Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Λογοτεχνία

1912[i]

Απ’ το μικρό δάσος που αφήναμε αριστερά μας, ξεχώρισα ξαφνικά να βγαίνουν ένας – ένας αρματωμένοι άντρες, οι περισσότεροι τετράγωνοι, μπατάλικοι, σαν αρκούδες, μ’ ακατέργαστες κι’ άξεστες μορφές ληστών, που τις πνίγανε μαλλιά και γένια, από καιρό ακούρευτα, βρωμεροί και κουρελιάρηδες, άλλοι με κάπες, που δεν τις έπιανε ούτε αγκίστρι κι’ άλλοι με χοντρές πατατούκες ξεβαμμένες και βασανισμένες κι’ όλοι με γουρουνοτσάρουχα και τις γάμπες τυλιγμένες με δέρμα προβάτου, σφιγμένο απάνω στο πόδι με πάνινες ταινίες ή παλιόσκοινα ξεφτισμένα.

Ο καθένας είχε απάνω του απίστευτο αριθμό φυσέκια, σε μεγάλα φυσεκλίκια που τύλιγαν σταυρωτά το κορμί και τη μέση. Ώστόσο, στο περπάτημα ήταν σβέλτοι και λεύτεροι. Μόλις μας είδαν προχώρησαν γρήγορα προς το μέρος μας, κούνησαν στον αέρα τους λιγδωμένους σκούφους των, κάτι ψηλούς από αστραχάν και ούρλιαξαν :

- Ούρα α α α α !...

Άρχισαν έπειτα να πυροβολούν στον αέρα κι’ ένας απ’ όλους, ο πιο απαίσιος, ένα ζώο, κάτι μεταξύ αλεπούς και ύαινας, με ζύγωσε … μούσφιξε το χέρι και με προσφώνησε σε μια βαριά γλώσσα, γεμάτη από «σκα» και «σκι» και παχιά λάμδα και νι. Δεν κατάλαβα τί μου είπε και δεν ήξερα τί ν’ απαντήσω. Άρχισα να βήχω. Ένας απ’ τους οδηγούς που ήξερε τη γλώσσα του, μ’ αναπλήρωσε. Ξαναφώναξαν «ούρα» και τράβηξαν κατά τη Νάουσα, μ’ ατέλειωτες ντουφεκιές στον αέρα.

Ήτανε μια βουλγάρικη συμμορία, που γύριζε σ’ αυτά τα μέρη – όπου είχε, φαίνεται, δράσει άλλοτε – μ’ αποστολή τώρα μάλλον κατασκοπευτική και που έκρινε καλό να μας υποβάλει τους … συμμαχικούς της χαιρετισμούς. Μπαίναμε τώρα στο νοτιώτερο άκρο του πεδίου, όπου παιζόταν από χρόνια το μεγάλο δράμα του Μακεδονικού αγώνα, που είχε καταματώσει όλες τις βορείως του Αλιάκμονα επαρχίες, ως τα Κορέστια κι’ ακόμα πιο πέρα και είχε ταλανίσει όλους τους ελληνικούς πληθυσμούς, που μιλούσαν το τοπικό μακεδονικό ιδίωμα, με το να θέλουν σώνει και καλά να τους κάνουν Βούλγαρους.



Μόλις φύγαμε από τα Σέρβια, ο επισιτισμός μας, που γινότανε ως εκεί από την Ελασσόνα, ήταν αδύνατος πια. Υποχρεωθήκαμε να στραφούμε στους πόρους της χώρας που διατρέχαμε και που ο τουρκικός στρατός την είχε ξαφρίσει γερά πριν από μας. Είναι αλήθεια, ότι το κάθε σύνταγμα και κάθε Σώμα το ακολουθούσε κι’ από ένα κοπάδι πρόβατα, που τα φύλαγαν και τα οδηγούσαν αρματωμένοι τσοπάνηδες, στρατιώτες που είχαν αποσπαστεί επίτηδες γι’ αυτή τη δουλειά. Άνθρωποι όμως που βαδίζουν δεκαοχτώ έως είκοσι και πλέον χιλιόμετρα την ημέρα, ζαλωμένοι σάκο, κουβέρτα, μανδύα, αντίσκηνο, ντουφέκι και φυσέκια και συχνά πολεμώντας στον δρόμο, δεν μπορούν να τραφούν μ’ ένα κομμάτι ανάλατο – γιατί έλειψε και το αλάτι – ψητό κρέας εγκύου προβατίνας, πούφερνε αηδία. Οι διάφορες εφοδιοπομπές μας κι’ αν κατάφερναν να προμηθευτούν τίποτε άλλο από το άθλιο εκείνο κρέας κι’ αν μπορούσαν να φτάσουν κάποτε στην ώρα τους, ήταν αδύνατον να ικανοποιήσουν τις ανάγκες μας, γιατί οι ποσότητες των τροφίμων ήτανε πολύ μικρές. Ο καθένας έπρεπε λοιπόν να γίνει επιμελητής του … εαυτού του. Το πρόβλημα του επισιτισμού έπρεπε να λυθεί … κατ’ άτομον.

