Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

ιστορικό μυθιστόρημα

Μέση Ανατολή[1]

Σύννεφο πίστεψε πως ήτανε ο Ηράκλειος και κάποιο άλλο μαντάτο που του ήλθε από την Αραβία. Ο Μωάμεθ, ο καινούργιος ο Προφήτης, είχε μπη θριαμβευτής στη Μέκκα.

Ζήτησε να μάθη για το πρόσωπό του, για τα καινούργια που εδίδασκε. Δεν πίστευε στη δύναμή του, τη στρατιωτική τουλάχιστον. Είχε δώσει κάποια μάχη στους Μοθούς πριν ένα χρόνο. Είχε νικηθή χωρίς κανέναν κόπο. Ο στρατηγός που διοικούσε το φουσάτο του τού είχε μιλήσει με περιφρόνηση για τον Μωάμεθ και τους πολεμιστές του :

- Ταξίδεψε στην Παλαιστίνη, του είπαν. Συναναστράφηκε Οβρηούς και Χριστιανούς. Κλάβει ό,τι τον συμφέρει από τα λόγια του Ιησού, ό,τι του κάνει από την Παλιά Διαθήκη.
- Είναι επιληπτικός, πέφτει χάμω αφρίζοντας και οι πιστοί του λένε πως εκείνη τη στιγμή τον επισκέπτεται ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, πως του υπαγορεύει τις θελήσεις του Θεού.
- Ήταν καμηλιέρης, έκανε σύνευνή του από συμφέρον πλούσια χήρα, την Χαδήτζα. Κάποιος αρνησίθρησκος καλόγερος τον ακολουθεί και είναι σύμβουλός του.
- Είναι άθεος, ασεβής, τρισκαταραμένος, εχθρός του Θεού και των ανθρώπων.
- Η σύνευνή του η Χαδήτζα προσηλυτίζει τις γυναίκες, εκείνος τους άνδρες τους. Έτσι αυξάνουνε οι οπαδοί του.
- Παίρνει απ’ τους Οβρηούς τον μονοθεϊσμό, από του Αρειανούς τον λόγο και το πνεύμα, από τους Νεστοριανούς την ανθρωπολατρεία. Θέλει να τον προσκυνάνε σαν Θεό. Θεοποιεί την λαγνεία της Αφροδίτης των Εθνικών και την δίνει συντρόφισσά του στον Θεό του, Αλλάχ το όνομά του.
- Είναι ο ίδιος κλειδοκράτορας του Παραδείσου και λέει, ο ιερόσυλος, πως κάποτε διάβηκε την πύλη του σέρνοντας πίσω εξήντα χιλιάδες άνδρες. Λέει ακόμα, ο τρισκατάρατος, ότι είδε τον Χριστό μέσα στον Παράδεισο και πως Εκείνος με πείσμα αρνιώταν ότι αποκάλεσε πατέρα Του τον Δημιουργό μας.
- Τρεις Παραδείσους έχει για τους πιστούς του, έναν από μέλι, έναν από γάλα, τρίτον από κρασί. Στον Παράδεισό του γυναίκες όμορφες σαν άγγελοι περιμένουν τους πιστούς του.
- Οι Χριστιανοί και οι Οβρηοί είναι καλοί για να καίγωνται σαν τα καυσόξυλα. Τούτα πρεσβεύει, ο αντίχριστος.
- Ζητάει την περιτομή και επιτρέπει ό,τι απαγορεύει ο Νόμος των Οβρηών, εξόν απ’ το κρασί και το χοιρινό κρέας.
- Κοράνι λέγεται το ιερό βιβλίο του, που έχει τις εντολές του. 114 κεφάλαια έχει, Σούρρα τα ονομάζουν οι πιστοί του. Τον Παράδεισο υπόσχεται σ’ όσους σκοτωθούν σε μάχη απάνω υπερασπίζοντας τη νέα πίστη.



Το μικρό σύννεφο που πλανιώταν πάνω από την Αραβία μεγάλωσε, μαύρισε, άρχισαν τ’ αστραπόβροντα. Πέθανε ο Μωάμεθ, κάποιος άλλος πήρε τη θέση του, ο Αμπού Μπεκρ. Χτυπήθηκε με κείνους που ζητούσαν μερίδιο στην κληρονομιά του Προφήτη, τους νίκησε, τους σκότωσε. Ήταν μόνος του πια, ήταν και φιλόδοξος. Ο Μωάμεθ είχε κηρύξει τον ιερό πόλεμο. Θα τον συνέχιζεν εκείνος.

- Εκατόν εικοσιτέσσερις χιλιάδες αρματωμένους σήκωσε, είπε στον Ηράκλειο εξπλοράτορας που ερχόταν από την Αραβία. Στα δυο μοίρασε το φουσάτο του ο Αβουωάχαρος – Αμπού Μπεκρ τον λένε στην βάρβαρη γλώσσα τους, Αύγουστε – : το ένα κάτω από τον Αμπού Ομπέϊντα, το άλλο κάτω από το Καλέντ. Ο ένας τραβάει για τον Ιορδάνη, ο άλλος για τον Ευφράτη. Η φρουρά σου, Αύγουστε, στην έρημο της Ιδομέας – οι Σαρακηνοί – προσκύνησε τους άπιστους. Ο Χαλίφης των Αράβων τούτα είπε στους στρατιώτες του πριν κινήσουν για τη μάχη : «Όταν συναντηθήτε με τον εχθρό, να πολεμήσετε με την καρδιά σας. Προτιμότερος ο θάνατος από το γύρισμα της πλάτης. Μην κάψετε τα σπαρτά, μην καταστρέψετε του φοίνικες. Μην σκοτώσετε τους γέρους, τα παιδιά και τις γυναίκες. Σεβασθήτε τα μοναστήρια και τους ερημίτες που ζουν κει μέσα ακολουθώντας τον λόγο του Θεού. Τους οπαδούς των συναγωγών να τους τσακίσετε. Δεν θα τους συγχωρήσετε, παρά μόνον σαν προσκυνήσουν την αληθινή την πίστη, αν δεχθούν να πληρώσουν πάκτα». Ξεκίνησαν τα δύο φουσάτα, Αυγουστε. Το φουσάτο του Αμπού Ομπέϊντα άφησε πίσω του την έρημο του Φαράν και προχωράει προς τα πάνω, χωρισμένο σε δώδεκα μέρη, όπως οι παλιές φυλές του Ισραήλ.

