιουργοί, γεωργοί και ευπατρίδες στην αρχαϊκή Αθήνα[1] ή οι πενεστές στη Θεσσαλία[2] ή ακόμα ένα λαό στο σύνολό του, όπως έθνος ελληνικόν, έθνος αττικόν ή πελασγικόν (Ηρόδοτος).

Αντίθετα από τις πόλεις που χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη ενός αστικού πυρήνα, τα έθνη δεν περιλαμβάνουν, κατά κανόνα, αστικό κέντρο[3]. Στο σημείο αυτό η Αθήνα αποτελεί τυπικό παράδειγμα: η επικράτειά της (η χώρα) περιλαμβάνει όλη την Αττική (μόνο μερικές ακραίες περιοχές, όπως η Ορωπία δεν περιλαμβάνονται πάντοτε στον «πολιτικό χώρο»0. Το κέντρο όμως κάθε πολιτικής δραστηριότητας είναι το αθηναϊκό άστυ.

Αντίθετα, στο κράτος – έθνος είναι δυνατόν να μην υπάρχει καθόλου αστικό κέντρο. Ο πληθυσμός ζει διασκορπισμένος σε πολυάριθμα χωριά, εκτεταμένα σε μια αρκετά μεγάλη έκταση. Οι πολιτικοί δεσμοί που συνδέουν τους κατοίκους μπορεί να είναι ιδιάιτερα χαλαροί, η δε παρουσία του κράτους αχνή. Ένας παράγων συνήθως αποφασιστικός για την απουσία κεντρικής διοίκησης, είναι η γεωγραφική εξάπλωση των εθνών που καθιστά δύσκολη, αν όχι ανέφικτη, την μεταμόρφωση των κωμών αυτών σε πραγματικές πόλεις, με μοναδικό αστικό κέντρο.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα κράτη – έθνη περιλαμβάνονται οι Μακεδόνες, οι Θεσσαλοί, οι Φωκείς, οι Λοκροί, Οι Αιτωλοί, οι Ακαρνάνες, οι Αχαιοί και οι Αρκάδες. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένα έθνη ο αρχαίκός χαρακτήρας άρχισε να αμβλύνεται λόγω της αναπτύξεως, στο εσωτερικό του έθνους, πόλεων οι οποίες ανεξαρτητοποιούνται και ακολουθούν ανεξάρτητη πολιτική ζώη. Είναι η περίπτωση λ.χ. της Τεγέας και της Μαντινείας στην Αρκαδία ή των μικροσκοπικών πόλεων Οιάνθεια και Χάλειον στη Λοκρίδα. Είναι ακόμα δυνατόν να υπάρξει μια ένταση στις σχέσεις ανάμεσα στο ενωτικό έθνος και στις αυτονομιστικές πόλεις, όπως συνέβη στην Θεσσαλία κατά την κλασική περίοδο. Μια ιδιαίτερη περίπτωση όπου βλέπουμε να εξαλείφεται η αρχική ενότητα του έθνους από την ανάπτυξη, μέσα σ’ αυτό, ανεξάρτητων πόλεων, είναι η Βοιωτία. Κατά τους κλασικούς χρόνους, οι Βοιωτοί διαιρούνται σε πολλές αυτόνομες πόλεις. Υπάρχει μεν ένα Βοιωτικό ομοσπονδιακό κράτος[4], αλλά αν κοιτάξει κανείς από κοντά αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για μια κατά κάποιο τρόπο καλυμμένη Θηβαϊκή κυριαρχία. Η ενότητα των Βοιωτών δεν είναι παρά πλασματική και έχει επιβληθεί από την ισχυρότερη των πόλεων. Στην Βοιωτία, το έθνος παραχώρησε την θέση του στις πόλεις, ενώ σε άλλα μέρη η διάσπαση έχει πιο περιορισμένη έκταση.

Παρόλο που τα κράτη – έθνη καταλάμβαναν ένα σημαντικό τμήμα της Ελλάδας, μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ., ο ρόλος που διαδραμάτισαν στην ελληνική ιστορία υπήρξε περιορισμένος. Με εξαίρεση τους Λοκρούς και τους Αχαιούς, τα κράτη αυτά δεν μετέχουν στην αποικιακή κίνηση της αρχαϊκής περιόδου (8ος-7ος π.Χ. αι.) και η προσφορά τους στην ιστορία και στον πολιτισμό της κλασικής περιόδου είναι ισχνή. Για έναν Έλληνα του 5ου αιώνα, πρόκειται για καθυστερημένες περιοχές του ελληνικού κόσμου, όπου διατηρούνται ακόμα οι αρχαϊκοί τρόποι διαβίωσης και όπου η κοινωνική και οικονομική ζωή βρίσκονται ακόμα σε ένα στάδιο πρωτόγονο. Οι θεωρητικοί της πολιτικής δεν θα λάβουν τα κράτη – έθνη, κατά κανόνα, καθόλου υπόψη τους στην αναζήτηση του ιδανικού κράτους, το οποίο κατ’ αυτούς πρέπει να έχει την πολιτειακή μορφή μιας πόλης.

Όμως τον 4ο αιώνα, ορισμένα από τα κράτη – έθνη, τα οποία μέχρι εκείνη την στιγμή δεν έπαιξαν παρά ένα ρόλο ιδιαίτερα περιορισμένο στην ιστορία του ελλαδικού χώρου, θα πάρουν την πολιτική σκυτάλη από τις σημαντικότερες πόλεις που πνέουν τα λοίσθια. Το επόμενο αιώνα (3ο αιώνα π.Χ.), έθνη όπως οι Αιτωλοί και οι Αχαιοί οι οποίοι θα σχηματίσουν ομοσπονδιακά κράτη[5] και κυρίως οι Μακεδόνες, οι οποίοι διατήρησαν από παρωχημένες εποχές τον θεσμό της κληρονομικής μοναρχίας[6], θα αναλάβουν τον πρώτο ρόλο στο πολιτικό προσκήνιο.

Πίσω από τις δύο αυτές εκ διαμέτρου αντίθετες μορφές κράτους (έθνος – πόλις) βρίσκεται μια ποικιλία πολιτειακών σχημάτων τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους σε λεπτομέρειες. Παρόλα αυτά όμως είναι προτιμότερο να υιοθετήσουμε τη γενίκευση δεδομένου ότι στις δύο αυτές μορφές, έθνος – πόλις, περιλαμβάνονται τα ουσιώδη στοιχεία όλων των ελληνικών κρατών.


[1] Πλάτων, Κριτίας, 110b. Πολυδεύκης, VIII, 3.
[2] Πλάτων, Νόμοι, VII, 446 d.
[3] M. Austin – P. Vidal-Naquet, Economies et societes, σελ. 92 επ.
[4] Για τις αρχαίες συμπολιτείες και τα κοινά, βλ. J.A.O. Larsen, Greek Federal States, their Institutions and History, 1968, σελ. 16 επ. J. Triantaplyllopoulos, Rechtsdenken, σελ. 38, 141.
[5] Larsen, οπ. Παρ., σελ. 78 επ. A. Aymard, Les Assemblees de la confederation achaienne, 1938. Του ίδιου, Les premiers rapports de Rome et la confederation achaienne, 1938. R. Flaceliere, Les Aitoliens a Delphes, 1937.
[6] N.G.L. Hammond – G. T. Griffith, A History of Macedonia II, 550-336 B.C., 1979.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Ιστορία

Αλέξανδρος ο Μέγας και Ρώμη[1]

Στη Βαβυλώνα σκόπευε (ο Αλέξανδρος) να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του για νέες επιχειρήσεις, και θα την έκαν’ έδρα του και κέντρο της επικράτειας, γιατ’ η πελώρια πανάρχαια πόλη ήταν σε θέση κατεξοχήν κατάλληλη: ανάμεσα σ’ ανατολικούς και δυτικούς λαούς, και κοντύτερα προς τη Δύση, όπου κατ’ ανάγκην πια θα κατεύθυνε την κατακτητική του δραστηριότητα, αφού τελείωσε με την Ανατολή.

Στη Δύση βρισκόταν η Ιταλία – όπου πριν από λίγο δολοφονήθηκε ο άντρας της αδερφής του της Κλεοπάτρας, ο συνώνυμός του βασιλιάς των Ηπειρωτών – η Ιβηρία, με τα πλούσια ορυχεία αργύρου, η χώρα των φοινικικών αποικιών (που οι μητροπόλεις τους είχαν ενταχθή στην επικράτειά του), κ’ η Καρχηδόνα, που από τους πρώτους περσικούς πολέμους, και τη συμμαχία της τότε με τους Πέρσες, δεν είχε πάψει να πολεμάει τους Έλληνες στη Λιβύη και στη Σικελία.

Οι μεγάλες μεταβολές στον κόσμο της Ανατολής δώσανε φτερά στη δόξα του Μεγαλέξανδρου κ’ έφτασ’ ως τους πιο απόμακρους λαούς, όπου άλλοι θάβλεπαν μ’ ελπίδα την πελώρια τούτη δύναμη κι άλλοι με τρόμο, αλλ’ όλοι πάντως θάνιωθαν πως έπρεπε νάρθουν σε σχέσεις με τον ισχυρόν αυτό παράγοντα, μια και κράταγε στα χέρια του τις τύχες της οικουμένης, και με τη φιλία του από δω κ’ εμπρός να ρυθμίσουν την πορεία τους. Γι’ αυτό και καταφτάναν στο στρατόπεδό του τώρα πρεσβειες κι από μακρυνούς λαούς, άλλες φέροντας δώρα κι άλλες γυρεύοντας μιαν έγκυρη διαιτησία του για διαφορές με γείτονές τους. Και τότε, λέει ο Αρριανός, ένιωσ’ ο Αλέξανδρος κ’ οι γύρα του πως ήταν αλήθια κυριάρχος της γης όλης και της θάλασσας.



Πως ήρθαν πρέσβεις Βρέττιων, Λευκανών, Τυρρηνών, γράφει, χωρίς καμμιάν επιφύλαξη, ο Αρριανός. Για Ρωμαίων όμως πρεσβεία επίσης, που γράφουν άλλοι, αμφιβάλλει. Και μόνο ίσως από την όλη πια κατάσταση στην ιταλία θα μπορούσε να συναχθή έμμεσα πως γεννιόταν τέτοιο θέμα.

Από τον πόλεμο του μολοσσού Αλέξανδρου αρκετούς λόγους είχαν οι Βρέττιοι κ’ οι Λευκανοί να φοβούνται τη δύναμη του αδερφού της γυναικάς του, κατακτητή της Ασίας και προστάτη του ελληνικού κόσμου. Η πλούσια εμπορική πόλη, ο Τάρας, είχε καλέσει εναντίον τους τον Ηπειρώτη, που σε μεγάλη μάχη στην Ποσειδωνία (Paestum) τους νίκησε, κι αυτούς και τους συμμάχους τους Σαμνίτες, αναγκάζοντας και τους Μεσσάπιους, και τους Δαύνιους, στην ανατολική ακτή της χερσονήσου, να ενωθούν μαζί του, κ’ έτσι άπλωσε από θάλασσα σε θάλασσα τη δύναμή του. Τότε συμμάχησαν μ’ αυτόν κ’ οι Ρωμαίοι, για να χτυπήσουν κ’ οι δυο τους Σαμνίτες, που καθώς πολεμούσαν στο νοτιά είχε βρει ευκαιρία η Ρώμη να επεκτείνει την επικράτειά της ως την Καμπανία, σιγουρεύοντάς την και μ’ αποικίες της. Η δύναμη όμως του Ηπειρώτη που μεγάλωνε, κι ο φόβος μπας και κυριαρχήσει μ’ αυτά και μ’ αυτά στη Μεγάλη Ελλάδα, έκανε τους Ταραντίνους να πάνε με κείνους τώρα κατά των οποίων έιχανε φέρει τον Μολοσσό, κ’ ένας Λευκανός φυγάς τον δολοφόνησε. Έτσι κ’ οι Σαμνίτες μπόρεσαν να χτυπήσουν τους Ρωμαίους, πούχανε κιόλας πάρει και την παλιότερη σ’ εκείνα τα παράλια ελληνική πόλη, την Κύμη, μαζί με την Καπύη. Κι όταν προσπάθησαν να εγκατασταθούν και στη Νεάπολη και στην Παλαιόπολη, άρχισε, το 328, ο μεγάλος Σαμνιτικός πόλεμος που, ύστερα από πολλές νίκες και των δύο πλευρών, τελέιωσε πρώτη φορά στα καυδιανά δίκρανα, με τη συνθήκη υποταγής των Ρωμαίων. Τ’ ότι οι ελληνικές πόλεις της Ιταλίας, αντί να επωφεληθούν τις ευκαιρίες του καιρού τούτου, να ενωθούν και να δράσουν, αναθέσανε τις ελπίδες τους στον κατακτητή της Ασίας, ήταν όσο φυσικός κι ο φόβος των Ιταλών μπας και πλακώσει ξαφνικά ο Μεγαλέξαντρος και τους αρπάξει μες από τα χέρια τις πλούσιες παραθαλάσσιες πόλεις, που τις λογαριάζανε κιόλας για δικές τους, αφού βέβαιο μια φορά πως έστειλε στους Κροτωνιάτες ήδη λάφυρα από τη νίκη του στα Γαυγάμηλα, γιατί κάποιος παλιός συμπολίτης τους είχε πολεμήσει κι αυτός τον Ξέρξη στη Σαλαμίνα ! Είτε, λοιπόν, τυχαία δεν μνημονεύεται και Σαμνιτών πρεσβεία μεταξύ των άλλων, είτε πράγματι δεν είχαν στείλει τούτοι, πάντως η συνετή και προνοητική κυβέρνηση των πατρικίων της Ρώμης (που, κατά τον φοβερό πόλεμο με τους Σαμνίτες, βρήκε τρόπο να προσελκύσει τους πίσω απ’ αυτούς Λευκανούς, Άπουλους κ.ά., κ’ είχε συμμαχήσει και με τον μολοσσό Αλέξανδρο) θάκρινε φρόνιμο καθώς φαίνεται, αφού μελετούσε την κατάκτηση των ελληνικών πόλεων της Καμπανίας, να εξασφαλίσει την εύνοια ίσα-ίσα εκείνου που έπρεπε κατεξοχήν να φοβάται την αντίρρησή του.[2]