Στα χωριά που περνούσε η Μεραρχία, ένα σωρό φαντάροι άφηναν τις γραμμές, για να σκορπιστούν στα σπιτάκια, στις άθλιες πλινθόχτιστες καλύβες και να φροντίσουν να εφοδιαστούν. Οι χωριάτες όμως είχανε φροντίσει ν’ αμπαρωθούν καλά. Γιατί κι’ αν ακόμα το επιθυμούσαν, δεν θα μπορούσαν να φανούν φιλόξενοι : Ούτε τ’ αγαθά του Κροίσου δεν θα τους έφταναν για να χορτάσουν χιλιάδες πεινασμένους στρατιώτες. Οι φαντάροι ρίχνονταν στα πιο απροστάτευτα μέρη, στους λαχανόκηπους που τους πάστρευαν ώσπου ν’ ανοιγοκλείσει κανείς τα μάτια, στους φλογόχρυσους σωρούς του καλαμποκιού που ξεραίνονταν στον ήλιο και πηδώνατς φράχτες πέφτανε στα κοτέτσια όπου δεν άφηναν αυγό, ούτε για φόλι, ούτε για δείγμα …



Κάπου – κάπου, πάνω σ’ αυτές τις ορνιθοκαταδιώξεις, τα κακαρίσματα, τις φωνές, παρουσιαζότανε ξαφνικά κάποια χωριάτισσα κι’ άρχιζε να βρίζει στη βαριά μακεδονίτικη γλώσσα της. Και τότε οι φαντάροι την πολιορκούσαν με τα λεφτά, επιδειχτικά στο χέρι, γυρεύοντας να πληρώσουν τη ζημιά, αλλά και ν’ αγοράσουν ψωμί, κρασί, τσίπουρο, βούτυρο, τυρί, ό,τι φαγώσιμο. Παίρνανε όμως ολοένα γι’ απάντηση, τη στερεότυπη εκείνη λέξη, που μας έριξε μετά τη Νάουσα ο πρώτος σλαβόφωνος χωριάτης, που απαντήσαμε με κατεβασμένα μούτρα στην είσοδο του πρώτου χωριού – λέξη, που από τότε, όπου κι’ αν περάσαμε, ως τα πρόθυρα της Θεσσαλονίκης κι’ από κει ως τη Φλώρινα, ακουγότανε σαν μελαγχολική επωδός σε κάθε μας αίτηση : «Νέμα» – Δεν έχει.

Μάταια οι παμπόνηροι Μεσσήνιοι του ένατου συντάγματος έπαιρναν την πιο μελοδραματική στάση και με τον παθητικότερο τρόπο θύμιζαν στους αλύγιστους εκείνους χωριάτες ότι έχυναν το αίμα της καρδιάς τους γι’ αυτούς – «Νέμα» !... Μάταια οι αρβανιτομαθείς, που ήτανε σκορπισμένοι μέσα στο ενδέκατο σύνταγμα, εξαντλούσαν τη γλωσσομάθειά τους, φανταζόμενοι στην απλότητα της καρδιάς τους, ότι όσοι δεν μιλούν ελληνικά … ξέρουν αρβανίτικα και προσπαθούσαν να πείσουν τους χωριάτες στο παραφθαρμένο πελασγικό τους ιδίωμα, ότι μεταξύ τους υπήρχε συγγένεια αίματος – Νέμα !... Μάταια τέλος, βάζοντας όλη τους τη νοημοσύνη, κατάφεραν οι άντρες να μάθουν στη στιγμή ότι «βόντα» θα πει νερό, «χλεπ» - ψωμί, «βίνο» - Κρασί και μάταια τ’ ανακάτευαν, συμπληρώνοντας με νοήματα, με την ελπίδα να συγκινήσουν τους χωριάτες με το τοπικό τους ιδίωμα : «Νέμα βόντα, νέμα βίνο, νέμα χλεπ, νέμα χιτς !» Ήταν η αιώνια απάντηση – Αίμα να σας κόψει λοιπόν γαϊδούρια ! συμπλήρωναν οι φαντάροι, συνοψίζοντας στη φράση αυτή όλη τους την αγανάκτηση.


[i] Σπύρου Μελά, «Οι Πόλεμοι 1912-1913, Μακεδονία, Ήπειρος, Αιγαίον, ο πόλεμος της διπλωματίας», κεφ. ΙΘ΄, σ. 154 επομ., εκδόσεις Μπίρης, Αθήναι 1972