Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Ιατρική

Περί της ολιστικής ιατρικής[i]

«Η ιατρική μου – η ιατρική, Κύριέ μου,
έχει μόνο μία σχέση: με τον άρρωστο και δεν διατηρεί σχέσεις
με την αρρώστια – και η δουλειά του γιατρού, Κύριε
– είναι να βοηθάει τον άρρωστο, να νικήσει
ο ίδιος την αρρώστια του.»

[Διάλογος Γιατρού – Μάκβεθ]

Η ανάγκη για ευρύτητα, πολλαπλότητα και σφαιρικότητα στην πρόληψη, στη διάγνωση και στη θεραπεία γέννησε το κίνημα της ολιστικής ιατρικής. Η «κλασική ιατρική» θα λέγαμε ότι είναι περισσότερο διαχωριστική και μ’ αυτή την έννοια του όρου, περισσότερο περιοριστική. Χορηγεί φάρμακα ή παυσίπονα και συνήθως αποφεύγει να εξετάσει άλλους παράγοντες. Κυρίως όμως ξεχνάει τη δύναμη αυτορρύθμισης και αυτοθεραπείας που έχει ο άνθρωπος και δεν κάνει τ’ αδύνατα δυνατά για να τις κινητοποιήσει. Στέκεται αδιάφορη μπροστά στη δυνατότητα του ανθρώπινου οργανισμού για το θαύμα, παρ’ όλο που ξέρει πως τα θαύματα, όταν δεν τα πιστεύεις ¨θυμώνουν». Θέλει να περιορίζεται αυστηρά στην περιοχή της, πράγμα ορισμένες φορές αναγκαίο. Δεν πρέπει όμως να φτάσουμε και στο σημείο εάν κάποιος έχει τρία σπυριά, ένα στο μάτι, ένα στη μύτη κι ένα στο στόμα, να πρέπει να πάει σε τρεις διαφορετικούς γιατρούς, δηλαδή σε οφθαλμίατρο, σε ωτορινολαρυγγολόγο, σε στοματολόγο.

Έστω λοιπόν ότι έρχεται κοντά μας ένας κύριος που παραπονείται, κατ’ αρχάς, για ημικρανίες. Ο γιατρός δεν μπορεί να καταλάβει τί συμβαίνει, όταν ακούει μόνο ένα σύμπτωμα, ας πούμε ημικρανίες ή υπέρταση. Σίγουρα κι εσείς δεν θα μπορούσατε να καταλάβετε με ποιον γνωστό σας έχετε να κάνετε, αν σας έδειχναν μόνο το νύχι του και σας έκρυβαν τα υπόλοιπα στοιχεία. Έτσι, θα χρειαστεί να μάθουμε κι άλλες λεπτομέρειες. Ο άνθρωπός μας λοιπόν υποφέρει από χρόνια δυσκοιλιότητα, έχει καούρες και κατά διαστήματα, πόνο στο στομάχι, έχει πόνους στον αυχένα και μουδιάσματα στα χέρια, δεν κοιμάται καλά τα βράδια και ξυπνάει κουρασμένος. Για τις ημικρανίες και τις αϋπνίες είχε πάει στο νευρολόγο, για τις καούρες και τον πόνο στο στομάχι στο γαστρεντερολόγο και για τα προβλήματα του αυχένα στον ορθοπεδικό. Τώρα τελευταία τον βασάνιζε και μια δερματίτιδα, για την οποία δεν παρέλειψε να συμβουλευτεί τον δερματολόγο. Φυσικά, ο καθένας του είχε δώσει και μια φαρμακευτική αγωγή. Άλλο φάρμακο για τις ημικρανίες, άλλο για τις καούρες, άλλο για τα προβλήματα του αυχένα και κάτι διαφορετικό για τη δερματίτιδα. Έτσι συμβαίνει συνήθως στο χώρο της κλασικής φαρμακευτικής αντιμετώπισης. Βέβαια, όλοι του συνέστησαν να μην άγχεται και να είναι αισιόδοξος. Πράγματα που λέγονται, αλλά δεν γίνονται.

Στην ολιστική θεραπευτική, θα ψάχναμε να βρούμε τί φορτώνει και κουράζει το αμυντικό σύστημα αυτού του ανθρώπου, θα το αφαιρούσαμε και έτσι θα έπαιρνε μπρος η αυτοθεραπεία του. Ο οργανισμός ξέρει πολύ καλύτερα από τον κάθε γιατρό να φτιάχνει ό,τι έχει χαλάσει. Αρκεί να τον αφήσουμε να το κάνει. Για να ξεφορτώσουμε το αμυντικό σύστημα σ’ αυτόν τον άνθρωπο, θα κανονίσουμε τί θα τρώει, θα φροντίσουμε να δουλέψει καλά το έντερό του, θα καθαρίσουμε από τις τοξίνες το συκώτι του, θα του δείξουμε ασκήσεις χαλάρωσης, για να αναφέρουμε μόνο κάποιες διορθωτικές κινήσεις. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε επίσης τη βελονοθεραπεία και τη φυτοθεραπεία, ώστε να φτάσουμε στο στόχο μας. Κυρίως όμως θα καθοδηγήσουμε τον ασθενή μας να νιώσει υπεύθυνος για τα προβλήματά του και να συμμετάσχει στην αυτό-θεραπεία του.


