Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Ιστορία

Ο Ελληνισμός μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο[i]

Όσο με τη ναυτική συμμαχία των Αθηναίων το Αιγαίο αποτελούσε το κέντρο του ελληνικού κόσμου, κ’ οι σα στριφωμένες γύρω του ελληνικές πόλεις νιώθαν προστατευόμενες από την πάντα ετοιμοπόλεμη δύναμη της συμμαχίας, οι βάρβαροι Ανατολής και Βορρά κρατιόντουσαν μακρυά. Όταν τα θρακικά φύλα τόλμησαν να κατέβουν ως τον Έβρο, οι Αθηναίοι τους φράξανε το δρόμο προς τις παράλιες ελληνικές πόλεις, ιδρύοντας στο Στρυμόνα την Αμφίπολη, όπου στάλθηκαν 10000 άποικοι. Στον Πόντο άρκεσε η εμφάνιση αθηναϊκού στόλου, για ν’ ασφαλίση τους θαλάσσιους δρόμους και τα παράλια. Όταν ήταν ακμαία η αθηναϊκή δύναμη εν γένει δυνάμωσε κι ο ελληνισμός της Κύπρου. Αλλά και στην Αίγυπτο ελληνικός στόλος αγωνίστηκε καθώς είδαμε κατά των Περσών, ενώ κ’ η Καρχηδών φοβήθηκε το ναυτικό των Αθηναίων.

Με την ανταλκίδεια ειρήνη όμως όχι μόνο οι πόλεις της ασιατικής ακτής εγκαταλείφθηκαν, παρά κ’ η ανάμεσα θάλασσα χάθηκε για τον ελληνισμό. Και τα νησιά της, αν και τάχα «αυτόνομα», μα και οι κόλποι και τα παράλια της ίδιας της Ελλάδας μείναν ακάλυπτα κι άρχισαν συνάμα να κινούνται κ’ οι βορεινοί. Όλες οι παραλιακές πόλεις, απ’ το Βυζάντιο ως το Στρυμόνα, προστατευόμενες τώρα μονάχ’ από τα τείχη και τους μισθοφόρους τους, δεν θα κρατούσαν για πολύ σε εισβολή των θρακικών φυλών, ενώ οι ακόμα χαλαρά ενωμένοι πληθυσμοί της Μακεδονίας (που όλες τις διχόνοιές τους, όπως πρώτα οι Αθηναίοι, συδαύλιζαν τώρα κ’ οι Σπαρτιάτες, κ’ οι πόλεις της Χαλκιδικής) κινδύνευαν κι αυτοί να τους πλημμυρίσουν οι Οδρύσες απ’ την ανατολή, οι Τριβαλλοί απ’ το βοριά κ’ οι Ιλλυριοί απ’ τη δύση. Πίσω απ’ αυτούς πίεζε πια κ’ η προέλαση των κελτικών λαών, π’ απλώνονταν ανάμεσα στον Αδρία και το Δούναβι. Οι Τριβαλλοί άρχισαν τις ληστρικές επιδρομές τους κιόλας, που σε λίγο θα τις φτάναν ως τ’ Άβδηρα. Εισβάλαν κ’ οι Ιλλυριοί στην Ήπειρο, νίκησαν σε μεγάλη μάχη, όπου σκοτώθηκαν 15000 ηπειρώτες, πέρασαν διά πυρός και σιδήρου τη χώρα όλη ως τις κορυφογραμμές που τη χωρίζουν απ’ τη Θεσσαλία κ’ ύστερα στρίβοντας κατά πίσω χύθηκαν στη Μακεδονία απ’ τ’ αφύλαχτα φαράγγια των βουνών. Η Όλυνθος για να προφυλαχτή απ’ ανάλογους κίνδυνους ένωσε τις πόλεις της Χαλκιδικής στη συμπολιτεία εκέινη, που καταστρέφοντάς την οι Σπαρτιάτες άφησαν ανυπεράσδπιστα έτσι τα βορεινά του ελληνισμού στους βαρβάρους.