[1] Ιωάννη Γουστάβου Ντόϋζεν, «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», σε μετάφραση Ρένου Αποστολίδη, τομ. Β΄, σελ. 672-674, Ελευθεροτυπία, Αθήναι 1993.
[2] Είναι πιθανό η πρεσβεία των Ρωμαίων προς τον Αλέξανδρο να στολίστηκε απ’ τους μεταγενέστερους ιστορικούς του Μαγαλέξαντρου Άριστο και Ασκληπιάδη (Αρριανός, Ζ΄15, 5). Αλλα τ’ ότι ο Κλείταρχος [Jacoby, FGrH, απόσπ. 31] (κατά τον Πλίνιο, ΙΙΙ, 57) την αναφέρει, είν’ εν προκειμένω αρκετά αξιόπιστη μαρτυρία, μια κ’ έγραψε την ιστορία του την εποχή που τ’ όνομα των Ρωμαίων δεν ήτανε τόσο ξακουστό. Ο Αριστοτέλης, μ’ εξαίρεση κάποια σύντομη παρατήρηση για τα καλοκαιρινά φυτά (περί φυτών, Α΄821b), αναφέρει τη Ρώμη μόνο σ’ έν’ απόσπασμα, που διασώζει ο Πλούταρχος (κάμιλλος, ΚΒ΄4 [Rose, Fragmenta, αρ. 610]) διορθώνοντάς τον: Αριστοτέλης δ’ ο φιλόσοφος το μεν αλώναι την πόλιν υπό Κελτών ακριβώς σήλός εστιν ακηλοώς, τον δε σώσαντα Λεύκιον είναί φησιν. Ην δε Μάρκος, ου Λεύκιος, ο Κάμιλλος. Που σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης έδωσε λάθος μικρό όνομα στο σωτήρα της Ρώμης. Κι ο Πλίνιος, ό.π., λέει: Theophrastus [ ] primus externorum aliqua de Romanis diligentius scripsit, nam Theopompus, ante quem nemo mentionem habuit, urbem dumtaxat a Gallis captam dixit, Clitarchus ab eo proximus legationem tantum ad Alexandrum missam. Και τον αναφερόμενο εμπρησμό της Ρώμης αγνοούν οι αρχαίες πηγές. Το λεγόμενο απ’ τον Τίτο Λίβιο, ΙΧ, 18, πως ο Αλέξανδρος ne fama quidem illis notum arbitror fuisse, έχει σαν μαρτυρία για την αποστολή αυτή τόσο βάρος όσο κ’ η σιωπή των ρωμαίων χρονογράφων (ούτε τις Ρωμαιων υπέρ πρεσβείας ταύτης ως παρά Αλέξανδρον σταλέισης μνήμην τινά εποιήσατο. Αρριανός, Ζ΄15, 6.) [Υπέρ της ιστορικότητας της ρωμαϊκής πρεσβείας οι: Berve, I, 325-6, Kaerst, I, 508-10 (πιο σκεπτικός, Schachermeyr, 553, Brunt, II, 495-9, Appendix ΧΧΙΙ, Wirth-Hinuber, 979-83. Βλ. όμως και Jacoby, II B, 497, σχόλια στο σχετικό απόσπασμα του Κλειτάρχου. Τις διιστάμενες θέσεις των ερευνητών βλ. στο Seibert, 172-3, όπου και βιβλιογραφία.]

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Πολιτική, Θρησκεία και Ιστορία

Βοσνιακό

Στο απόσπασμα[1] που ακολουθεί ο βουλευτής Θεσσαλονίκης, εκείνη την εποχή και σημερινός πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, αναλύει τους λόγους που οδήγησαν έναν λαό, τον Σερβικό, στην διάσπαση, με μοχλό την θρησκευτική διαφοροποίηση, το απύθμενο μίσος και τελικά το αιματοκύλισμα στα εδάφη της πολύπαθης Βοσνίας, το μήλον της έριδος μεταξύ Σέρβων ορθόδοξων, Βόσνιων μουσουλμάνων και Κροατών. Η σύλληψη στο Βελιγράδι του πρώην ηγέτη των Σερβοβόσνιων, Ράντοβαν Κάρτζιτς, εθνικού ήρωα στην συνείδηση πολλών Σέρβων, αλλά και διαβολικής φυσιογνωμίας για την πλειοψηφία των Βόσνιων μουσουλμάνων, επαναφέρει στις μνήμες την ταραγμένη και τόσο κοντινή εκείνη περίοδο του βοσνιακού εμφύλιου, τα λάθη και τις παραλήψεις των εγχώριων παραγόντων, αλλά και των αυτόκλητων διεθνών κριτών ενός πολέμου που δεν στηρίχθηκε στις ανύπαρκτες φυλετικές αντιπαλότητες, αλλά στο θανατηφόρο μικρόβιο της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, ενός πολέμου που ξεκίνησε με την διάσπαση των δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και του οποίου τις συνέπειες εμείς, ως Έλληνες, εξακολουθούμε να βιώνουμε.

Ι.Λ.

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη μεταβιβάστηκε από την Οθωμανική στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία βαθμιαία, μέσω πολυσύνθετων ρυθμίσεων που κατά περίπτωση συνεπάγονταν οξείες διεθνείς εντάσεις, στο διάστημα μεταξύ 1878 και 1909. Ταυτόχρονα αποτελούσε και ζωτικό χώρο της εδαφικής επέκτασης που οραματίζονταν Σέρβοι και Κροάτες, έκαστος προς ίδιον όφελος.

Η πληθυσμιακή σύνθεση της Βοσνίας περιέπλεκε τα πράγματα ακόμα περισσότερο. 20% οι Κροάτες, 43% οι Σέρβοι ορθόδοξοι και οι λοιποί μουσουλμάνοι. Αυτή ήταν η σύνθεση του πληθυσμού την πρώτη δεκαετία του αιώνα. Σήμερα[2], έχει διαφοροποιηθεί προς ενίσχυση του μουσουλμανικού στοιχείου που φθάνει το 44%, με τους Κροάτες στο 18% και τους Σέρβους ορθοδόξους στο 37% περίπου.

Οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι δεν είναι ούτε τουρκικής, ούτε αλβανικής καταγωγής. Είναι Σλάβοι με επικρατούντα τα σερβικά στοιχεία. Εξισλαμίσθηκαν στην διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή, ευκολότερα από άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, καθότι ευρεία στρώματα του πληθυσμού είχαν ασπασθεί την αίρεση των Βογομίλων[3]. Ήταν όμως τέτοια η κοινωνική διάρθρωση, με το μουσουλμανικό στοιχείο να περιλαμβάνει την άρχουσα τάξη των γαιοκτημόνων μπέηδων και τους ελεύθερους γεωργούς, ενώ αντίθετα οι χριστιανοί να έχουν υποβιβασθεί στην πλειοψηφία τους σε δουλοπάροικους ώστε οι ανύπαρκτες φυλετικές διαφορές υποκαταστάθηκαν από τις θρησκευτικές που επαυξάνονταν λόγω ταξικής αντιπαράθεσης.

Στη διάρκεια της αυστροουγγρικής διοίκησης οι αντιθέσεις επεκτάθησαν. Φοβούμενη κυρίως τον αναπτυσσόμενο σερβικό εθνικισμό και μάλιστα με το ανεξάρτητο, πλέον, Σερβικό κράτος να συνορεύει με την εξαιρετικά ευαίσθητη Βοσνία, η αυτοκρατορική πολιτική αφενός μεν ευνόησε την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου μουσουλμανικού εθνικισμού, αφετέρου παρότρυνε την προσέγγιση Κροατών και μουσουλμάνων εις βάρος των Βόσνιων Σέρβων. Τελικώς, ήταν ο αλυτρωτισμός προς τους Βόσνιους Σέρβους αδελφούς που έδωσε την αφορμή για την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με την δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάρδου στο Σεράγιεβο την 28η Ιουνίου του 1914.

Δεν είναι λοιπόν άξιο απορίας γιατί υφίστανται και σήμερα οι αδιάλλακτες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των ετερογενών στοιχείων του πληθυσμού της Βοσνίας. Η βαθιά ριζωμένη αμοιβαία κακοπιστία έσπρωξε τον Αλία Ιζεμπέκοβιτς στην εσπευσμένη ανακήρυξη της ανεξάρτητης Βοσνίας, ενώ γνώριζε την απόλυτη απόρριψη της ιδέας από τους Βόσνιους Σέρβους, αλλά και τον Ράντοβαν Κάρτζιτς να εξωθήσει την κατάσταση στην ανάφλεξη. Είναι όμως απορίας άξιο γιατί, αντί της επίπονης αναζήτησης συμβιβαστικού πλαισίου σε ένα τόσο δυσεπίλυτο και ιστορικά βεβαρυμένο πρόβλημα, η διεθνής κοινότητα προτίμησε την αβασάνιστη λύση της γρήγορης αναγνώρισης, που οδήγησε στο παρατεινόμενο αιματοκύλισμα.

[1] Κώστα Καραμανλή, «Η μετακομμουνιστική αναστάτωση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη», κείμενο που εμπεριέχεται στο ομαδικό έργο «Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Βαλκανική Πολυδιάσπαση», σελ. 52-54, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα 1994.
[2] 1994
[3] The Balkans since 1453, L.S. Stavrianos (Rinehart and Co, Inc., New York 1958) σελ. 235

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Λογοτεχνία

Πόλεμος[1]

Πώς είναι δυνατόν ο Θεός να στέρησε την μνήμη από τους ανθρώπους ; Πώς είναι δυνατόν να ξέχασαν πως είναι αδέρφια μεταξύ τους ; Πώς είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνονται πως είναι το ένα και το αυτό, αυτοί κι όλα συνάμα τα πλάσματα του κόσμου ; Του κόσμου τούτου του όμορφου κι όμως τόσο φριχτού ! Είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιος Θεός ; … βάζει ο Χεμινγουαίη τον ήρωά του, τον Άνσελμο ν’ αναρωτιέται και να καταλήγει με φιλοσοφική διάθεση στο συμπέρασμα: «Με Θεό όμως είτε δίχως Θεό, πιστεύω πως είναι αμαρτία να σκοτώνεις».

Ι.Λ.

… τ’ ανθρώπινο χέρι μοιάζει με την πατούσα της αρκούδας.

Και τ’ ανθρώπινο στήθος μοιάζει με το στήθος της αρκούδας … Άμα βγάλεις το τομάρι της αρκούδας, θα δεις πως οι μυώνες μοιάζουν πολύ.

… οι γύφτοι πιστεύουν πως η αρκούδα είναι αδέρφι του ανθρώπου.

Το ίδιο κι οι Ινδιάνοι της Αμερικής … Κι όταν σκοτώνουν μιαν αρκούδα της ζητάνε συγνώμη. Στήνουν το κρανίο της πάνω σ’ ένα δέντρο και της ζητάνε να τους συχωρέσει πριν φύγουνε.

Οι γύφτοι πιστεύουν πως η αρκούδα είναι αδέρφι του ανθρώπου γιατί έχει το ίδιο σώμα κάτω απ’ το τομάρι της, γιατί πίνει μπύρα, γιατί χαίρεται τη μουσική και γιατί της αρέσει ο χορός.

Το ίδιο πιστεύουν κι οι Ινδιάνοι.

Μην είναι κι οι Ινδιάνοι γύφτοι ;

Όχι. Πιστεύουν όμως τα ίδια για την αρκούδα.

Κατάλαβα. Οι γύφτοι ακόμα πιστεύουν πως είναι αδέρφι μας, επειδή κλέβει για ευχαρίστησή της.

Έχεις τσιγγάνικο αίμα ;

Όχι. Έχω δει όμως πολλούς γύφτους … Αυτοί δεν τόχουν σε κακό να σκοτώνουν όσους δεν ανήκουν στη φυλή τους. Δεν το παραδέχονται αυτό, είναι όμως αλήθεια.

Σαν τους Μαυριτανούς

Ναι. Οι γύφτοι όμως έχουν πολλούς νόμους που αρνιούνται πως τους έχουν. …

Δεν καταλαβαίνουν γιατί γίνεται ο πόλεμος. Δεν ξέρουν γιατί πολεμάμε.

Ναι … Το μόνο που ξέρουν είναι πως τώρα έχουμε πόλεμο και πως ο καθένας μπορεί πάλι να σκοτώνει, σαν τον παλιό καιρό, χωρίς να περιμένει αναπόφευκτα πως θα τον τιμωρήσουν.

Εσύ έχει σκοτώσει ; …

Ναι, πολλές φορές. Μα χωρίς καμιά ευχαρίστηση. Τόχω αμαρτία να σκοτώνω άνθρωπο. Ακόμα και τους φασίστες, που πρέπει να τους σκοτώνουμε. Για μένα υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στην αρκούδα, και δεν πιστεύω στις μαγείες των γύφτων, που μας λένε αδέρφια με τα ζώα. Όχι. Κατηγορώ κάθε φόνο ανθρώπου.

Κι όμως σκότωσες !

Ναι. Και θα το ξανακάνω ! Αν όμως ζήσω αργότερα, θα προσπαθήσω να ζήσω με τέτοιον τρόπο, χωρίς να κάνω κακό σε κανένα, έτσι που να συχωρεθώ.

Από ποιόν ;

Ξέρω κι εγώ ; Αφού δεν έχουμε πια Θεό εδώ πέρα, ούτε Χριστό ούτε Άγιο Πνεύμα, ποιος συχωρνάει ; Δεν ξέρω.

Δεν έχετε πια Θεό ;

Όχι, φίλε. Όχι ! Αν υπήρχε Θεός, ποτέ δε θ’ άφηνε να γίνουν όσα είδα με τα μάτια μου. Ας έχουν Θεό οι άλλοι.


[1] Έρνεστ Χεμινγουαίη, «Για ποιόν χτυπά η καμπάνα», εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1988

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Ποίηση

Αλεξανδρινοί Βασιλείς[1]

Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.

