Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Κυπριακά

Στα χρόνια του κυρ – Χ΄΄Γεωργάκη Κορνέσιου[i]

Εδώ κάτω στη Ντέλλα Φοντάνα Αμορόζα, που περιμένω το μπεργιαντίνι, δεν ξέρουμε την κακοθαλασσιά ποτές. Από το ακρωτήρι του Αγίου Επιφανίου ίσαμε τον κόλπο της Αττάλειας έχουμε ήσυχα τα νερά. Τα «κοίμησαν», λένε, τα καρφιά του Σταυρού που έριξε η μακαρία Ελένη γυρνώντας απ’ την Ιερουσαλήμ. Πολλά τα παράπονα των μαρινάρων απ’ τα παλιά τα χρόνια. Άγρια θάλασσα και στα «δωδεκάμερα», δυο φορές αγριότερη. Πήρε στον πάτο της αμέτρητα πλεούμενα. Από τότες, με το θάμα της Αγίας γυναίκας, ο κόλπος δεν έχει βράση. Αλλά και σ’ όλα τα νερά του μυρωδάτου νησιού, της Κύπρος, απαγγιάζουν στο σίγουρο πια οι θαλασσομάχοι. Να βγάλουνε τ’ απονέρια, να βολέψουμε τα πανιά τους και να φορτώσουνε τις θροφές. Μόνο που το καλούμο το ‘χουνε μεγάλο για το φόβο των Οθωμανώνε αν το πλεούμενο είναι Χριστιανικό.

Το μπεργιαντίνι που περιμένω θα με πάει στα Ψαρά κι από κείθε μ’ άλλο σκαρί θα βολευτώ για τα παράλια της Πελοπόννησος. Ίσως πιάσω στο Άστρος, ίσως παρακάτω. Θα βρω πρόσωπα μιλημένα από Φιλικούς της Κύπρος να τους προλάβω τα νέα του νησιού μου. Πρόσωπο μπιστεμένο στην υπηρεσία της Μονής στη Μύρτου, κουβαλώ στην ψυχή μου όλο τον πόθο της λεφτεριάς και τις ευκές στους επαναστατημένους στο Μωρέα από τους συμπατριώτες μου. Μαζί τυλιγάδι έχω το χειρόγραφο του συχωρεμένου ξαδερφού μου του δραγουμάνου κυρ-Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου. Σίγουρα βολεμένο κάτω από την αμασχάλη μου, στο μάλλινο αμπά μου, νιώθω ζεστή τη γραφή τού συγγενή μου στον κυρ-Αλέξαντρο τον Υψηλάντη, που δεν κατάφερε ποτές να του τη στείλει. Γραφή σπαραχτική στο φίλο που έζησε πριν από χρόνους μαζί του στην Πόλη και στις ηγεμονίες του Δούναβη. Να στέρξει, του γράφει, η Φιλική να στείλει τους ανθρώπους της στο Νησί, ότι είναι λέει όλα έτοιμα για το σηκωμό και μπόλικα τα σακούλια με τ’ άσπρα και με το χρυσό. Για τις ανάγκες του αγώνα, τιςε πραμάτειες και τα ντουφέκια. Ακόμα, ορισμένο είναι να πω στους πρόκριτους του Μωρέως τα ιστορίσματα για τον Χατζή-Μπακκή, για τον άδικο χαμό του δραγουμάνου, για τον κρεμασμένο στη συκαμιά του σεραγιού αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Για το ματοκύλισμα του νησιού απ’ τον Κουτσούκ-Μεχμέτη.

Δέκα Ιούλη του 1821, εδώ κάτω στη Ντέλλα Φοντάνα Αμορόζα στην άκρια του κόλπου, το ανάβλεμά μοτ όλο πίσω στο μυρωδάτο το νησί μου και λούζεται φως. Παίζω το κομποσκοίνι μου νευρικά, να περνώ την ώρα μου «περί ονόρε» που λένε και περιμένω λεφτό προς λεφτό να φανεί το μπεργιαντίνι.