Τον ίδιο καιρό πολύ σοβαρώτερος κίνδυνος απειλούσε το δυτικό ελληνισμό: οι Καρχηδόνιοι, από τότε που καταστράφηκε η αθηναϊκή δύναμη, ξανάρχισαν να προχωράν στη Σικελία κ’ υπόταξαν την Ιμέρα στο βοριά, το Σελινούντα και τον Ακράγαντα, τη Γέλα και την Καμάρινα, ενώ ο τύραννος των Συρακουσών, ο Διονύσιος, για ν’ αποφύγη τη σύγκρουση, άφησε να γίνουν φόρου υποτελείς στους Καρχηδόνιους όλες οι πόλεις αυτές. Οι Κέλτες, εξ άλλου, διάβηκαν τις Άλπεις, χύθηκαν στην Ιταλία, καθυπόταξαν την ετρουσκική χώρα του Πάδου και περνώντας τ’ Απέννινα πυρπόλησαν τη Ρώμη, ενώ οι Σαμνίτες ώρμησαν στις ελληνικές πόλεις της Κάμπανίας, παίρνοντας τη μια μετά την άλλη, κι ο Διονύσιος κατέλαβε όσες ήταν στη χώρα των Βρεττίων. Μόν’ ο Τάρας αντιστάθηκε. Ισχυρές όμως πράγματι ήταν μόνο οι Συρακούσες, με τη δραστήρια τυραννία τους. Κ’ έτσι ο Διονύσιος με πολλούς αγώνες ξαναπήρε από τους Καρχηδόνιους τα παράλια της Σικελίας, ως τον Ακράγαντα, κατατρόπωσε τους ετρούσκους πειρατές κι άρπαξε το θησαυρό τους στην Άγυλλα, ενώ με μεγάλους εποικισμούς ως τις εκβολές του Πάδου και τα νησιά της ιλλυρικής ακτής, κυριάρχησε στην Αδριατική. Ο ηγέτης αυτός, με καλά ωργανωμένη κυβέρνηση και διοίκηση προνοητική, με δραστήρια κι αδέσμευτη κι αδίσταχτη αποφασιστικότητα κατά κάθε ασύμμετρης και τάχα δημοκρατικής ή τοπικιστικής «ελευθερίας», με τον ικανό στρατό του, από έλληνες, κέλτες, ίβηρες και σαβίνους μισθοφόρους, μ’ έναν ισχυρό στόλο και με μια παράτολμη, άπιστη, κυνική πολιτική απέναντι εχθρών και φίλων, φάνηκε σαν το τελευταίο έρεισμα και προπύργιο του ελληνισμού της δύσης – ηγεμών του τύπου εκείνου που εύχονταν, ύστερα από δεκαοχτώ αιώνες, ο μεγάλος φλωρεντίνος, «να σώση» τη σύγχρονή του Ιταλία, μέτοχος της κορυφαίας παιδέιας του καιρού του, με φιλόσοφους, καλλιτέχνες και ποιητές στην αυλή του, ποιώντας κι ίδιος τραγωδίες! Η τυραννία του Διονυσίου, κ’ η όχι λιγώτερο μακιαβελλική αρχή των Σπαρτιατών υπό τον Αγησίλαο, είν’ οι τύποι της ελληνικής πολιτικής στους ταραγμένους αυτούς καιρούς.

Αλλά μέλλονταν και πιο ταραγμένοι … Από την παιδεία, πούχε κέντρο της την Αθήνα, κι από σχολές ρητόρων και φιλοσόφων, ξεφύτρωσαν πολιτικές θεωρίες, που όσο πιο αμέριμνες για πραγματικές καταστάσεις και δεδομένες συνθήκες ήταν, τόσο ινδαλματικώτερα ξετύλιγαν «τύπους» και «λειτουργίες» ιδανικής πολιτείας και πολιτείας απόλυτης ελευθερίας και αρετής, που μόνη τάχα μπορούσε να γιατρέψη όλα τα κακά και να φέρη κάθε σωτηρία, παρά που, για την ώρα βέβαια, τα τέτοια δεν αποτελούσαν παρά κι άλλο ένα στοιχείο σύγχυσης μες την αλλοπρόσαλλη ζύμωση δεσποτισμού και δουλειάς, αυθαιρεσίας κι αδυναμίας, κάθε ακάθεκτης ροπής και τέχνης πλουτισμού, καθώς είχε πια παραφουντώσει ο φθόνος των φτωχότερων τάξεων, μάλιστα όπου η δημοκρατία τους έδιν’ ισονομία και μ’ αυτήν άρα και μεγαλύτερη αποφασιστική δυνατότητα – αφού ήταν δα κ’ οι περισσότεροι! Παράλληλα όμως, αν κανείς μελετήση πώς οι σχολές του Πλάτωνα, του Ισοκράτη και των άλλων, πώς η φιλοσοφία κ’ η ρητορική κι ο φωτισμός γενικώτερα μεταδόθηκαν κ’ επέδρασαν στις ελεύθερες πόλεις και στις αυλές των δυναστών και των τυράννων κι ως τη Σικελία, την Κύπρο, την Ποντοηράκλεια, αλλά και σ’ αυτές ακόμα τις σατραπικές αυλές, βεβαιώνεται πως πάνω από κάθε τοπικισμό κ’ επιμέρους ιδιοσύστατα πολιτεύματα αναδείχτηκε τότ’ ένα νέο είδος κοινωνίας, που θάπρεπε να θεωρηθή, αυτό τούτο, φορέας κυριαρχίας της παιδείας, κάτι τόσο άλλο απ’ την άξεστη εκείνη σπαρτιατική δεσποτεία.

_______________________



[i] Ιωάννη Γουστάβου Ντρόυζεν [Johann Gustav Droysen], «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», σε μετάφραση Ρένου Η. Αποστολίδη, τ. 1, σ. 18-20, Ελευθεροτυπία, Αθήναι 1993