Άκουσε ο Ηράκλειος και τα χέρις του σφίχτηκαν στο θρονί του. Δεν θα ησύχαζε, λοιπόν, ποτέ του ; Πολέμησε τους Πέρσες και τους σύντριψε. Οι Άραβες τώρα, οι οπαδοί του Μωάμεθ του τρισκατάρατου, όπως τον λέγαν οι Χριστιανοί, σήκωναν κεφάλι. Θα τους νικούσε και αυτούς. Ο Θεός ήταν μαζί του. Είχε αγωνιστή έξη ολόκληρα χρόνια για να ξαναστήση τον Σταυρό στα Ιεροσόλυμα. Δεν θα τον απόλειπε ούτε τώρα ο Κύριος.



Κόμης έπεσε στα πόδια του, στο τρικλίνιο του Διοικητηρίου της Δαμασκού. Ξεσκισμένος ο μανδύας του, τσακισμένος ο θώρακάς του. Αίματα ξεραμένα φάνταζαν στο δεξί του χέρι. Με σπασμένη φωνή άρχισε το μαντάτο της συμφοράς που έφερνε μαζί του :

- Χάθηκε το φουσάτο σου, Αυγουστε. Νίκησαν οι Σαρακηνοί. Έπιασαν αιχμάλωτο τον άρχοντα στρατηγό, το Σέργιο. Σφάξαν καμήλα, την εγδάραν. Τον κλείσαν μέσα στο τομάρι της. Αργό θάνατο του δώσαν. …

Χλώμιασε ο Ηράκλειος, ο Σέργιος ήταν καλός σαν στρατηγός. Ήτανε και αντρειωμένος. Οι τούρμες που διοικούσε είχανε κάνει θαύματα σαν πολεμούσανε μαζί του στην Περσία. Μήπως ήθελε ο Θεός να τον δοκιμάσει ;

Πρόσταξε να ετοιμαστή η Δαμασκός για αγώνα. Ανέβηκε στα τειχιά της, είδε τους πύργους, τις καστρόπορτες. …

Χτύπησε την Περσία ο Καλέντ. Μεγάλος Βασιλιάς τώρα ο γυιός του Σάρβαρου. Δεν φτουρούσε ο θρόνος της Περσίας. Κατάκτησε ο στρατηγός του Αβουβάχαρου την αρχαία Βαβυλωνία, είδε πως οι Πέρσες δεν απάντησαν στην πρόκλησή του, έτρεξε να ενωθεί με τον Αμπού Ομπέϊντα να χτυπηθούν μαζί οι δυο με τον Ηράκλειο. Στη Βόσδα συναντήθηκαν τα δυο φουσάτα, την κατάχτησαν με προδοσία.

Έσφιξε τις γροθιές του ο Ηράκλειος, βλαστήμησε, σαν έμαθε τη συμφορά. Ο διοικητής της – Ρωμανός το όνομά του – έγινε από φόβο Μουσουλμάνος, άνοιξε τις πύλες, μπήκαν μέσα οι Άραβες, σφάξαν, πυρπολήσαν, ατιμάσαν.



Στείλαν πρεσβεία οι Άραβες στην Δαμασκό. Κοφτά ήταν τα λόγια των αποσταλμένων του Καλέντ :

- Από τον Εμίρη ερχόμαστε, του είπαν. Τούτα τα λόγια του : «Ο Θεός έδωσε αυτή τη χώρα που κρατάς στον πατέρα μας τον Αβραάμ και τα παιδιά του. Είμαστε παιδιά του. Καιτό πολύν εκράτησες τη χώρα μας. Εγκατάλειψέ την με την θέλησή σου και δεν θα σ’ ενοχλήσουμε. Αν πάλι θέλης πόλεμο, διπλά και τρίδιπλα θα κατακτήσουμε με το σπαθί μας».

Αγανάκτησε ο Αυτοκράτωρ. Η γλώσσα τούτη δεν του πήγαινε. Θυμήθηκε τις νίκες του, την καταστροφή των Περσών :

- Η χώρα που ζητάτε είναι δική μου, τους αποκρίθηκε ξερά. Δική σας μόνο η έρημος. Ξεχνώ τα άφρονα λόγια του Εμίρη. Γυρίστε ειρηνικά στα χώματά σας. Τούτη η απάντησή μου.

Έσκυψαν το κεφάλι τους οι πρέσβεις, κρύψαν χαμόγελο, τί τον ζητούσανε τον πόλεμο, φύγαν.

[1] Κώστα Δ. Κυριαζή, «Ηράκλειος», σ. 328-333, Εστία 1991