Από το 1785 το νησί είναι κάτω από την καπιστράνα του Καπουδάν –Πασά. Πριν ακόμα αποθάνει από την πανούκλα ο διορισμένος από την Πόρτα μουχασίλης ο χωριάτης Μπακκής, σκέφτηκε καλοσκέφτηκε ο Καπουδάν ποιο είναι το συφέρο του Σουλτάνου και του Βεζύρη του και βρήκε στα γλήγορα τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο που θα ‘παιρνε τη θέση του μισοαόματου ξυλοκόπου που δεν ήξερε να βάλει τη τζίφρα του. Του φονιά που κατάφερε με το δόλο και την κολακεία τους αγάδες και τους ουλεμάδες κι έκανε παράδες: «Ζευγολατιά, τζιφλήκια, μύλους, περιβόλια απέραντα και Κιόσκια, αγγαρεύων τους πτωχούς». Να πάει ο σερσέμης από κει που ‘ρθε να ‘συχάσει ο κοσμάκης.

Τώρα, δραγουμάνος με χρέη μουχασίλη έχει ο συγγενής μου ο κυρ-Κορνέσιος, άξιος κουμανταδόρος όπως δείχνει με τα πρώτα έργα του.

Το πρωί κατέβηκα από τη Μύρτου στη Λευκωσία. Συνήθειο των καλογέρων να ‘ρχονται στην πόλη πότε-πότε για τα γιατρέματα. Με τα βοτάνια που γιατρεύουν τους ασθενείς και τους ακάθαρτους. Και συνταγές λογιά-λογιά, παρμένες από παλαϊκές γραφές, ν’ ανακουφίζουν τους πονεμένους και βαρεμένους. Σακουλάκια με κοπανισμένα χόρτα: τη λάδανο, το τρεμίθι, την τριμιντίνα, τη γλυκόριζα, την πίσσα, το σπάλαθρο, που θεραπεύουνε το δάγκαμα της κουφής, της όχεντρας δηλαδή, τις μαχαιριές, τον πυρετό κι άλλα πάθη του κορμιού. Χωριστά, λιβάνια και δεντρολίβανο, χόρτο βασιλικού, θυμίαμα μαλανδρίνας, κουτζούπα, φλοιό και γαρούφαλλα, δάκρυ της ελιάς, μαστίχι κι όλα τ’ αρωματικά για τα μεγαλογιόρτια και τα μνημόσυνα. Σήμερα στη γύρα μου δεν έχω πάνω μου τις βαφές που μου ζητήσανε τις προάλλες για τα υφάσματα, τα πέπλα και τα σάλια, το περνοκόκκι δηλαδή και το ριζάρι. Τα γιατροσόφια μέβνουν απλήρωτα από τους γιατρεμένους. Πότε-πότε μερικοί τα πληρώνουν για την ψυχή και την μνημόνευση των αποθαμένων τους στη Μύρτου. Τ’ αρωματικά και οι βαφές είναι με πληρωμή κι όλες οι Κύπριες και οι Τουρκάλες περιμένουν τη μέρα που θα φανώ στην πηγή του Κιορκέρογλου. Μουλάδες, εφέντηδες και καπιτζήδες στέκονται σκεφτικοί και χαζεύουνε το αλισβερίσι. Από κοντά κι οι κυράδες τους να ψωνίσουνε μέχρι τελευταίου οβολού.

Ο ήλιος βαράει από ψηλά καμίνι. Πάνω στη σκεπή της Αγια-Σοφιάς – που τώρα προσεύχονται ουλεμάδες – σταθήκανε περαστικοί πέντε έξη πελαργοί. Τα καρότζα πηγαινοφέρνουνε τους εφέντηδες κι αυτή η περατζάδα σηκώνει τη σκόνη μέχρι τον ουρανό. Από τον τούρκικο μαχαλά, στην απάνω πόλη, βγαίνει καμαρωτός από το στενοσόκακο ο συγγενής μου που έχει το κουβέρνο. Στέκεται όξω από το καδηλίκι και κάτι λέει στους μαζωμένους στην αυλή. Ύστερα έρχεται στην πηγή όπου μπροστά της έχω απλώσει καταγής τα σακουλάκια. Κατεβαίνει από τον ίππο του και μου απλώνει τα χέρια.