Ο Αλέξανδρος – τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος – τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κ’ εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών).
Κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν
ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα –
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τί άξιζαν αυτά,
τί κόυφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείς.


[1] Καβάφη Άπαντα, εκδόσεις Ωρόρα

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Τριακόσιοι

300[1]

Αι Θερμοπύλαι είναι ένας στενός τόπος, 25 ποδών το πλάτος, μεταξύ Θεσσαλίας και Φωκίδος, διαυθεντευόμενος από τα ερείπια ενός τείχους, έχοντος πύλας, το οποίον εκτίσθη προ χρόνων από τους Φωκείς, διά να τους φυλάττη από τας εισδρομάς των γειτνιαζόντων εθνών. Εξ αιτίας τούτων των πυλών, καίτινων θερμών λουτρών, ευρισκομένων εν τη εισόδω του στενού, ωνομάσθη ο χώρος εκέινος Θερμοπύλαι. Εν τούτω λοιπόν τω στενώ, εστάθη το Ελληνικόν στράτευμα, τόσον διά την στενότητα του τόπου, όσον και διά την εγγύτητα της θαλάσσης, όθεν αι διά ξηράς δυνάμεις εδύναντο εν καιρώ να λάβωσι βοήθειαν από τον στόλον. Η διαφύλαξις τούτου του στενού παρεδόθη εις τον Λεωνίδαν, ένα των δύο βασιλέων της Σπάρτης, όστις είχεν υπό την εξουσίαν του εξ χιλιάδας ανθρώπων, ων οι μεν τριακόσιοι ήσαν Σπαρτιάται, οι δε λοιποί Βοιωτοί, Κορίνθιοι, Φωκείς, και Αρκάδες, όλοι π΄ροθυμοι εις μάχην εν τη παρούση ανάγκη, και μη φοβούμενοι ολοτελώς τους πολυαρίθμους βαρβάρους. Και έκαστος μεν αυτών είχεν ομοεθνή στρατηγόν, αλλ’ ο Λεωνίδης ην ο αρχιστράτηγος. Πλην μ’ όλον οπού η στερεά απόφασις τούτων των στρατιωτών ην ακράδαντος, ως τόσον ο διορισμός αυτών ολίγην ελπίδα έδιδεν, επειδή αυτοί όλοι εθεώρουν εαυτούς ως ανθρώπους απολωλότας, οι οποίοι εστάλησαν ώδε διά να εμποδίσωσιν επ’ ολίγον την πρόοδον του εχθρού, δίδοντες απόπειραν της απελπισμένης ανδρίας των Ελλήνων. Αλλά και αυτοί οι χρησμοί δεν έπαυον εκφοβίζοντες αυτούς. Χρησμός τις είπεν, ότι προς ασφάλειαν της Ελλάδος, ανάγκη ην ίνα αποθάνη εις βασιλεύς από τους Ηρακλείδας. Ταύτην την προφητείαν απεδέχθη ο Λεωνίδης ασμένως, όστις, μ’ όλον οπού εξερχόμενος εκ της Λακεδαιμονίας, εθεώρει εαυτόν ως εκούσιον θύμα υπέρ της πατρίδος, έλαβε μετά χαράς την διοικήσιν του ολίγου στρατεύματος, και κυριεύσας τας Θερμοπύλας, ανέμενεν αφόβως τον ερχομόν του Περσικού στρατεύματος.

Εν τούτοις, επλησίασε και ο Ξέρξης με το πολυάριθμον στράτευμα, επαιρόμενος επί τη ευτυχία του, και βεβαιότατος της νίκης, και παριστών εις το στρατόπεδόν του όλα τα σημεία της Ασιατικής μεγαλοπρεπείας, και τρυφής. Αυτός ελπίζων να μη απαντήση καμμίαν ανθίστασιν εις τον δρόμον του εις την Ελλάδα, και ερχόμενος με τας δυνάμεις του περισσότερον διά να εκφοβίσειτους Έλληνας, παρά να πολεμήση, μεγάλως εξεπλάγη, και εθαύμασεν, όταν εύρεν ολίγους απελπισμένους άνδρας, προθύμους ίνα εμποδίσωσι την πάροδόν του. Αυτός ενόμιζε πάντοτε, ότι οι Έλληνες, ευθύς οπού ήκουόν που τον ερχομόν του, έφευγον, και μόλις εδυνήθη να πιστεύση τους λόγους του Δημάρατου, όστις προείπεν, ότι εις τον πρώτον πόρον οπού ήθελε φθάση, όλον το στράτευμα ήθελεν εμποδισθή εις τα πρόσω. Και αυτός ο Ξέρξης, επιθεωρήσας τα χαρακώματα, και το στρατόπεδον, όπου τινές μεν των Λακεδαιμονίων διήγον ησύχως εις στρατιωτικάς γυμνάσεις, άλλοι δε εκτένιζον τας κόμας, ηρώτησε την αιτίαν του ποιουμένου, προς ον είπαν, ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ητοιμάζοντο οι Σπαρτιάτες εις μάχην. Αλλ’ ο Ξέρξης, ελπίζων πάντοτε να φύγωσιν, επρόσμεινε τέσσαρας ημέρας, διά να τοις δώση τάχα καιρόν να στοχασθώσι τον επικείμενον κίνδυνον. Αλλ’ αυτοί ήσαν πάντοτε εύθυμοι, και αφρόντιδες, και εθεώρουν τον θάνατον ως το τέλος των πόνων. Τέλος, έστειλεν ο Ξέρξης προσαγήν εις τους Σπαρτιάτας να παραδώσωσι τα όπλα των. Αλλ’ ο Λεωνίδης απεκρίθη με Σπαρτιατικήν τω όντι σοβαρότητα, ελθέ και λάβε. Έπειτα υπεσχέθη, εάν παραδώσωσι τα άρματα, να τους δεχθή ως φίλους, και να τοις δώση μίαν χώραν πολύ πλατυτέραν, και καλλιτέραν απ’ εκείνην, υπέρ ης εμάχοντο. «Καμμία χώρα, απεκρίθησαν, δεν είναι άξια αποδοχής εάν δεν αποκτηθή με ανδρία». Τα δε όπλα, είπαν, τα εχρειάζοντο πάντοτε, είτε ως φίλοι του, είτε ως εχθροί. Ακούσας ταύτα ο Μονάρχης, ηρώτησε τον Δημάρατον, αν αυτοί οι απελπισμένοι άνθρωποι εδύναντο να τρέξωσι ταχύτερον από τους ίππους των. Όχι, απεκρίθη ο Δημάρατος, αλλ’ αυτοί θέλουσι πολεμήσει έως της τελευταίας ρανίδος του αίματος, και ουδέ εις αυτών επιζήσει την ελευθερίαν της πατρίδος. Τινές έλεγον, ότι οι Πέρσαι ήσαν τόσον πολυάριθμοι, οπού τα βέλη των ήθελον σκοτίση τον ήλιον. Τόσον καλλίτερον, απεκρίθη ο Σπαρτιάτης Διηνεκής, επειδή τότε θέλομεν πολεμεί υπό την σκιάν.


[1] Βιβλιοθήκη του Ιωάννου Β. Παραγυιού, «Ιστορία της Ελλάδος», Όλιβερ Γκολντσμίθ, σελ. 153-156, Βιέννη, Οκτώβριος 1805.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Πολιτική

Μετά τον Σόλωνα
Η άνοδος του Πεισίστρατου στην εξουσία[1].

Αποφασίσας λοιπόν ο Σόλων να περιηγηθή, και να επισκεφθή την Αίγυπτον, Λυδίαν, και άλλας διαφόρους επαρχίας, αφήκε τας Αθήνας, νομίζων επί τούτω τω χρόνω να συνεθίσωσι και αύται εις τους νέους νόμους, και αυτός να δοκιμάση εμπράκτως την ορθότητα αυτών. Πλην μία πόλις προ πολλού διεσπαραγμένη, ην αδύνατον να υποταχθή απλώς και ως έτυχε και εις αυτούς τους σοφωτάτους νόμους. Όθεν αι πρότεραι διχόνιαι άρχησαν να αναζωπυρώνται, ευθύς οπού έλιπε το αξίωμα του ανδρός, οπού μόνον ημπόρει να τους κρατή εις ευπείθειαν. Όλη η Αττική ην διηρημένη εις τρία μέρη, έχοντα τρεις αρχηγούς, οι οποίοι παρώργιζαν τον λαόν κατ’ αλλήλων, ελπίζοντες διά της ανατροπής πάσης τάξεως, να ευχαριστήσωσι την φιλαρχίαν των. Λυκούργος τις ονομαζόμενος περιειστήκει εκείνων, οπού ήσαν εις τα όρη, και ο Μεγακλής ην αρχηγός των κατοικούντων τα παραθαλάσσια.

Από όλους τούτους τους Αρχηγούς, ο δυνατώτερος ην ο Πεισίστρατος, ανήρ καλής ανατροφής, ευπτόσιτος, υποχρεωτικός, και βοηθητικός τοις πτωχοίς, υπέρ ων και έλεγεν ότι ηγωνίζετο[2]. Αυτός ην επιεικής και μέτριος προς τους εχθρούς, πονηρότατος και εντελέστατος υποκριτής, και κατά πάντα ενάρετος, έξω μόνον εις την άμετρόν του φιλαρχίαν. Η φιλοτιμία του εδείκνυεν αυτόν κατέχοντα προτερήματα, τα οποία φύσει υστερείτο. Αυτός εφαίνετο ο ένθερμος ζηλωτής της ισοτιμίας μεταξύ των πολιτών, εν ω τω όντι ετεχνάζετο την παντελή καταστροφήν της ελευθερίας. Και δημοσία μεν ωμολόγει εαυτόν εχθρότατον παντός νεωτερισμού, ιδία δ’ εμελέτα τω όντι μίαν μεταβολήν. Ο χυδαίος λαός, εξαπατώμενος απ’ αυτά τα εξωτερικά προτερήματα, προθύμως συνεβοήθει εις τους σκοπούς του, και ούτω μη ερευνών επ’ ακριβές τα παρακινούντα αυτόν αίτια, έσπευδε τυφλώς εις την εαυτού τυραννίαν, και απώλειαν.

Εν ω δε ο Πεισίστρατος ην εις την ακμήν να τελειώση τον σκοπόν του, και να ευχαριστήση της άμετρόν του φιλαρχίαν, επέστρεψε προς άκραν αυτού λύπην και ο Σόλων μετά απουσίαν δέκα χρόνων[3], όστις μαθών τους σκοπούς του, εζήτει να τους ματαιώση. Όθεν ο Πεισίστρατος ειδώς τον εαυτού κίνδυνον, και την οξύνοιαν του Νομοθέτου, μετεχειρίζετο όλην του την πανουργίαν, ίνα κρύψη τους καθ’ αυτό σκοπούς. Και εν ω εις το φανερόν εκολάκευε τον Σόλωνα, έπασχε κρυφίως να ελκύση τον λαόν προς εαυτόν. Ο Σόλων εν πρώτοις ηγωνίζετο να αντιφέρη τέχνην κατά της πανουργίας, και να τον νικά με τα ίδια του τα άρματα. Αυτός επήνει αυτόν ομοίως εκ μέρους του, και ηκούσθη ποτέ να λέγη, το οποίον ενδέχεται να είναι και αληθές, ότι ανίσωςεξαιρέση τις το φιλόπρωτον της ψυχής του Πεισιστράτου, δεν εγνώριζεν άλλον ευφυέστερον προς αρετήν, ουδέ καλλίτερον πολίτην. Ως τόσον έπασχεν έτι να περιστείλη, και να ανατρέψη τους σκοπούς του, πριν έλθωσιν εις ακμήν εκπληρώσεως.

Αλλ’ εις μίαν διεφθαρμένην πολιτείαν, καμμία ιατρεία δεν ημπορεί να βοηθήση, μήτε η σοφία να διαυθεντεύση. Ο Πεισίστρατος εζήτει να εκτελέση τον σκοπόν του με ακατάπαυστον ζήλον, και καθ’ ημέραν έκαμνε νέους προσηλύτους με υποσχέσεις, και φιλοδωρίας. Τέλος, ότε είδε τους σκοπούς του ωρίμους, επληγώθη μόνος του εις διάφορα μέρη του σώματος, και ούτω κατηματωμένον επροσταξε να τον φέρωσιν εφ’ αμάξης κατά την αγοράν, όπου με τα παράπονα, και με την ευγλωττίαν παρώξυνε τόσον τον λαόν, ώστε ούτος ενόμιζε, ότι ο Πεισίστρατος εθυσιάσθη μόνον εξ αιτίας των, και ότι έπασχεν όλα τα κακά υπέρ αυτών. Όθεν αμέσως έγινεν εκκλησία, εν η εζήτησεν ο πεισίστρατος μίαν φρουράν πεντήκοντα ανδρών προς μέλλουσαν ασφάλειαν. Εις μάτην ο Σόλων μετεχειρίζετο όλον το αξίωμα και την ευγλωττίαν του, να ματαιώση ένα τόσον επικίνδυνον ζήτημα. Αυτός εθεώρει τας πληγάς εκείνου ως πλαστάς, και ψευδείς, παρομοιάζων αυτόν με τον ομηρικόν Οδυσσέα, όστις και αυτός επληγώθη αφ’ εαυτού διά παρομοίους σκοπούς. Πλην έλεγεν, ότι ο Πεισίστρατος δεν υποκρίνεται καλώς τον Οδυσσέα, ωσάν οπού εκείνος μεν είχε σκοπόν να απατήση τους εχθρούς, αυτός δε τους ιδίους φίλους, και υπερασπιστάς. Προς τούτοις ήλεγχε, και ωνείδιζε τον λαόν διά την άνοιαν αυτών, λέγων, ότι όσον μεν εκ μέρους του ενενόει τον σκοπόν εκείνου, πλην αυτοί μόνον είχον ικανήν δύναμιν να τον ματαιώσωσιν. Ως τόσον αι νουθεσίαι του ήσαν εις μάτην, επειδή οι φίλοι του Πεισιστράτου υπερίσχυσαν, και διωρίσθησαν πεντήκοντα άνδρες ως σωματοφύλακες. Τούτο, όπερ ανέκαθεν εζήτει και ο Πεισίστρατος, απήλαυσε. Και δεν έμενεν άλλο, ειμή να αυξήση ανεπαισθήτως τον αριθμόν των Στρατιωτών, οι οποίοι και ηύξανον οσημέραι αναλόγως με τους σιωπηλούς φόβους των πολιτών. Πλην ήδη ην πολλά αργά, επειδή εκείνος αποκτήσας τόσους στρατιώτας, ώστε να μη φοβήται καμμίαν ανθίστασιν, ώρμησε τέλος, και εκυρίευσε την ακρόπολιν, χωρίς να ευρεθ΄ξ τις φρόνιμος, και γενναίος να τον αντισταθή.