- Αδερφέ μου Φιλόθεε, καλώς όρισες! Βαρέθηκα να σου λέω κάθε φορά να ‘ρχεσαι πρώτα στο αρχοντικό.
- Ο Θεός μαζί σου, κυρ-Χατζηγεωργάκη. Ο κόσμος έχει την ανάγκη μου.
- Πολύ αφοσιώθηκες στ’ άγια, εξάδερφε, λέει ο δραγουμάνος. Παράτα τα και καμιά φορά να πιούμε μια παλιωμένη κουμανταρία να ιδούμε αλλιώτικα τον κόσμο!

Πάνω στην ώρα καταφτάνει ιδρωμένος ένας καπιτζής, κρατικός εισπράκτορας και κάνει να τον διακόψει. Τον βλέπει τρεχάμενο ο κυρ-Κορνέσιος ο εξάδερφος.

- Τί έπαθες ωρέ λάφιασες έτσι; Δε σε πλερώνουν όλοι κατά πως πρέπει;
- Ο κυρ-Βιτσακτσής, εξοχώτατε, μ’ έριξε στο φόρο. Έφερε απ’ τη Λάπηθο το φόρτωμα τα φραγκολέμονα, τ’ αδειασε στη φρεγάδα κι έγινε σύγνεφο. Πού να τον εύρω;
- Να μάθεις να κάνει καλά τη δουλειά σου καπιτζή. Σου το ‘χω ξαναπεί. Να κάνεις τα στραβά μάτια καμιά φορά. Οι Βιτσακτσήδες δίνουν τους φόρους για τα πλεούμενα στην πόρτα. Εσύ που επιμένεις στ’ ανάποδα, θα φας το κεφάλι σου. Καλοχρόνισμα στη δουλειά σου δε θα ‘χεις. Σου είπα, δίκαια πράγματα. Ρωμηούς και Τούρκους να τους βλέπεις το ίδιο. Κι οι δυο ταΐζουνε τη φαμελιά σου.

Έτσι συγχυσμένος γυρίζει σε μένα κλείνοντας το μάτι.

- Πάμε, εξάδερφε. Έχω στο κατώι ένα καλό βενετσάνικο ροσόλι!


«Κάθε ποταμάκι έχει και την κατεβασιά του», σκέφτομαι και σκύβω στα σακούλια μου να τα συγυρίσω.

Στ’ αρχοντικό με φίλεψε η δέσποινα σταφίδα, καρύδια και σουτζούκους. Έσπασε και ρόιδο. Πρωτομηνιά είναι, λέει, να ‘ναι προκομένος ο μήνας. Καθήσαμε στο κιόσκι κάτω απ΄’ τη χρυσομηλιά με τα καϊσιά. Όλος ο κήπος γύρω μας φορτωμένος ανθό. Να μοσκοβολάει και να σε πιάνει ζάλη. Να μοσκοβολάει σαν την κυρά του άρχοντα, τη Μαρουδιά, που παρά τις έξη γέννες στέκει ίδια όπως τότες, είκοσο χρονώ. Της έβαλε το στεφάνι μόλις εγύρισε απ’ την Πόλη. Τον είχε στείλει ο πατέρας του εκεί να μορφωθεί. Απόχτησε όνομα τρανό και φιλίες με τον Υψηλάντη και με τον Αρχιεπίσκοπο. Αμούστακο μειράκιο ήρθε στη Λευκωσία από την Κρήτου-Τέρρα της Πάφος, με τον πατέρα του που ήτανε εμπορευόμενος. Ο γονιός του πλούτισε με τον καιρό και γιόμισε όσαμε δυο μπαούλα μαλαματικά και γρόσα. Πούλαγε υφάσματα λογιά-λογιά σε Τούρκους και ραγιαδες, μα πιότερο φημισμένη πραμέτεια του είχε τα τουρμπάνια και τα καβούκια φτιαγμένα με το χέρι, από καθαρό κόκκινο μετέξι. Γύρισε, το λοιπόν, σοφός ο Χατζηγεωργάκης και βρήκε την πανέμορφη Μαρουδιά, ανηψιά του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, να τον περιμένει. Και την παντρεύτηκε, όπως είπα, για να μπει για τα καλά στο αρχοντιλίκι.

Το σπιτικό του ήτανε ένα παλιό βυζαντινό αρχοντικό με εξώστες και παρτέρια που ο ίδιος το λαμπροστόλισε. Άνθρωπος τετραπέρατος, έβλεπε μακριά κι είχε το συμπάθειο της Πόρτας που τον είχε διορίσει, από τα χρόνια του Χατζημπακκή, δραγουμάνο στο νησί και μάλιστα ισόβιο. Τα ‘χει πάντα καλά μ’ όλους και πιο πολύ με τους αγάδες που έχουνε τα τέσσερα αγαλίκια του νησιού. Ο μουβελάς που έρχεται κάθε τόσο από την Πόλη τα βρίσκει όλα μέλι-γάλα. Και τα χαράτσια με το παραπάνω πληρωμένα και τα γένια των μουλάδων ευτυχισμένα.

Εξόν απ’ το βασιλικό χαράτσι που πληρώνουν οι νησιώτες στο Σουλτάνο και που έρχεται ειδικά γι’ αυτό χαρατζής να το μαζέψει. Ο δραγουμάνος έχει την ευθύνι για τ’ άλλα τα ντόπια που είναι πολλά κι ασήκωτα. Από τα πιο βαριά το «μαϊσέτι» ετήσιος φόρος στον Καπουδάν πασά και το «νουζούλι» ο φόρος του Βεζύρη που έχει οριστεί σε δώδεκα χιλιάδες σιβιλλιάνες. Οι αγάδες της Λευκωσίας νοικιάζουνε τους ντόπιους φόρους με τη σειρά, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, αλλά πάντα βρίσκονται σε προστριβές και σε ατέλειωτους καυγάδες. Οι δύσμοιροι πατριώτες μου έχουν να παλέψουν με πολλά. Πότε με κακότροπους μουχασίληδες και τρισκατάρατους αγάδες που τους βυζαίνουμε το αίμα, πότε με την ανομβρία και τηνακρίδα και πότε με κάποιο θανατικό σαν την πανούκλα, που κάθε τόσο επισκέπτεται το νησί.

Ο κυρ-Χατζηγεωργάκης, με την καλή κουβέντα σ’ όλους, φέρνει τα δύο αντίθετα κοντά. Αλαφρώνει όσο μπορεί τους φόρους των χριστιανών και καταφέρνει να ‘ναι αρεστός κι αγαπητός έχοντας στο κουβέρνο συγκυβερνήτη τον Αρχιεπίσκοπο. Τον Αυθέντη της «Φιλόχριστης» Εκκλησίας της Κύπρος, όπως με σεβασμό την αποκάλεσε έτσι η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος δίνοντάς της και Αυτονομία μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Ξέρει να μηχανεύεται τρόπους και να χρησιμοποιεί το μπαξίσι, συνήθειο των Τούρκων, για να μην φαίνεται βαρύς ο ζυγός στους ραγιάδες. Μέχρι σήμερα, στα 1804, η φλότα του Καπουδάν πασά δεν πόδησε στα νερά μας. Σημάδι πως η πόρτα με τη διαφένταψη του κυρ-Χατζηγεωργάκη «έχει δέσει το γάδαρό της» κι αποτραβήχτηκε στα σεράγια της ν’ απολάψει τα πιλάφια της και τις χανούμισες. Όμως τούτες τις μέρες, κάτι κουβέντες απ’ το τούρκικο, κάποιο σούσουρο απ’ τους δικούς μας έφτασαν στ’ αυτιά του δραγουμάνου κι είναι ανήσυχος. Βολτετζάρει στ’ αρχοντικό και σκέφτεται σιωπηλός τί να ‘τοιμάζει τούτο το σύγνεφο. Θες καμία κουτουράδα απ’ τους Λευκωσιάτες, θες καμιά μπαμπεσιά απ’ τους εφέντηδες και τους αγάδες, άρχισε να φωλιάζει παντού η ανησυχία.