[1] Από την βιβλιοθήκη του Ιωάννη Β. Παραγυιού, «Ιστορία της Ελλάδος», Όλιβερ Γκολντσμίθ, Βιέννη, Οκτώβριος 1805.
[2] Ηρόδ. Α΄. 59. Σχολ. Αριστ. Εν Σφηξ.
[3] Πλούτ. Και Διογ. Λαέρτ. Εν Σόλ.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Παιδεία

Πολιτισμός και κουλτούρα[1]

Εις την Ρώμην … εσχηματίσθη[2] γύρω από τον Σκιπίωνα τον Αφρικανόν τον νεώτερον, τον πορθητήν της Καρχηδόνος, εις πνευματικός κύκλος, όστις επεδίωξε να μεταλαμπαδεύση τον ελληνικόν πολιτισμόν εις τον λατινικόν κόσμον. Αι σημαντικώτεραι πνευματικαί φυσιογνωμίαι, αίτινες έδιδον την κατεύθυνση εις τας προσπαθείας της γύρω από τον Σκιπίωνα ομάδοςε, ήσαν δύο διάσημοι Έλληνες. Ο εκ ‘Ρόδου Στωϊκός φιλόσοφος Παναίτιος και ο εκ Μεγαλοπόλεως ιστορικός Πολύβιος. Υπό την καθοδήγησιν δε των δύο τούτων Ελλήνων σοφών ήρχισε πλέον μεταδιδόμενος ο ελληνικός πολιτισμός εις τον Λατινικόν κόσμον. Όπως ήτο φυσικόν το πνευματικόν αυτό κίνημα εχρειάσθη να δημιουργήση μίαν ορολογίαν, συνθηματικήν ένδειξιν δηλωτικήν των πολιτιστιξκών του προσπαθειών. Διά τον σκοπόν αυτόν εχρησιμοποιήθησαν αι λατινικαί εκφράσεις humanitas και civilitas. Η λέξις humanitas ισοδυναμεί με τον σημερινόν παγκοσμίως γνωστόν όρον ανθρωπισμόν παράγεται από την λατινικήν λέξιν homo, δι’ ης δηλούται λατινιστί ο άνθρωπος. Η λέξις civilitas από την οποίαν όπως είπομεν εσχηματίσθη η γαλλική λέξις civilization παράγεται από την λατινικήν λέξιν civis ήτις αντιστοιχεί προς την ελληνικήν λέξιν πολίτης. Civilitas εσήμαινε διά τους ‘Ρωμαίους την ανάπτυξιν και καλλιέργειαν που αποκτά ο άνθρωπος επερχόμενος εις την ζωήν της πόλεως. Την έννοιαν την οποίαν εδήλωναν οι Έλληνες με τας λέξεις παιδεία και ημέρωσις εξέφρρασαν οι ‘Ρωμάιοι από του πρώτου π.Χ. αιώνος με τας λατινικάς λέξεις humanitas και civilitas. Οι Γάλλοι παρέλαβον από τους λατίνους τον όρον civilitas και μετέπλασον αυτόν κατά την στροφολογίαν της γλώσσης των εις τον τύπον civilization. Από δε του 18ου αιώνος η χρήσις του όρου τούτου διεδίοθη εις όλην την Ευρώπην προς δήλωσιν της πολιτιστικής αναπτύξεως. Ώστε ο εις την νέαν μας γλώσσαν χρησιμοποιούμενος όρος πολιτισμός εισήχθη εις αυτήν ως ελέχθη, κατά μετάφρασιν εκ του γαλλικού όρου civilization.

Εκτός του διεθνούς χρησιμοποιουμένου όρου civilization υπάρχει εις τας συγχρόνους ευρωπαϊκάς γλώσσας εν χρήσει και εις δεύτερος όρος προερχόμενος και αυτός από την Λατινικήν γλώσσαν. Οι ‘Ρωμαίοι εχρησιμοποίησαν εκτός των δύο όρων humanitas και civilitas προς δήλωσιντης αυτής έννοίας και τον όρον cultura animi όστις κατά λέξιν δηλοί καλλιέργειαν της ψυχής. Είναι έκφρασις ληφθείσα από την αγροτικήν καλλιεργητικήν ζωήν. Όπως δια της καλλιεργείας κατορθούται η ανάπτυξις και ο εξαυγενισμός ενός φυτού, κατ’ ανάλογον τρόπον, κατά την αντίληψιν των ‘Ρωμαίων, ο άνθρωπος εισερχόμενος εις την πολιτικήν κοινότητα και καλλιεργούμενος διά της παιδείας καθίσταται πραγματικώςάνθρωπος. Παραλλήλως λοιπόν προς τον όρον civilitas εχρησιμοποιείτο και ο όρος cultura όστις συν τω χρόνω έλαβεν ειδικωτέραν σημασίαν περιορισθείς να σημαίνη την πνευματικήν δια της παιδείας του ανθρώπου βελτίωσιν. Η ειδικωτέρα αύτη σημασία επεκράτησε κατά τους νεωτέρους χρόνους εις τα γερμανοφώνους χώραςΚατ’ αυτόν τον τρόπον ήδη από του 18ου αιώνος ευρίσκονται εν χρήσει εις την Ευρώπην και οι δύο όροι. Ο πολιτισμός χαρακτηρίζεται και ως civilization και ως cultura. Συν τω χρόνω επεκράτησεν η λέξις civilization να σημαίνη τα επιτεύγματα του υλικού αντικειμενικού πολιτισμού. Αντιθέτως, ο όρος cultura εξειδικεύθη προς δήλωσιν του ηθικού και πνευματικού πολιτισμού. Εις την νέαν ελληνικήν γλώσσαν έχομεν εν χρήσει ένα κοινόν όρον. Λέγοντες πολιτισμόν εννοούμεν και τον αντικειμενικόν υλικόν και τον πνευματικόν ηθικόν. Εσχάτως εσημειώθη η προσπάθεια να τεθή εν χρήσει προς δήλωσιν του πνευματικού πολιτισμού ο όρος εσωτερική πνευματική καλλιέργεια. Πάντως σήμερον η διεθνής χρησιμοποίησις των δύο όρων τείνει να προσδώσην εις τον όρον culture την έννοιαν της εσωτερικότητος και πνευματικότητος, εις δε τον όρον civilization την έννοιαν της εξωτερικότητοςκαι της υλικότητος.


[1] Κωνσταντίνου Δ. Γεωργούλη, «Φιλοσοφία του Πολιτισμού», σελ. 17-18, Εθνικόν Ίδρυμα «ο Βασιλεύς Παύλος», Αθήναι 1979.
[2] Τούτο συνέβη κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας του δευτέρου π.Χ. αιώνος.

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

Ιστορία

Στη δίνη του Πολέμου
οι λεπτές στρατιωτικές και πολιτικές ισορροπίες και οι φιλοδοξίες των εμπλεκομένων
[1]

Μετά την ήττα της Γαλλίας, η Ιταλία, η σύμμαχος της Γερμανίας, είχε αρχίσει μια μεγάλης κλίμακας «αρπαχτική κίνηση» (Pincer), ασκώντας πίεση στη δεσπόζουσα θέση της Αγγλίας στην Εγγύς Ανατολή, σκοπεύοντας στην αντικατάστασή της και στην δημιουργία μιας ιταλικής αυτοκρατορίας στην περιοχή. Η βρεττανική Σομαλία και οι γαλλικές κτήσεις στη Β. Αφρική αποσπάστηκαν από την επιρροή των δυτικών Συμμάχων, η διώρυγα του Σουέζ αποκλείστηκε και οι δυνάμεις του Άξονα απειλούσαν το Αγγλικό Προτεκτοράτο της Αιγύπτου, την γαλλική Εντολή στην Συρία, το Ιράκ και την Βαλκανική. Η Αγγλία είχε διαθέσει το 50% των τεθωρακισμένων της στο μέτωπο της Β. Αφρικής στην προσπάθειά της να προασπίσει την Αίγυπτο, αλλά χρειάστηκε να αντλήσει από το μέτωπο αυτό δυνάμεις προκειμένου να προασπίσει την Ελλάδα, έναντι των Ιταλών εισβολέων. Η βρεττανική κάλυψη ήταν παντού ανεπαρκής.

Το 1940 έγινε ολοφάνερο ότι τα σχέδια του Μουσολίνι ήταν εξαιρετικά φιλόδοξα, ότι τα στρατεύματά του δεν θα έφταναν στον στόχο τους και ότι ο Ιταλός σύμμαχος είχε καταστεί παθητικό μάλλον για τον Χίτλερ, παρά κεφάλαιο. Ήδη, από τα τέλη του 1940 και στις αρχές του 1941 οι Άγγλοι εξαπέλυσαν μιαν αντεπίθεση στην Κυρηναϊκή και ο Χίτλερ αναγκάστηκε να σχηματίσει το Σώμα της Αφρικής υπό τον στρατηγό Έρβιν Ρόμμελ για να βγάλει τους Ιταλούς από τον κυκεώνα που βρίσκονταν. Στα Βαλκάνια το ίδιο, οι επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να προχωρήσουν χωρίς την γερμανική σύμπραξη. Τέσσερις μόλις εβδομάδες μετά την έναρξη της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα η όλη επιχείρηση είχε σκοντάψει. Ο Χίτλερ αναγκαζόταν να επέμβει εκεί και στην Γιουγκοσλαβία, διαθέτοντας στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου να σταθεροποιηθεί[2] το βαλκανικό μέτωπο.

Για τους Άγγλους η εκδίωξή τους από την Ελλάδα, της οποίας της ανεξαρτησία είχαν επανειλημμένα εγγυηθεί, ήταν μια οδυνηρή εμπειρία. Μετά την αποτυχία του Τσώρτσιλ στην Νορβηγία και την παρά λίγο πανωλεθρία στην Δουνκέρκη, αυτή ήταν η Τρίτη φορά που Άγγλοι στρατιώτες αναγκάζονταν να αποσυρθούν ηττημένοι, γεγονός που καταρράκωνε βαθύτατα το ηθικό του έθνους. Επιπλέον, η λωρίδα της ερήμου δυτικά της Αιγύπτου είχε και πάλι χαθεί, την άνοιξη του 1941. Το Τομπρούκ και η Κρήτη κινδύνευαν σοβαρά. Κι όμως η γενική κατάσταση για την Αγγλία, στα μέτωπα ξηράς, δεν ήταν και τόσο σοβαρή. Ο Χίτλερ είχε αναγκαστεί να δεσμεύσει μέρος των δυνάμεών του στην Αφρική και στα Βαλκάνια, ο Ιταλός σύμμαχός του είχε στρατιωτικά ταπεινωθεί και ο πόλεμος κατά της Αγγλίας φαινόταν να συνεχίζεται δίχως εμφανή προοπτική νίκης.


[1] Υπό το βλέμμα ενός Γερμανού, Wolf Rudiger Hess, «Ο πατέρας μου Ρούντολφ Ες», εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννενα 2002.
[2] εκκαθαριστεί

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

στο "περιθώριο" της "Πόλεως"

Τα τέκνα της Αθηνάς[1]

Να γεννηθεί κανείς Αθηναίος : η απαίτηση αυτή – όπου θεμελιώνεται η ιδιότητα του πολίτη – , παίρνει μια νομική κατοχύρωση με το νόμο του Περικλή, που θεσπίζει ότι η συγγένεια είναι αμφίπλευρη και σχολιάζεται από ένα μύθο ο οποίος με όλους τους δυνατούς τρόπους παρακάμπτει το γεγονός της διαίρεσης των φύλων. Το να είσαι πολίτης σημαίνει – όπως βεβαιώνει ο επιτάφιος λόγος – να έχεις ανδρεία. Σημαίνει ακόμη όπως πιστοποιεί η ζωή των μύθων στην πόλιν – να έχει ιδέες σχετικά με την ανδρείαν. Παραμένει ωστόσο το γεγονός πως όταν μιλάμε για αποκλεισμό των γυναικών δεν χαρακτηρίζουμε παρά την «πραγματική» πολιτική πρακτική της πόλεως. Έτσι, το θηλυκό, έστω και αν ενσαρκώνεται από μια ένοπλη παρθένα, στοιχειώνει το πολιτικό φαντασιακό των Αθηναίων που ποτέ δεν καταφέρνει να διαχωρίσει αμετάκλητα τη θεά από τις γυναίκες της Αθήνας.

Το πιστοποιούν δύο έργα – μια τραγωδία και μια κωμωδία – των οποίων, η ανάγνωση ήταν επιβεβλημένη στο τέλος αυτής της διαδρομής, γιατί στο θέατρο του Διονύσου (στους πρόποδες της Ακροπόλεως, αλλά στο έδαφος του θεού της Ετερότητας) οι μύθοι της Ακροπόλεως καλούνται με πολιτική σχεδόν επισημότητα να παίξουν με τον ίδιο τον εαυτό τους. Πράγματι, στα δύο αυτά αθηναϊκά έργα που τιτλοφορούνται Ίων και Λυσιστράτη γίνεται λόγος για την Ακρόπολη και για την πανοπλία της αυτοχθονίας, για τις γυναίκες της Αθήνας και για το φύλον των γυναικών: για το φύλον των γυναικών και για το αυτόχθονον γένος, για τις γυναίκες των Αθηνών και για τη θεά.

Ο Ίων και η Λυσιστράτη : μια τραγική πλοκή και ένα κωμικό τέχνασμα για την ύπαρξη των γυναικών στην Ακρόπολη. Ο Αριστοφάνης ανοίγει το τέμενος της Αθηνάς στις παντρεμένες γυναίκες οι οποίες, απαρνούμενες τον έρωτα, παλινδρομούν στο χρόνο, προς το παρθενικό παρελθόν τους. Μοιραζόμενη με την Αθηνά το παλάτι του Ερεχθέως, η Κρέουσα μας παρουσιάζεται από τον Ευριπίδη σαν μια παντρεμένη γυναίκα που έμεινε παρθένος. Οι γυναίκες της Αθήνας θα αφήσουν την Ακρόπολη για να ξαναβρούν τον οίκον και το κρεβάτι του άντρα, η Κρέουσα αφήνει τους Δελφούς για να ξαναγυρίσει στον οίκον της πάνω στην Ακρόπολη, όπου επιτέλους θα ολοκληρώσει το γάμο της με τη μητρότητα. Για να περιοριστούμε όμως στο χρόνο της θεατρικής παράστασης, οι γυναίκες των πολιτών και η κόρη του βασιλιά είναι αυτές που θα αναλάβουν, υπό την προστασία της Αθηνάς, τις τύχες της πόλεως.

Ο Ίων και η Λυσιστράτη : δύο έργα των οποίων η θεματική, πέρα από την αναπόφευκτη διαφθορά ανάμεσα σε μια τραγική πλοκή και μια κωμική μυθοπλασία, παρουσιάζει παράξενες ομοιότητες. Και, αν υπάρχει μια σκηνή της Λυσιστράτης που υπαινίσσεται ότι ο Αριστοφάνης παρωδούσε τον Ευριπίδη, μπορούμε να στοιχηματίσουμε ότι ο κωμικός δεν δανείστηκε από την τραγωδία μόνο το σπήλαιο του Πανός : για να περιοριστούμε σε ένα μόνο παράδειγμα, από την τραγωδία μέχρι την κωμωδία, η ύφανση κρατά την ίδια θέση ανάμεσα στην υπηρεσία της θεάς και την υποταγή στον νόμο της ένωσης των φύλων, συμβολίζοντας έτσι τη διάσταση η οποία αντιπαραθέτει την παρθενία στο γάμο σαν μια πάντοτε δυνατή και πάντοτε επίφοβη για την οικιακή πραγματικότητα παλινδρόμηση της γυναίκας. Τέλος, δεν είναι ίσως αδιάφορο το ότι η τραγωδία Ίων, όπου δηλώνονται οι δυσκολίες της αμφίπλευρης συγγένειας, είναι ήδη σαν μια ηχώ των Ευμενίδων, αυτής της άλλης τραγωδίας της Αθήνας και της συγγένειας.


[1] Nicole Loraux, «Τα τέκνα της Αθηνάς», σελ. 28-29, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνης, 1992.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

παγκοσμιοποίηση

Ιμπεριαλισμός[i]

Από τις αρχές, ήδη, του 19ου αιώνα η αχανής και πολυάνθρωπη κινεζική αυτοκρατορία είχε αρχίσει να προσελκύει το οικονομικό ενδιαφέρον ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών και των Ηνωμένων Πολιτειών, που προσπαθούσαν να επιτύχουν το άνοιγμα μιας αγοράς, η οποία εμφάνιζε περιορισμένη απορροφητική ικανότητα αλλά προσέφερε μεγάλες υποσχέσεις.

Η Μεγάλη Βρεταννία ήταν η πρώτη χώρα που είχε αντιληφθεί τις τεράστιες προοπτικές της αγοράς αυτής. Οι εμπορικές ανταλλαγές της Αγγλίας, όπως και όλων των άλλων χωρών, με την Κίνα διεξάγονταν αποκλειστικά στην Καντώνα μέσω της Βρεταννικής Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών και μιας Ένωσης Κινέζων Εμπόρων, της Γκο-Χονγκ, δεδομένου ότι η κινεζική κυβέρνηση δεν είχε επαφές με αλλοδαπούς. Το 1833, η βρεταννική κυβέρνηση ανακαλεί το προνόμιο του αποκλειστικού εμπορίου με την Κίνα από την Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών και επιδιώκει την αναγνώριση ενός διπλωματικού αντιπροσώπου της στην Καντώνα, επιφορτισμένου να επιτηρεί τη διεξαγωγή του εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών. Ο αντιβασιλιάς, όμως, της Καντώνας αρνείται ακόμη και να δεχθεί τον Βρεταννό διπλωμάτη και η στάση του θίγει το γόητρο της αγγλικής κυβέρνησης. Από το σημείο αυτό μέχρι την σύγκρουση η απόσταση ήταν πολύ μικρή στην διεθνή ζωή του 19ου αιώνα. Αφορμή της σύγκρουσης των δύο χωρών θ’ αποτελέσει η απόφαση της κινεζικής κυβέρνησης να επιβάλει της απαγόρευση της εισαγωγής του οπίου και κυρίως ο βίαιος τρόπος εφαρμογής του μέτρου αυτού. Οι ενέργειες των κινεζικών αρχών σε βάρος των Βρεταννών εμπόρων προκάλεσαν τελικά την σύγκρουση. Ο πόλεμος του οπίου του 1839 είχε, όμως, στην πραγματικότητα ως σκοπό το άνοιγμα της κινεζικής αγοράς στο αγγλικό εμπόριο. Δεν επρόκειτο δηλαδή για τον εξαναγκασμό της κινεζικής κυβέρνησης να δεχθεί μόνο την εισαγωγή του οπίου αλλά και να συναινέσει στην διεύρυνση των βρεταννικών εξαγωγών στην Κίνα. Πέρα απ’ αυτό, η αγγλική κυβέρνηση επιδίωκε να της εκχωρηθεί ένα νησί κοντά στις κινεζικές ακτές που θα χρησίμευε ως βάση στους Άγγλους εμπόρους.

Η εσωτερική αποδιοργάνωση της κινεζικής αυτοκρατορίας και η έλλειψη αξιόμαχου κινεζικού στρατού δεν αφήνουν αμφιβολίες για το αποτέλεσμα του πολέμου. Ο βομβαρδισμός των κινεζικών ακτών από τον αγγλικό στόλο και η αποβίβαση ενός μικρόυ βρεταννικού εκστρατευτικού σώματος στην περιοχή του Γιανγκ-Τσε κάμπτουν την κινεζική αντίσταση και όταν η αυτοκρατορική αυλή του Πεκίνου βεβαιώνεται, ότι η Αγγλία δεν αποβλέπει στην κατάκτηση ολόκληρης της Κίνας, όπως στην περίπτωση των Ινδιών, αλλά στην ικανοποίηση των οικονομικών της συμφερόντων, δέχεται ν’ αρχίσει διαπραγματεύσεις που καταλήγουν στην σύναψη της συνθήκης του Νανκίν (29 Αυγούστου 1842). Ο συμβατικός αυτός διακανονισμός ικανοποιεί όλες σχεδόν τις βρεταννικές επιδιώξεις της. Εκτός από την Καντώνα, τέσσερα ακόμα κινεζικά λιμάνια – μεταξύ αυτών δε και η Σαγκάη – ανοίγουν τις πύλες τους στους Βρεταννούς εμπόρους, οι οποίοι θ’ απολάμβαναν καθεστώς ετεροδικίας. Οι κινεζικοί δασμοί περιορίζονται στο 5% ad valorem για τα εισαγόμενα εμπορεύματα. Στους διπλωματικούς και προξενικούς αντιπροσώπους της Αγγλίας παρέχεται η δυνατότητα επισήμων επαφών με τις κινεζικές αρχές και αναγνωρίζεται το δικαίωμα διαπραγματεύσεων επί ίσης βάσεως με τους εκπροσώπους της κινεζικής κυβέρνησης. Τέλος το Χονγκ-Κονγκ, που βρίσκεται κοντά στην Καντώνα, παραχωρείται στην Αγγλία για ν’ αποτελέσει το νησιωτικό ορμητήριο των Βρεταννών εμπόρων και ναυτική βάση ζωτικής σημασίας, που θα διασφαλίσει στο μέλλον τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα του Λονδίνου στην περιοχή αυτή.

Από το ρήγμα που δημιούργησε στα προστατευμένα τείχη μιας παρακμασμένης αυτοκρατορίας η συνθήκη του Νανκίν – η οποία, χωρίς να επιφέρει θεαματικές μεταβολές, αποτελεί, ωστόσο την απαρχή ενός νέου κεφαλαίου της κινεζικής ιστορίας με σύγχρονες προεκτάσεις – προσπαθούν να περάσουν τα συμφέροντά τους δύο άλλες Δυνάμεις, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η βρεταννική κυβέρνηση δεν πρόκειται ν’ αντιδράσει. Με την συμφωνία της 8ης Οκτωβρίου 1843 έχει αποσπάσει από την κινεζική κυβέρνηση υπόσχεση, ότι κάθε πλεονέκτημα που θα παραχωρούσε σε τρίτο κράτος θ’ αναγνωριζόταν αυτομάτως και στους Βρεταννούς υπηκόους. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες με την συνθήκη της Βανγκσια (3 Ιουλίου 1844) και η Γαλλία με την συνθήκη της Χαμπόα (24 Οκτωβρίου 1844) επιτυγχάνουν την θέσπιση προνομιακού καθεστώτος για τις εμπορικές τους ανταλλαγές με την κίνα, παρόμοιο με εκείνο που καθιέρωναν οι εμπορικές ρήτρες της συνθήκης του Νανκίν και αποκτούν την δυνατότητα ασκήσεως πολιτικής και θρησκευτικής επιρροής στον κινεζικό λαό.

Η δραστηριότητα των ευρωπαϊκών Δυνάμεων και των ηνωμένων Πολιτειών δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο της Άπω ανατολής. Οι Βρεταννοί, που έχουν ήδη εγκατασταθεί στην Αυστραλία, επεκτείνουν τον έλεγχό τους στην Νέα Ζηλανδία (1840) και από τις Ινδίες προωθούνται στην Βιρμανία (1826), αλλά αποτυγχάνουν να κερδίσουν το Αφγανιστάν (1842). Η κατάληψη δε ορισμένων στρατηγικών σημείων, όπως η Σιγκαπούρη (1819) και το Άντεν (1839), διασφαλίζει την ναυτική τους ηγεμονία. Η Ολλανδία καταλαμβάνει τη Δυτική Νέα Γουινέα. Το αρχιπέλαγος των νησιών της Χαβάης γίνεται πεδίο ανταγωνισμού των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βραταννίας και της Γαλλίας. Οι τρεις Δυνάμεις συνάπτουν εμπορικές συνθήκες με την τοπική κυβέρνηση το 1826. το 1836 και το 1839 αντιστοίχως.

Οι υπερπόντιες αυτές οδοιπορίες των μεγάλων κρατών αποτελούν το προανάκρουσμα του έντονου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού που θα προσλάβει τρομακτικές διαστάσεις λίγες δεκαετίες αργότερα.


[i] Θ.Α. Χριστοδουλίδη, «Διπλωματική Ιστορία, Από τη Βιέννη στις Βεραλλίες, 1815 – 1919», κ. Έκτο, σ. 153-156, εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα 1991

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Μύθοι

Μυθικές Ήπειροι[1]

Ο Όμηρος, ο κατ’ εξοχήν ποιητής, ζωγράφισε με χρώματα παραδεισιακά το γοητευτικότερο από τα νησιά που αναφέρει στα έπη του, το νησί των Φαιάκων, την Σχερία[2]: τα φοβερά οχυρώματα της πρωτεύουσας, την πυρετώδη κίνηση των λιμανιών, τα στάδια όπου γίνονταν κάθε λογής αγώνες, την αίγλη του ναού του Ποσειδώνα και των ανακτόρων, τους γοητευτικούς κήπους, όπου το νερό ξεπηδάει από χίλιες πηγές και τα δέντρα δίνουν κάθε λογής καρπούς, την γαλήνη, την αφθονία, τον πλούτο, τα αξιαγάπητα ήθη… Ο Όμηρος παραχαϊδεύει μέλλον τους Φαίακες… ίσως περισσότερο απ’ ό,τι απαιτεί η ιστορική αλήθεια.

Αποφεύγει ωστόσο την ανεύθυνη απιθανολογία, πράγμα που δεν συμβαίνει μ’ έναν Έλληνα ιστορικό του 4 π.Χ. αιώνα, τον Θεόπομπο, ο οποίος μας μεταφέρει τα όσα διηγήθηκε η Σιλένη στον βασιλιά Μίδα: «Η Ευρώπη, η Ασία και η Λιβύη ήταν νησιά που βρέχονταν απ’ όλες τις μεριές απ’ τον Ωκεανό. Υπήρχε ακόμα μια μοναδική ήπειρός που ήταν έξω από τον δικό μας κόσμο. Ήταν… τεράστια σε μέγεθος. Όλα τα ζωντανά που ζούσαν εκεί ήταν πελώρια και οι άνθρωποι ήταν δυο φορές ψηλότεροι από τους ανθρώπους που κατοικούν την δική μας χώρα. Δεν ζούσαν μόνο όσο ζούμε εμείς αλλά δυο φορές περισσότερο…». Υπάρχουν στον Θεόπομπο σελίδες γραμμένες σ’ αυτό το ύφος: πόλη δύο εκατομμυρίων κατοίκων, αφθονία χρυσού τόση, ώστε το μέταλλο αυτό να στοιχίζει φθηνότερα και από τον σίδηρο, ποταμός της Ηδονής και ποταμός της Θλίψης[3]

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης εκτελεί χρέη αναδόχου όχι για ένα, αλλά για τρία μυστηριώδη νησιά. Το πρώτο «απέχει από την Λιβύη, από την δυτική της πλευρά, πολλών ημερών ταξίδι… Το νησί με τον υπερβολικό του πλούτο δείχνει ότι δημιουργήθηκε για να κατοικήσουν κάποιοι θεοί και όχι άνθρωποι». Εκεί βρίσκει κανείς βουνά ολόκληρα σκεπασμένα με θεόρατα δέντρα. Ανάμεσά τους κρύβονται άφθονα θηράματα, περιβόλια, όλα τα καρποφόρα και όλα τα λουλούδια που μπορεί κανείς να φανταστεί, ακριβές κατοικίες, πλούσια παλάτια, άφθονα «όλα τα αγαθά που συντελούν στην απόλαυση και την χλιδή»[4].