Μέρες τώρα λείπουνε οι θροφές στη Λευκωσία κι ο κοσμάκης έχει αναστατωθεί. Κάποιοι διαδίδουνε πως το κουβέρνο, ο δραγουμάνος κι οι αρχιερείς, σκόπιμα τα κρύψανε για να βάλουνε ψηλότερους φόρους. Ο Τζιάκομο Κουάστο, ο Βενετσάνος γραμματικός του κυρ-Χατζηγεωργάκη έσκυψε κι είπε κάτι στ’ αυτί της Μαρουδιάς κοιτάζοντας τον άντρα της που σουλατσάριζε πάνω-κάτω με ξεχασμένο το βλέμμα στο πλακόστρωτο. Σηκώθηκα αργά-αργά αφήνοντας μισοπιωμένο το ροσόλι μου:

- Άρχοντα εξάδερφε να σας ευκηθώ και να σας αφήσω. Να πάρω τα ματζούνια μου και τις βαφές μου και να πάω να κονακιάσω.
- Δεν κάθεσαι λίγο ακόμα κοντά μας, Φιλόθεε;
- Καλύτερα να πηγαίνω, εξάδερφε. Αν θέλεις δώσε κεροδοσιά για τη Μυρόβλητη
, του αποκρίθηκα και σηκώθηκα. Πήρα την κεροδοσιά και γύρισα στη Μύρτου με το μουλάρι φορτωμένο με τα σακούλια μου, αφήνοντας τον εξάδερφό μου με τις έγνοιες του.

Ύστερα από μέρες έφτασαν στη Μονή τα μαύρα μαντάτα. Είχε ξεσηκωθεί ο στρατός και με τη βοήθεια των Τούρκων της Λευκωσίας πολιόρκησε την πόλη. Οι Τούρκοι σκόπιμα διαδώσανε για τους φόρους και κρύψανε τα γεννήματα για να ξεσηκωθεί ο κόσμος. Ήτανε μεγάλο το μίσος τους για το δραγουμάνο, που μέχρι τώρα το δείχνανε και τον Αρχιεπίσκοπο, για τη δύναμη που ‘χανε αποχτήσει και δεν ξέρανε τί να μηχανευτούνε για να τους βλάψουνε. Οι αγάδες συνεννοηθήκανε με τους στρατιώτες και τους Τούρκους της Λευκωσίας και τους στρέψανε εναντίον των Χριστιανώνε με κύριο στόχο το δραγουμάνο. Μαύρες ώρες πέρασε στο αρχοντικό του, ως έμαθα κατόπι κι ο ίδιος ο άρχοντας. Όταν έφτασαν οι Τούρκοι στην πόρτα που πήδηξε από τον μαντρότοιχο του κήπου του μαζί με τη φαμελιά του. Κρύφτηκε, έτσι είπανε, στο σπίτι κάποιου Τούρκου φίλου του κι από κει πήδηξε τα τείχη της Λευκωσίας με τους δικούς του μέσα σε καλάθια. Για καιρό τον είχανε μισοξεχασμένο, αλλά όπως είπανε μετά, βρέθηκε στις Αλυκές, στη Λάρνακα δηλαδή, κι από κει οι κόνσολοι της Δύσης τον βοηθήσανε να μπαρκάρει για την Πόλη.

Σαν έφτασε στην πόρτα ο δραγουμάνος έκανε την αναφορά του. Είπε γι’ αυτά που γενήκανε στην Κύπρο. Τους στασιαστές, τους πανούργους γιαλουντζήδες που κρύψανε τα γεννήματα. Σηκωθήκανε όρθιες οι τρίχες του Σουλτάνου απ’ αυτά που άκουσε και διάταξε να ‘τοιμαστούνε δυο πασάδες με πλεούμενα και πεζούρα απ’ την Καραμανία και να πάνε στο νησί. Στα γλήγορα κόψανε τους ξεσηκωμένους και ηρεμήσανε τον τόπο. Ανάσανε ο κόσμος κι οι Κύπριοι με το κατόρθωμα του εξαδέρφου μου νιώσανε ανακούφιση και περηφάνεια, ύστερα από αιώνες. Οι Τούρκοι όμως στο νησί ποτέ δε συγχωρέσανε στο δραγουμάνο ετούτη την ταπείνωση. Αργότερα, μετά από πέντε χρόνια, τον συκοφαντήσανε, τον φυλακίσανε και του πήρανε το κεφάλι, πριν προλάβει να φτάσει το φιρμάνι της Πόρτας που του ‘δινε χάρη.