Ακολουθεί το νησί των μυθικών Υπερβορίων «λίγο μακρύτερα από την χώρα των Κελτών». Ο τόπος είναι τόσο εύφορος ώστε η συγκομιδή να γίνεται δύο φορές τον χρόνο. Υπάρχει ένας αξιοθαύμαστος σφαιρικός ναός του Απόλλωνα. Οι κάτοικοι παίζουν τέλεια κιθάρα, μιλούν μια δική τους γλώσσα και αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τους Έλληνες. Επιπλέον έχουν το προνόμιο να δέχονται κάθε δεκαεννιά χρόνια την επίσκεψη των θεών[5]. Η πιο ελκυστική όμως από τις δημιουργίες του Διόδωρου παραμένει η Ιερά των Παγχαιών, τοποθετημένη στα νότια της Υεμένης. Με τα περιβόλια, τους καρπούς, τ’ αμπέλια, τις πηγές, τα πουλιά είναι κι αυτή ένα νησί γοητευτικό. Η πανίδα της παρουσιάζει ένα πλούτο μοναδικό και το υπέδαφός της ξεχειλίζει από μέταλλα. Όλες οι φυλές του κόσμου: Ωκεανίτες, Ινδοί, Σκύθες και Κρήτες συναντιούνται στην πρωτεύουσά της Πανάρα. Το μεγαλείο του ναού του Τριφίλιου Δία προξενεί γενικό θαυμασμό. Εκεί, μέσα στα άγια των αγίων, σε μια μεγάλη στήλη χρυσού είναι χαραγμένη η ιστορία του κόσμου ξεκινώντας από χρόνους αμνημόνευτους.

Οι Έλληνες δεν είχαν το μονοπώλιο της φαντασίας. Οι Αρχαίοι, όποια κι αν ήταν η καταγωγή τους, είχαν το χάρισμα να κάνουν τα μυθικά αρχιπέλαγα να ανθίζουν. Το περίφημο αιγυπτιακό παραμύθι του ναυαγού μιλάει για ένα νησί όπου είναι άφθονα τα σύκα, τα σταφύλια, τα πράσα και τα πεπόνια και όπου κατοικεί ένας δράκος τριχωτός, παράξενα φλύαρος, με κορμί σκεπασμένο με χρυσάφι[6]


[1] Μιχαήλ, «Η Κρήτη ναυάγιο της Ατλαντίδας», κ. Α΄, σ. 42 – 44, εκδόσεις Ίκαρος, 1975.
[2] Όμηρος: Οδύσσεια ζ 261 κ.ε., 290 κ. ε., η 8 – 132.
[3] F.H.G. Didot.
[4] Διόδωρος Σικελιώτης: Ιστορική Βιβλιοθήκη V – 19.
[5] Διόδωρος Σικελιώτης: Ιστορική Βιβλιοθήκη V – 47.
[6] Ο μύθος του ναυαγού, μετάφραση του G. Maspero. Λαϊκά παραμύθια της αρχαίας Αιγύπτου

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

Γεωγραφικά

Ο Στράβων, οι βυζαντινοί λόγιοι και οι μεγάλες ανακαλύψεις[1]

Ο Πλήθων ήταν αυτός που συνέστησε την μελέτη του Στράβωνα ως συμπλήρωμα των γεωγραφικών γνώσεων που υπήρχαν ήδη από τον Πτολεμαίο. Επιπλέον, συνάντησε στην Φλωρεντία τον Πάολο Νταλ πότσο Τοσκανέλι (1397-1482), ο οποίος αργότερα είχε επικοινωνία, ίσως έμμεση, με τον Χριστόφορο Κολόμβο. Ο Κολόμβος, όπως πιστοποιείται από τη βιογραφία του που έγραψε ο γιος του, επηρεάστηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό από δύο κείμενα του Στράβωνα. Αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Πλήθων σταχυολόγησε κάποια αποσπάσματα του Στράβωνα κι έγραψε μια σύντομη πραγματεία πάνω στα λάθη που ανακάλυψε σ’ αυτόν. Παρόλο που ο Αουρίσπα και ο Φίλελφος είχαν φέρει στην Ιταλία αντίγραφα του Στράβωνα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Γεωγραφία άσκησε κάποια επίδραση πριν από την ημερομηνία της Συνόδου της Φλωρεντίας, ενώ αργότερα τέθηκε σε κυκλοφορία η λατινική μετάφραση του Γκουαρίνο, που συμπληρώθηκε το 1458. Ο Πλήθων θα μοιραζόταν επομένως την διάκριση με τον Γκουαρίνο ότι προσέφεραν στον Κολόμβο τις αναγκαίες πληροφορίες για το εγχείρημά του[2].

Από τα δύο υπό συζήτηση κείμενα του Στράβωνα, το πρώτο το συναντάμε σε μια κριτική του υπολογισμού των διαστάσεων της Γης από τον Ερατοσθένη (1.4.6). Μνημονεύεται ότι είπε: «Αν δεν μας εμπόδιζε η απεραντοσύνη του Ατλαντικού, θα μπορούσαμε να πλεύσουμε από την Ιβηρία στην Ινδία κατά μήκος του ίδιου παράλληλου». Το δεύτερο αποτελεί μέρος μιας κριτικής του Ποσειδώνιου, ο οποίος είχε ισχυριστεί (2.3.6) : «Αν πλεύσεις από δυτικά χρησιμοποιώντας τον ανατολικό άνεμο, θα φτάσεις στην Ινδία σε απόσταση 70.000 σταδίων».

Η ελκυστική αυτή θεωρία χρήζει τροποποιήσεων. Τα αποσπάσματα του Πλήθωνα φαίνεται να έγιναν σε πολύ μεγάλη ηλικία, το 1447-48, όταν ο Τσιρίακο ντ’ Αγκόνα έμενε στο Μιστρά ως επισκέπτης. Ένα αντίγραφο που χρησιμοποίησαν (Eton College 141 + Laur. 28.15) ήταν κάποιο πρόσφατο απόκτημα του Τσιρίακο από την Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται πως ο Πλήθων είχε ένα άλλο που δεν έχει αναγνωριστεί. Τα γεγονότα αυτά δεν αποκλείουν την πιθανότητα να είχε ήδη ακούσει για τον Στράβωνα το 1439 και να τον είχε συστήσει ανεπιφύλακτα στις νέες γνωριμίες που είχε κάνει στην Ιταλία. Το 1438 ή αμέσως μετά, ένα αντίγραφο είχε φτάσει στην Ιταλία (Marc. Gr. XI.6), όμως κάτοχός του δεν ήταν ο Πλήθων[3].

Έτσι, αντί για την υπόθεση που περιγράψαμε παραπάνω μπορούμε να προτείνουμε κάποιες εναλλακτικές λύσεις. Αν το κείμενο του Στράβωνα υπήρχε στην Φλωρεντία το 1439, ίσως να το είχε φέρει ο Βησσαρίων και όχι ο Πλήθων. Αν ο Βησσαρίων ήταν αυτός που τόνισε την σημασία του ως επιπρόσθετης πηγής γεωγραφικών πληροφοριών, θα μπορούσε εξίσου καλά να το έχει κάνει κι αργότερα, όταν έγινε μόνιμος κάτοικος Ιταλίας. Κι αν ο Πάολο Τοσκανέλι αποτελούσε σημαντικό κρίκο στην μετάδοση πληροφοριών, περόλο που γνώριζε ελληνικά, πιθανόν να μην εκμεταλλεύτηκε τις γνώσεις του μέχρις ότου η λατινική μετάφραση του Γκουαρίνο καταστήσει το έργο γενικά προσιτό. Η περίστση κατά την οποία ο Στράβων συστήθηκε ανεπιφύλακτα στους Ιταλούς και η ταυτότητα εκείνου που τον συνέστησε δεν έχουν ακόμα εξακριβωθεί με βεβαιότητα.




[1] N.G. Wilson, «Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση», κ. 8, σελ. 108-110, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνη, Αθήνα 1994.
[2] M.V. Anastos, Annuaire de l’ Institut de philology et d’ histoire orientales et slaves 12 (Brussels 1952) 1-18 [ανατυπώθηκε στο έργο του Studies in Byzantine intellectual history. (London 1979)].
[3] Μια νέα επιστολή του Τραβερσάρι που ανακάλυψε ο G. Mercati, Ultimi contribute alla storia degli umanisti, Facsicolo I., Traversariana (Studi e Testi 90) (Vatican City 1939) 24-26, δείχνει ότο ο Βησσαρίων είχε αφήσει πίσω του στο Modon (Μεθώνη), “Strabonis duo maxima volumina”. Η επιστολή έχει ημερομηνία μεταξύ 11 Μαρτίου και 7 Απριλίου. Στην σελ. 25 αρ. 7 ο Μερκάτι τυπώνει το κείμενο του Πλήθωνα με γεωγραφικές πληροφορίες που πήρε από τον «Παύλο εκ Φλωρεντίας». Σχετικά με τα χειρόγραφα του Στράβωνα βλ. A. Diller, The textual tradition of Strabo’s Geography (Amsterdam 1975).

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Ιατρική

Ολιστική ιατρική [1]

Οι στωικοί υιοθέτησαν την ιδέα της ολιστικής μεθόδου – της εξέτασης ολόκληρου του σώματος, όταν αναζητούσαν μια θεραπεία για ένα συγκεκριμένο άρρωστο μέρος – όχι μόνο ως προς το τί κάνει γενικώς η φιλοσοφία αλλά και ως προς ένα συγκεκριμένο μέρος της ηθικής τους, της θεωρίας για τα αισθήματα. Οι στωικοί θεωρούν ότι ένα συναίσθημα περιλαμβάνει μια ψευδή πίστη, επειδή νομίζουν ότι τα συναισθήματα πάντοτε περιλαμβάνουν μια εσφαλμένη εκτίμηση των αντικειμένων των αισθημάτων μας. Συγκρίνουν τα συναισθήματα με τις αρρώστιες, εξηγώντας την τάση μας προς το συναίσθημα με την συνολική μη ικανοποιητική κατάσταση της ψυχολογικής μας υγείας. Είναι εξαιτίας της συνολικής ψυχολογικής αδυναμίας μας που υποχωρούμε στο συναίσθημα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Το σταθερό παράδειγμα αυτού είναι ο Μενέλαος, ο οποίος είναι αποφασισμένος να τιμωρήσει την Ελένη αλλά θρυμματίστηκε μπροστά στην ομορφιά της λόγω της συνολικής αδυναμίας και του αναποφάσιστου χαρακτήρα του[2].

Η ιδέα ότι ένα συγκεκριμένο άρρωστο μέρος του σώματος μπορεί να θεραπευτεί μόνο μέσα στο πλάισιο της εξέτασης ολόκληρου του σώματος συμβαδίζει φυσικά με μια άλλη βασική υπόθεση της αρχαίας ιατρικής, ότι δηλαδή η υγεία συλλαμβάνεται ως ένα θέμα συνολικής ισορροπίας και αρμονίας όλων των στοιχείων του σώματος. Η ιδέα αυτή βρίσκεται πρώτα στα λόγια του γιατρού και προσωκρατικού φιλοσόφου Αλκμαίωνα από τον Κρότωνα. Σε ένα περίφημο απόσπασμα, βρίσκουμε την πεποίθησή του ότι :

Της μεν υγείας είναι συνεκτικήν την ισονομίαν των δυνάμεων, υγρού, ξηρού, θερμού, πικρού, γλυκέος και των λοιπών, την δ’ εν αυτοίς μοναρχίαν νόσου ποιητικήν. Φθοροποιόν γαρ εκατέρου μοναρχίαν. Και νόσον συμπίπτειν ως μεν υφ’ ού υπερβολή θερμότητος ή ψυχρότητος, ως δε εξ ού διά πλήθος τροφής ή ένδειαν, ως δ’ εν οις ή αίμα ή μυελόν ή εγκέφαλον. Εγγίνεσθαι δε τούτοις ποτέ κακ των έξωθεν αιτιών, υδάτων ποιών ή χώρας ή κόπων ή ανάγκης ή των τούτοις παραπλησίων. Την δε υγείαν την σύμμετρον των ποιών κράσιν.

(Αλκμαίων απ. 4)[3]

Εδώ βρίσκουμε ότι, αν και οι εξωτερικοί παράγοντες είναι σχετικοί, η υγεία ή η έλλειψή της εξαρτάται από την σωστή ισορροπία των δυνάμεων του ίδιου του σώματος. Αργότερα η ιδέα αυτή αναπτύχθηκε στην άποψη ότι η υγεία εξαρτάται από τη σωστή ισορροπία των τεσσάρων «υγρών», εκδοχή που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή και διήρκεσε περισσότερο[4].

Αυτή η ιδέα, βέβαια, είναι οικεία (ίσως υπερβολικά οικεία) σε εμάς από την εκτεταμένη χρήση της από τον Πλάτωνα στην πολιτεία, όπου χρησιμοποιεί την υγεία του σώματος ως μια αναλογία για την αρετή όπως η αρμονία και η υγεία της ψυχής. Μπορούμε να υποψιαστούμε ότι στην πολιτεία αυτή η άποψη της σωματικής υγείας είναι ήδη κάτι που έχει επηρεαστεί από τον επιθυμητό παραλληλισμό με την ψυχή. Ωστόσο, βρίσκουμε την ιδέα και αλλού – σε ένα παράθεμα στον Σοφιστή, για παράδειγμα, όπου η σωματική αρρώστια και η ασχήμια λέγεται ότι είναι τρόποι, με τους οποίους το σώμα ταλανίζεται από δυσαναλογία. (Λίγο παρακάτω, η γυμναστική λέγεται ότι είναι η θεραπεία για την ασχήμια, έτσι ο Πλάτωνας πρέπει να έχει στο μυαλό του τους ανθρώπους που δεν βερίσκονται σε φόρμα, παρά εκείνους που δεν είναι ελκυστικοί στο πρόσωπο.) «Νόσον όσως και στάσιν ου ταυτόν νενόμικας; … Πότερον άλλο τι στάσιν ηγούμενος ή την του φύσει συγγενούς εκ τινος διαφθοράς διαφοράν ; … Αλλ’ αίσχος άλλο τι πλην το της αμετρίας πανταχού δυσειδές ενόν γένος ;»[5] (Πλάτων, Σοφιστής, 228a3-228a11).