Ξακολούθησα να κατεβαίνω απ’ τη Μύρτου, το ταχτικό μου του μήνα, με το μουλάρι και τα σακούλια. Αυθεντία οι Τούρκοι μετά βάλανε έναν Φαναριώτη που δεν τα πήγαινε καλά με την Εκκλησία και γλήγορα τον καταργήσανε. Μέχρι τα 1820 δεν βιζιτάρισε ο Καπουδάν στ’ ακρογιάλια μας. Τα ‘πανε ήσυχα χρόνια, όμως τίποτες δεν είχε ξεχαστεί. Στα κρυφά-κρυφά οι ραγιάδες πιάνανε το τραγούδι του Χαρζηγεωργάκη και δακρύζανε. Στιγμές-στιγμές θυμόντουσαν ακόμα τον Χατζημπακκή και τα πάθια τους από κείνον τον κακότροπο μουχασίλη και πετούσανε πέτρες στα σταυροδρόμια. Καταριόντουσαν λέει τη μνήμη του. Με τα χρόνια γεμίσανε ετούτα απ’ τους σωρούς και γίνανε βουνά.

Τώρα Αρχιεπίσκοπος έγινε ένας σοφός ιεράρχης, ο Κυπριανός απ’ το Στρόβολο. Καθαρίστηκε «ως χρυσός εν χωνευτηρίω» στη Μονή του Μαχαιρά και πήγε στη Βλαχία, στην αυλή του ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτζου, όπου φοίτησε σ’ ανώτερη σχολή. Ματαγύρισε στην Κύπρο κι έγινε οικονόμος και δεξί χέρι του Αρχιεπίσκοπου Χρύσανθου που είτανε πολύ γερασμένος. Λένε πως οι φίλοι συκοφαντήσανε το γέρο-Αρχιεπίσκοπο στο Σουλτάνο κι αυτός τον έστειλε στην εξορία για να πάρει τη θέση του ο Κυπριανός, με τις κατάρες του Χρύσανθου για τον παληό του οικονόμο, που τον θεωρούσε υπεύθυνο για την ταλαιπωρία του. Μετά από λίγους μήνες, το σούσουρο για τον ξεσηκωμό που ‘τοίμαζε η Φιλική στον Μωρέα ήτανε τόσο μεγάλο, που οι Κύπριοι ξεχάσανε το ανάθεμα για τον Χατζημπακκή στα σταυροδρόμια κι ο Κυπριανός την κατάρα του προκατόχου του.

Αναβροχιά ως τα τώρα. Γελαστό καλοκαίρι. Σαν το γελαστό πρόσωπο του καζάζη Μπεκίρ – του τούρκου φίλου του συγχωρεμένου εξαδέρφου μου – απέναντί μου. Κατέβαζε τον καμηλήσιο παστουρμά του και μελαγχόλησε μόλις του θύμησα το φίλο του και τη φυγή του τότες στα κοφίνια.

- Ας μη μιλάμε για το βασταγερό παληκάρι που κράτησε με περηφάνεια όλο το νησί στους ώμους του τόσους χρόνους. Πάρε τούτη τη γραφή, Φιλόθεε. Τώρα που ‘ρθε ο καιρός για τον σηκωμό σας δεν ωφελεί να την έχω πάνω μου. Είναι του Χατζηγεωργάκη, γραμμένη για τον Υψηλάντη. Φρόντισε να την στείλεις εκεί που πρέπει. Μίλησε πρώτα στον Κυπριανό. Αμετάλαβος είμαι μα συμπαθώ το γένος σας. Άιντε τώρα, φύγε, να στοιβάξω το μετάξι.

Σηκώθηκα και βγήκα στα καλντερίμια της Λευκωσίας. Τα βήματά μου μ’ οδηγήσανε στην Αρχιεπισκοπή. Σήμερα δεν θ’ ανοίξω τα σακουλάκια μου στου Κιορκέρογλου διάπλατα στα μάτια των περαστικών. Δεν θα πουλήσω τα γιατρικά μου και τα μαστίχια για την κεροδοσιά. Ούτε θα πάρω τ’ άσπρα που ρίχνουν οι Τουρκάλες για τα μυρουδικά. Θα εμπιστευτώ τη γραφή στον Κυπριανό και θα μιλήσω μαζί του.