[1] Τζούλια Ε. Άννας, «Φιλοσοφική Θεραπεία, Αρχαία και Σύγχρονη», άρθρο ενταγμένο στην «Βιοηθική» των Κουζνέφσκι και Πολάνσκυ, εκδόσεις Τραυλός, 2007
[2] Οι στωικοί διαφέρουν ως προς το αν η συνολική κατάσταση του προσώπου που υποκύπτει στο συναίσθημα θα πρέπει να περιγραφεί σαν να είναι αυτή του προσώπου, του οποίου η συγκρότηση είναι άρρωστη και ήδη μέχρι κάποιο σημείο υπονομεύεται από την αρρώστια, ή σαν ένα πρόσωπο του οποίου το σώμα είναι υγιές αλλά επιρρεπές σε αρρώστιες διαφόρων ειδών, συγκεκριμένα περιοδικών μορφών. Βλ. Γαληνό, PHP v2, για τις διαφορετικές απόψεις του πρώιμου στωικού Χρυσίππου και του ύστερου στωικού Ποσειδωνίου για το σημείο αυτό.
[3] Αλκμαίων, απ. 4 (Diels-Kranz 24), Το απόσπασμα προέρχεται από τον Αέτιο (Diels-Kranz 442).
[4] Η θεωρία των υγρών βρίσκεται στην Ιπποκρατική πραγματεία Περί φύσιος ανθρώπου, πιθανώς επηρεάστηκε από τον Εμπεδοκλή. Βλ. Longrigg 1993, κ. 4.
[5] «Ώστε θεωρείς», λέει ο Ξένος, «ότι η αρρώστια και η δυσαρμονία είναι κάτι Άλλο από την διχόνοια μεταξύ πραγμάτων που από τη φύση τους είναι του ίδιου είδους και προκύπτει από κάποιου είδους διαφθορά ; … Αλλά μήπως η δυσμορφία δεν είναι η παρουσία ενός είδους δυσαναλογίας που είναι πάντα άσχημη ;

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Λαογραφία

ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ, παράδοση αιώνων[1]

Ένα πανάρχαιο πρωτοελληνικό φύλο, οι Σαρακατσαναίοι, με αρχική κοιτίδα τη κεντρική και νότια οροσειρά της Πίνδου με επίκεντρο τα Άγραφα διασκορπίστηκαν το 18ο αιώνα σε όλη την Ελλάδα. Ως νομάδες κτηνοτρόφοι (σκηνίτες) μετακινούνταν διαρκώς, το καλοκαίρι στα βουνά, στους κάμπους το χειμώνα. Η επικρατέστερη ετυμολογία του ονόματός τους δηλώνει τον ανυπότακτο χαρακτήρα τους κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, από την τουρκική λέξη καρά (μαύρος, μαύρα ρούχα) και την τουρκική μετοχή κατσιάν (=φεύγων ,φυγάς, ανυπότακτος)...
Η γλώσσα τους, ελληνική με στοιχεία της Αρχαιοελληνικής διαλέκτου, απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, παράλληλα με τη διατήρηση της αυθεντικότητας των εθίμων, κανόνων συμπεριφοράς και διαβίωσης αποδεικνύει την πανάρχαια ελληνικότητα τους. Σε αυτά τα στοιχεία στηρίζεται και η διάκριση τους από τους Βλάχους (Βλαχόφωνους Έλληνες), που μιλούσαν εκτός από τα ελληνικά και τα Βλάχικα Το μόνο κοινό στοιχείο, ήταν το κτηνοτροφικό επάγγελμα
Η οικονομική και κοινωνική ζωή των Σαρακατσαναίων ήταν οργανωμένη με ένα είδος συνεταιρισμού το «Τσελιγκάτο», για την καλύτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Ο τσέλιγκας (αρχιποιμένας) – πλούσιος κτηνοτρόφος με πολλά πρόβατα- ήταν ο αρχηγός, επιφορτισμένος με υποχρεώσεις που αφορούσαν τα οικονομικά αλλά και τα κοινωνικά προβλήματα του τσελιγκάτου. Η διαβίωσή τους εξασφαλίζονταν στο «κονάκι», ένα καλύβι φτιαγμένο με σάλωμα. Η Σαρακατσάνικη οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι, απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της…
Η εκπαίδευση τους ήταν στοιχειώδης, λόγω των συνεχών μετακινήσεών τους. Αλλά η πίστη τους στα θρησκευτικά και λατρευτικά έθιμα καθώς και στις παραδόσεις ήταν μεγάλη. Η χαρά και η λύπη ήταν συνυφασμένη με ένα μεγάλο κύκλο εκδηλώσεων και ιεροτελεστιών που τηρούσαν με ευλάβεια. Ο γάμος ήταν ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο με ένα κύκλο πράξεων και συμβόλων. Τα τραγούδια τους αποτελούν παρακαταθήκη για τους νεότερους στην προσπάθεια για τη διατήρηση της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας του λαού μας. Οι χοροί τους λεβέντικοι, έχουν την καταγωγή τους στον αρχαίο ελληνικό ρυθμό. Η φλογέρα ήταν το κατεξοχήν μουσικό όργανο του Σαρακατσάνου τσοπάνη. Τα έργα της λαϊκής τέχνης είναι εμπνευσμένα από την καθημερινή ζωή τους και έχουν πρακτική αξία: υπέροχα ξυλόγλυπτα και όμορφα υφαντά. Η χαρακτηριστική σοβαρότητα των σκούρων χρωμάτων στις φορεσιές, τα υπέροχα χρώματα και σχέδια στις μικρές ποδιές από χοντρό μάλλινο ύφασμα, ο ολοκέντητος κόκκινος φλάμπουρας του γάμου με θέματα αυστηρής συμμετρίας ανάμεσα και γύρω από τις τέσσερις γωνίες του σταυρού είναι μερικά από τα στοιχεία της Σαρακατσάνικης τέχνης.
Η συμβολή των Σαρακατσαναίων στην επανάσταση του 1821 ήταν αποφασιστικής σημασίας. Πολλά είναι τα ονόματα Σαρακατσάνων αρματολών και κλεφτών. Αλλά και κατά το Μακεδονικό Αγώνα η συμμετοχή τους υπήρξε αμέριστη, επίσης αντιστάθηκαν σε όλους τους κατακτητές...
Από το 1950 και μετά οι Σαρακατσιαναίοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τα βουνά, εγκαταστάθηκαν σε πόλεις και χωριά και ασχολούνται με κάθε είδους επαγγέλματα. Όμως οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξαν… Πολιτιστικοί σύλλογοι, λαογραφικά μουσεία, έντυπο υλικό (εφημερίδες και περιοδικά), συνέδρια και ημερίδες, το πανελλήνιο αντάμωμα (στο Περτούλι Τρικάλων την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου) και άλλα τοπικά σε διάφορα μέρη της χώρας που αναβιώνουν σκηνές από την καθημερινή ζωή των Σ. διατηρούν ζωντανή την εθνική και πολιτιστική μνήμη των σύγχρονων Σαρακατσάνων, για να αντισταθούν στην αφομοιωτική και ισοπεδωτική τάση της εποχής μας...

[1] Του καθηγητή ΜΕ Νίκου Ζυγογιάννη, πρώην Προέδρου του Πανελληνίου Συλλόγου Σαρακατσαναίων

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

πολιτική φιλοσοφία

Περί εθνοκτονίας[1]

Όταν οι Ρωμαίοι πήραν τελικά την απόφαση να καταστρέψουν διά παντός την Καρχηδόνα, ισοπέδωσαν την πόλη, κατέσφαξαν τα τρία τέταρτα του πληθυσμού της και εξανδραπόδισαν όσους επέζησαν. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα υπολείμματα του καρχηδονιακού πολιτισμού επιβίωσαν μέχρι την εποχή του ιερού Αυγουστίνου, οι Καρχηδόνιοι ως εθνοτική κοινότητα και κράτος της δυτικής Φοινίκης είχαν αφανιστεί[2].

Η ίδια τύχη ανέμενε πολλούς λαούς του αρχαίου κόσμου, μεταξύ των οποίων οι Χετταίοι, οι Φιλισταίοι, οι Φοίνικες του Λιβάνου και οι Ελαμίτες. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η απώλεια της πολιτικής δύναμης και ανεξαρτησίας υπήρξε προάγγελος του εθνοτικού αφανισμού, ο οποίος όμως στις περισσότερες περιπτώσεις πραγματοποιήθηκε διά της πολιτισμικής αφομοίωσης και της εθνοτικής ανάμειξης. Επομένως, πρόκειται περισσότερο για περιπτώσεις εθνοκτονίας παρά γενοκτονίας, παρά την δραματικότητα των πολιτικών γεγονότων που τις επέσπευσαν. Όταν ο βασιλιάς της Ασσυρίας Ασουρμπανιπάλ κατέστρεφε τα Σούσα, το 636 π.Χ., εξαφανίζοντας το ελαμιτικό κράτος από την πολιτική σκηνή, δεν είχε θέσει ως στόχο του την εξόντωση όλων των Ελαμιτών (μάλιστα οι Ασσύριοι συνήθως περιορίζονταν στον εκτοπισμό των ελίτ των λαών που υπέτασσαν). Ωστόσο, ήταν τόσο ολοκληρωτική η καταστροφή του κράτους ώστε το Ελάμ δεν συνήλθε ποτέ, μέσα στα σύνορά του εγκαταστάθηκαν νέοι λαοί και, παρά το γεγονός ότι η γλώσσα του διατηρήθηκε έως την αχαιμενιδική περίοδο, δεν ξανασυναντούμε έκτοτε καμιά ελαμιτική κοινότητα ή κράτος που θα μπορούσε να συντηρήσει τους μύθους, τις μνήμες, τις αξίες και τα σύμβολα της ελαμιτικής θρησκείας και κουλτούρας[3].

Η καταστροφή της ίδιας της Ασσυρίας υπήρξε ακόμα πιο αιφνιδιαστική και δραματική. Η Νινευή έπεσε το 612 π.Χ. μετά από τη συνδυασμένη επίθεση των Μήδων του Κυαξάρτη και των Βαβυλωνίων του Ναβοπολάσαρ, ενώ ο τελευταίος της ηγεμόνας, ο Ασσούρ-ουμπαλίτ ηττήθηκε τρία χρόνια αργότερα στις Κάρρες. Έκτοτς, οι αναφορές στην «Ασσυρία» είναι ελάχιστες. Ο Κύρος ενέταξε και πάλι τις θεότητές της στο βαβυλωνιακό πάνθεον, όμως, πέρα από αυτό, δεν υπάρχει καμιά άλλη αναφορά στο κράτος ή τον λαό της. Όταν μάλιστα ο στρατός του Ξενοφώντα προέλασε μέσα από την υποβαθμισμένη σε επαρχία Ασσυρία, βρήκε όλες τις πόλεις της ερημωμένες εκτός από την Έρμπιλ. Άραγε μπορεί να χαρακτηριστεί η συγκεκριμένη περίπτωση ως [εσκεμμένη ή μη] γενοκτονία;[4]

Μάλλον απίθανο. Σκοπός των εχθρών της Ασσυρίας ήταν η καταστροφή της μισητής ασσυριακής εξουσίας. Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να καταστραφούν οι μεγαλύτερες πόλεις της έτσι ώστε να μην υπάρξει περίπτωση ανάκαμψης της πολιτικής της δύναμης. Είναι αλήθεια πως ο Ναβοπολάσαρ είχε δηλώσει: «θα κάνω τη γη του εχθρού συντρίμμια και χαλάσματα», όμως αυτό δεν σημαίνει πως σκόπευε να εξοντώσει όλους του ς Ασσυρίους, ακόμα και αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Είναι πιθανόν πως οι ασσυριακές ελίτ εκπατρίστηκαν. Αλλά, όπως και αν έχει το πράγμα, από θρησκευτική και πολιτισμική άποψη οι Ασσύριοι είχαν όλο και λιγότερες διαφορές από τον βαβυλωνιακό πολιτισμό, τον οποίο επεδίωκαν να μιμηθούν. Επιπλέον, την τελευταία περίοδο της αχανούς ασσυριακής αυτοκρατορίας είχαν εμφανιστεί βαθιές κοινωνικές διαιρέσεις τόσο στις τάξεις του στρατού όσο και στην ύπαιθρο, μια έντονη ανάμειξη των εθνοτήτων που ζούσαν στην καρδιά της αυτοκρατορίας και [μετά την εισροή ενός μεγάλου αριθμού Αραμαίων] η καθιέρωση της αραμαϊκής γλώσσας ως lingua franca για το εμπόριο και την διοίκηση. Συνεπώς, η εθνοτική ιδιαιτερότητα των Ασσυρίων διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο πολύ πριν την πτώση της αυτοκρατορίας τους. Ο πολιτισμικός συγκρητισμός και η εθνοτική ανάμειξη υποβοήθησαν την εξασθένιση της ασσυριακής εθνοτικής κοινότητας και του πολιτισμού της και την αφομοίωσή της από τους λαούς και τους πολιτισμούς που την περιέβαλλαν[5].

Όπως στην περίπτωση των Φοινίκων, των Ελαμιτών και ορισμένων άλλων λαών, η σχετικά γρήγορη εξαφάνιση του ασσυριακού πολιτισμού και της ασσυριακής κοινότητας πρέπει να θεωρηθεί ως παράδειγμα εθνοκτονίας. Τουλάχιστον, όσον αφορά στον αρχαίο κόσμο, η καταστροφή των θεών και των ναών μιας κοινότητας ή ενός κράτους θεωρείτο ως μέσο καταστροφής της ίδιας της κοινότητας. Όπως φαίνεται, αυτός ήταν ο σκοπός των Περσών όταν κατέστρεψαν τους βαβυλωνιακούς ναούς το 482 π.Χ.[6] και ίσως και των Ρωμαίων όταν κατέστρεψαν τον Ναό της Ιερουσαλήμ, το 70 μ.Χ. Στόχος σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ήταν η εκρίζωση του πολιτισμού μιας ομάδας και όχι η εξόντωσή της, πράγμα που διαφέρει επίσης, όσον αφορά τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, από τις πολύ πιο αργές και απροσχεδίαστες διαδικασίες της πολιτισμικής αφομοίωσης, οι οποίες υπέσκαψαν πολλές μικρές εθνοτικές κατηγορίες και ομάδες.

[1] Antony D. Smith, «Εθνική Ταυρότητα», κεφ. 2, σελ. 53-56, Οδυσσέας 2000.
[2] Moscati (1973, Μέρος ΙΙ, ειδικά 168-169). Οι υπόλοιπες καρχηδονιακές πόλεις δεν είχαν την ίδια τύχη και ο πολιτισμός τους κατόρθωσε να επιβιώσει.
[3] Roux (1964, 301-304). Και πιο γενικά για το Ελάμ και τον ελαμιτικό πολιτισμό Cambridge Ancient History (1971, τομ. Ι, Μέρος 2, κεφ. 23).
[4] Saggs (1984, 117-121). Roux (1964, 374).
[5] Όπως αποκαλύπτει η ασσυριακή τέχνη, αντικείμενο των προσπαθειών και της αφοσίωσης των Ασσυρίων ήταν σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό το ίδιο το κράτος και όχι η ασσυριακή κουλτοόυρα ή κοινότητα. Το δοκίμιο του Liveriani στο Larsen (1979). Για τα πιθανά αίτια της παρακμής και της πτώσης της Ασσυριάς, Roux (1964, 278, 290). Και στο A.D. Smith (1986 a, 100-104).
[6] Για τις βαβυλωνιακές εξεγέρσεις, J.M. Cook (1983, 55-56, 100) Oates (1979).

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Πολιτική

Ο Ηγεμών[1]

Ω ευγενές και γνήσιο γέννημα των πνευματικών μου ωδίνων[2], αυτά είναι λίγα από πολλά που δείχνουν τη φιλία μου προς εσένα και την πνευματική υιοθεσία. Στα αναθέτω σαν ένα είδος θεϊκών συμβολαίων και πίνακες αρετής, για να τους έχεις ως πρότυπα. Έχοντας στραμμένο το βλέμμα σ’ αυτούς και διαπλάθοντας και διαμορφώνοντας τον εαυτό σου σύμφωνα με αυτούς, εύκολα θα μπορέσεις να καταλάβεις ποιες πράξεις κάνουν την ομορφιά της ψυχής να ανθεί και ποιες σαν στίγματα και ρυτίδες την ασχημίζουν και την κάνουν δύσμορφη. Αποφεύγοντας τις τελευταίες από αυτές και ακολουθώντας τις πρώτες, θα αναδειχθείς σε ένα έμψυχο, αληθινά, και πανέμορφο στολίδι θεάρεστης ζωής και πολύ ευχάριστο θέαμα και αντικείμενο συζήτησης σε εμένα και σε όλους τους ευσεβείς. Γι’ αυτό, υψώνοντας τα χέρια μου στον ουρανό και προσφέροντας, αντί για ικεσία, στο Θεό την αγάπη μου για σένα και τον πόνο μου και αναπέμποντάς Του δοξολογία, Τον παρακαλώ να γίνεις ένας άξιος εργάτης των προσδοκιών μου και των συμβουλών μου, και να τις τηρήσεις πιστά. Και εύχομαι να μου δίνεις χαρά, και για το παραμικρό σου κατόρθωμα να αποκτάς φήμη και δόξα. Να είσαι υπερβολικά συνετός και να έχεις δυνατή μνήμη. Ευχάριστος στα λόγια και πιο ευχάριστος στην συμπεριφορά, αγαπητός σ’ αυτούς που συναντάς, πιο αγαπητός σ’ αυτούς που είναι διαρκώς κοντά σου. Εξαιρετικός στην κρίση και στην ρύθμιση των υποθέσεων που έχεις μπροστά σου. Να είσαι διορατικός και προσεκτικά να προφυλάσσεσαι. Να είσαι πρόθυμος να κάνεις μεγάλα έργα, προθυμότερος όμως να διασώσεις αυτό που ήδη έχεις κατορθώσει. Ικανός στο να αποκρύπτεις το συμφέρον σου, ικανότερος να διαφεύγεις την προσοχή και ικανότατος στο να αποκαλύπτεις τους αυθάδεις. Να προξενείς φόβο στους εχθρούς σου, αλλά να σε αγαπούν οι υπήκοοί σου[3]. Και οι δύο όμως να σε σέβονται και να σε θαυμάζουν. Να μην σε νικούν οι ηδονές, αλλά να είσαι υπόδειγμα σωφροσύνης. Να ελέγχεις την οργή σου και να αγαπάς την πραότητα. Γρήγορος στην αναζήτηση του δίκαιου και στην αμερόληπτη απονομή του[4]. Να είσαι γενναίος στις καταστάσεις που προξενούν φόβο. Άτολμος για κάθε παρανομία και να μην ανταλλάσσεις με καμιά ευκολία την επιμονή και τους κόπους για το καλό. Πρόθυμος στις ευεργεσίες, διστακτικός στις τιμωρίες. Εραστής της φιλίας, εχθρός του μίσους. Πηγή ελέους. Να μην είσαι φαντασμένος, αλλά υπερβολικά ταπεινόφρων. Να περιφρονείς τον πλούτο, να βοηθάς τους φτωχούς, να τιμάς την αλήθεια, να μην συμβιβάζεσαι με το ψέμα. Να μην νιώθεις ταπεινωμένος στην αποτυχία, αλλά στην επιτυχία να μην ξιπάζεσαι. Να είσαι κύριος της γλώσσας σου και να προσέχεις τί ακούς. Να είσαι αδυσώπητος φύλακας της αφής και των άλλων αισθήσεων. Να μην ενδίδεις σε κανένα πάθος, ούτε να παρασύρεσαι από τη διέγερση των επιθυμιών. Και για να ολοκληρώσω, να είσαι, σε παρακαλώ, όχι μόνο πρότυπο και παράδειγμα κάθε αρετής και ευσέβειας για τους υπηκόους σου, αλλά να αποτελείς και για όλες τις γενιές των ανθρώπων που θα ακολουθήσουν μια όμορφη και σπουδαία ενθάρρυνση, που επιτελεί ωραία και σημαντικά έργα. Γι’ αυτά θα σου προσφερθεί προπάντων η ανέκφραστη και αιώνια βασιλεία των ουρανών ως αναπαλλοτρίωτη κληρονομιά, αιώνια κατοικία και υπέρμετρη και θεϊκή τρυφή και απόλαυση χωρίς τέλος.


[1] Φωτίου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, εκδόσεις Αρμός, Θεσσαλονίκη 2007.
[2] αναφέρεται στον ηγεμόνα της Βουλγαρίας Βόρι. Ο Βόρις, ο οποίος βαπτίστηκε χριστιανός και ονομάστηκε Μιχαήλ, επιδίωξε την ανεξαρτησία της Βουλγαρικής Εκκλησίας ζητώντας τόσο από τον Νικόλαο τον Α΄, όσο και από τον Φώτιο να υπάρξει Βούλγαρος πατριάρχης, θεωρώντας την παρουσία του απαραίτητο συμπλήρωμα της πολιτικής ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας. Η επιστολή του Φωτίου γράφτηκε κατά τη διάρκεια αυτών των εντάσεων, την πρώτη περίοδο της πατριαρχίας του Φωτίου.
[3] Ο Μάριος Πλωρίτης εμμένει στο ζήτημα των σχέσεων αρχόντων αρχομένων [πολιτών] χρησιμοποιώντας τους λόγους του Φωτίου: «Να άρχεις όχι με τρόπο τυραννικό, αλλά με την εύνοια των αρχομένων. Η εύνοιά τους είναι μεγαλύτερο και ασφαλέστερο βάθρο της Αρχής παρά ο φόβος», [«Άρχε τοίνυν των υπηκόων, μη πεποιθώς τυραννίδι, αλλά τη των αρχομένων εύνοια. Εύνοια γαρ μείζον Αρχής βάθρον και ασφαλέστερον, ή φόβος», παρ. με΄]
[4] Είναι, πραγματικά, η επιστολή του Φωτίου το ελληνικό αντίδοτο στις αμείλικτα χρησιμοθηρικές συνταγές του Μακιαβέλι για την πολιτική και την εξουσία; Αναρωτιέται, εύλογα, ο Χρήστος Γιανναράς στον Πρόλογο της έκδοσης.

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Ήθη και Έθιμα

Με το μυαλό στις γιορτές του χειμώνα…[i]

Θυμάται ακόμα τα πρώτα Χριστούγεννα που πέρασε στα Γιάννενα – τόσο αλλιώτικα απ’ ό,τι ήξερε στο Συρράκο, όπου τα χιόνια στοιβάζονταν ως απάνω κι οι πέντε καμπάνες του χωριού έκρουαν ασταμάτητες. Εδώ ο ουρανός ήταν θολός και τα βουνά γύρω τυλιγμένα κι αυτά στην μπόρα. Έβρεχε δίχως τελειωμό κι οι τοίχοι είχαν μουσκέψει κι οι δρόμοι πελάγωσαν. Ωστόσο ήταν γεμα΄τοι από κόσμο. Ο Πλάτανος, οι Καμάρες, το Κουρμανιό, όλα ξέχειλα. Σκεπασμένοι με κοντοκάπια και με μαντίλες και κάμποσοι με ομπρέλες έτρεχαν από μαγαζί σε μαγαζί για τα παραμονιάτικα ψώνια τους. Στα παραπόρτια των «Ελεών» μαζεύονταν τα γυναικόπαιδα της φτωχολογιάς και βρέχονταν καρτερώντας να πάρουν το μικρό χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Τα σπίτια μέσα, φτωχά και πλούσια, έλαμπαν απ’ την πάστρα και στην σπιτομάνα έκαιε η κρεμασμένη καντήλα.

Όμως, με τον όρθρο, μάταια περίμενε να τον ξεκουφάνουν οι καμπάνες. Μόνο σαν σε όνειρο άκουσε αχνούς μακρινούς ήχους, που κι αυτούς δεν ήταν σίγουρος αν τους άκουσε. Κι ύστερα, ξαφνικά, δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα τους που τον έκαναν να πεταχτεί τρομαγμένος.

- Μπάμ, μπαμ, μπαμ… Σηκωθείτε, χριστιανοί… Ώρα για εκκλησία… Σηκωθείτε…

Σηκώθηκαν, ντύθηκαν. Τα χτυπήματα κι οι φωνές ακούγονταν παρακάτω, από πόρτα σε πόρτα. Σε λίγο οι δρόμοι άρχισαν να ξυπνούν, οι πόρτες ν’ ανοίγουν κι από μέσα να ξεπετάγονται συνοδειές, συνοδειές που έτρεχαν τουρτουρίζοντας στην ενορία τους.

Όλα τούτα του ξενοφάνηκαν. Δεν τα περίμενε. Κι ούτε ήξερε γιατί γίνονταν έτσι. Αλλά ήταν απ’ τον καιρό του Σκυλόσοφου. Με τον ξεσηκωμό που έκανε, στα 1612, οι τούρκοι ξαναπήραν πίσω τα προνόμοια που είχαν δώσει στα Γιάννενα, να σημαίνουν οι εκκλησιές τους καθώς έχουν συνήθεια και να γιορτάζουν τις απόκριες με προσωπιδοφορία. Κατέβασαν τις καμπάνες απ’ όλες τις εκκλησιές και μόνο σαν πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια τους άφησαν κι έβαλαν δυο μικρά σήμαντρα, στο Αρχιμανδρειό και στον Αι-Νικόλα. Μικρά, που μήτε ακούγονταν. Γι’ αυτό κι οι εκκλησιές όριζαν «κράχτες», που γυρνούσαν με ένα ξύλινο τσουκάνι από πόρτα σε πόρτα και φώναζαν «σηλωθείτε χριστιανοί… Ώρα για την εκκλησία…».

Με τον καιρό τους άφησαν σιγά, σιγά να γιορτάζουν πάλι και τις απόκριες. Μόλις έμπαινε το τριώδιο, έπαιρναν την άδεια του πασά και του μητροπολίτη κι άρχιζαν το ξεφάντωμα, που δυνάμωνε την τελευταία Κυριακή. Τα σκολιαροπαίδια «ντύνονταν» κι αυτά πότε «γιατροί» και πότε πριγκίπισσες, κι άλλα βγαίναν στους δρόμους κι έπαιζαν τον «Πανάρατο», μαζεύοντας ύστερα λεφτά από τους περίεργους που έβλεπαν την ¨παράσταση». Γρήγορα όμως διαλύονταν κι άλλαζαν και ξανάβγαιναν στους δρόμους να ιδούν την παρέλαση που άρχιζε απομεσήμερα. Και τί δεν έβλεπαν! Κλέφτες κι αρματωλοί με ψεύτικα μαχαίρια που σταματούσαν στον δρόμο τους διαβάτες κι αγρίευαν:

- Παρά! Παρά!

Το χρυσό αμάξι που έφερνε τον βασιλιά και την βασίλισσα, την γριά που έγνεθε την ρόκα της, το γαϊτανάκι… Κι ύστερα «τ’ άργανο», που ήταν ψίκι σωστό, γάμος ακέριος. Με νύφη και με γαμπρό και με βλάμη και με συμπεθεριό ατέλειωτο, φορεμένους σεγκούνια και ταφτάδες, να παίζουν νταούλια και καραμούζες και να σέρνουν φλασκιά γιομάτα κρασί και να πίνουν… Σαν βασίλευε ο ήλιος, μαζεύονταν όλοι στα Μνήματα και χόρευαν, κι άλλοι χόρευαν έξω απ’ τα προξενεία κι άναβαν φωτιές τετράψηλες στα σταυροδρόμια και τις πηδούσαν…


[i] Μιχάλη Περάνθη, «Ο Τσέλιγκας», Εστία, 1982