Εμαθά πολλά από τον «προκαθήμενο». Μου ζήτησε να παρατήσω τη Μύρτου και να βοηθήσω στον Αγώνα. Οι Φιλικοί ζητήσανε βοήθεια. «Να βοηθήσουμε», είπε ο Κυπριανός, «σε προμήθειες και χρήματα. Όπλα δεν μπορούμε να σηκώσουμε. Είμαστε δίπλα στην τουρκιά και μια φρεγάδα απ’ την Καραμανία γιομάτη γιουρούκηδες φτάνει για να μας σφάξουν όλους». Ο Μωρέας ξεσηκώθηκε. Τα νησιά στο Αιγαίο κάνανε τα καματερά τους πολεμικά κι ανοίξανε τα πανιά τους. Ένας Φιλικός, ο Αντώνης Πελοπίδας, έστειλε γράμματα στον Αρχιεπίσκοπο. Το νησί γιόμισε προκήρύξεις που έφερε στη Λευκωσία ένας αρχιμανδρίτης, ο Θεόφιλος Θησέας.

Γλήγορα διαδόθηκε πως ο Κανάρης έπιασε στ’ ακρογιάλια μας και οι Κύπριοι γιόμισαν τα καράβια του με προμήθειες και του ευκηθήκανε τη νίκη. Η Κύπρος αρμένισε το πανί της στο γραικολεβάντη και από μακριά χαιρέτισε τη μάνα Ελλάδα που έκανε το μεγάλο ρεσάλτο στην Ελευθερία.

Από τους Τούρκους δεν ξεφύγανε τα γεγονότα. Πιάσανε γραφές της Φιλικής στον Κυπριανό. Στη Μαλούντα εξαναγκάσανε ένα τσομπάνη σε ψευδομαρτυρία εναντίον του. Λίγους μήνες πριν, το Μάη του 1821, ο αυθέντης του νησιού μας ο Κουτσούκ Μεχμέτης ζήτησε βοήθεια από την Πόρτα. Του στείλανε τέσσερις χιλιάδες αγριανθρώπους από τη Συρία και καμπόσους Γενίτσαρους από την Κρήτη. Να κοντύνουνε την Κύπρο τώρα που την πιάσανε να χαιρετίζει την Μάνα της. Πρώτα αφοπλίσανε το νησί. Γυρίζανε στα χωριά να μαζέψουνε τα όπλα που τύχαινε να έχουνε οι νησιώτες. Μαζέψανε ακόμα τα μαχαίρια απ’ τους χασάπηδες κι όλα τα εργαλεία απ’ τους γεωργούς. Ο Κουτσούκ Μεχμέτης άρχισε δειλά-δειλά τις εκτελέσεις μιας κι ο Σουλτάνος δεν τον αφήκε λέφτερο να κόβει απ’ την αρχή που ήρθανε οι αγριανθρώποι. Αφοπλισμό του ‘πε να κάνει μόνο, όπως έγινε σ’ όλη τη χριστιανοσύνη της αυτοκρατορίας του. Ο Μεχμέτης πίεζε να του δώσουνε την άδεια να κόψει κάπου πεντακόσιους Κύπριους, που ‘λεγε πως ήτανε ξεσηκωμένοι. Κι όταν ο Σουλτάνος, οργισμένος απ’ τις πρώτες νίκες των ραγιάδων, έδωκε άδεια, άρχισε το κυνηγητό στο νησί και τις σφαγές που κρατήσανε καιρό.

Μακριά απ’ τους άλλους Έλληνες «σαν τ’ αρνιά πων χώρκα μαντρισμένα» σκύψανε τον τράχηλο στο μαχαίρι αβοήθητοι. Πρώτα φάγανε τους μητροπολιτάδες και τους πρόκριτους. Άλλους τους κρεμάσανε ανάποδα με γ΄ντζους απ’ το πηγούνι κι άλλους πετσοκόψανε με το μαχαίρι και το γιαταγάνι. Τον Κυπριανό, που λίγο πριν βρεθεί στα χέρια τους μου ‘μπιστεύτηκε τις γραφές για το Μωρέα, στέλνοντάς με στη Ντέλλα Φοντάνα Αμορόζα να περιμένω το μπεργιαντίνι, τονε κρεμάσανε στην αυλή του σεραγιού από μια συκαμιά!


[i] Βασίλη Γεωργιάδη, «Έθνους πολύαθλου και πολύπλαγκτου Μνήμες», Διηγήματα, Αθήνα 1989.