[i] Αλέξανδρος Λουπασάκης, «Γέλιο, η καλύτερη θεραπεία», σελ. 30-31, εκδόσεις Κέδρος, 2002

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Οι Πόλεμοι του Δώδεκα

Το Μεγάλο Μήνυμα[i]

Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη νύχτα πούφτασε η πρώτη «διαταγή επιχειρήσεων» από το Γενικό Στρατηγείο. Ήταν η νύχτα της τετάρτης προς την Πέμπτη του Οκτώβρη 1912. Η Μεραρχία μας, η Τέταρτη, βρισκότανε καταυλισμένη στο Βλοχό, μικρό χωριό, σ’ απόσταση δύο περίπου ώρες από τα σύνορα …

Από νωρίς τίποτα δεν μας έλεγε πως την άλλη μέρα θ’ αλλάζαμε ντουφεκιές με τους Τούρκους. Καμμιά είδηση δεν είχαμε γι’ αμέσως επικείμενες εχθροπραξίες, ούτε στους κύκλους των αξιωματικών, ούτε στις μάζες των αντρών, που πολλοί μάλιστα δεν είχανε γι’ απίθανη και την αποφυγή του πολέμου.

Οι λίγες εφημερίδες που γλιστρούσαν στο στρατόπεδο, φτάνανε μονάχα σε χέρια προνομιούχων, που δεν έπαιρνες λέξη από το στόμα τους. Γράμματα δεν λαβαίναμε. Και τόσο τα ποθούσαμε, που το περιεχόμενο ενός και μόνου, που είχε πάρει ένας δεκανέας του μεραρχιακού ιππικού, γίνηκε γνωστό στη στιγμή που λέει ο λόγος, όχι μόνο στους υπαξιωματικούς και στους φαντάρους της Μεραρχίας, αλλά και σ’ όλους τους άντρες ενός συντάγματος της ανεξάρτητης ταξιαρχίας του ιππικού που καταυλιζότανε κοντά μας. Κι’ ας μην φανεί παράξενο. Όταν χιλιάδες μαζωμένοι άνθρωποι διψάνε να μάθουν και το ελάχιστο νέο, η παραμικρή φήμη τρέχει μ’ εκατό χιλιόμετρα στο δευτερόλεπτο. Η οικογένεια του δεκανέα τον πληροφορούσε, ότι άκουσαν τον Βενιζέλο να λέει πως οι βαλκανικοί στρατοί θ’ απαντηθούνε νικηφόροι στα μακεδονικά εδάφη σε είκοσι μέρες … Θάχουμε πόλεμο λοιπόν ; …

Πολλοί δεν το πίστευαν, ακόμα κι’ όταν γίνηκε γνωστό, πως την περασμένη μέρα ο μέραρχος Μοσχόπουλος, μετά την επιθεώρηση πούκανε σ’ ένα από τα πεζικά του συντάγματα, καταυλισμένο στο χωριό Πέτρινο, δήλωσε σε ένα σύντομο λόγο πούβγαλε στους άντρες, ότι «ευρισκόμεθα εις τας παραμονάς μεγάλων γεγονότων, κατά τα οποία η πατρίς θ’ απήτει από τα τέκνα της πιστήν και εύορκον εκπλήρωσιν των καθηκόντων των».

Κι’ αν κάθε άλλο πρόσμεναν όλοι αυτή την ημέρα παρά διαταγή για πολεμικές επιχειρήσεις, έφταιγε σίγουρα κι’ η μακάρια ειρηνική κι’ ειδυλλιακή ατμόσφαιρα που μας τύλιγε. Μετά μια μέρα θαυμάσια, σχεδόν καλοκαιριάτική, ο ήλιος είχε γείρει ολοπόρφυρος και, μέσα στο πορτοκαλόχρυσο θάμπωμα του δειλινού, οι καπνοί από τις καλύβες και τους καταυλισμούς ανέβαιναν αργά και ολόισα σαν θυσίες δικαίων.

Οι βοσκοπούλες του Βλοχού, οι χαμηλοβλεπούσες, με τα ροδόχνουδα μάγουλα, φέρνανε πίσω απ’ τα λιβάδια στο χωριό, τα μικρά κοπάδια των βοδιών, που τα πιο ζωηρά κουτουλίζονταν με παιδιάστικο πείσμα, ενώ συντροφιές από χήνες έπλεαν στο χρυσαφένιο μαίανδρο μικρού ποταμιού, που στις όχθες του καθρεφτίζονταν ρωμαλέες λεύκες, με τις φυλλωσιές ανάποδα, τρεμάμενες, στα νερά …

Μέσα σε τέτοια βιβλική, αβραμιαία και γλυκιά σιωπή, που την κόβανε κάπου – κάπου μονάχα τα χρεμετίσματα των αλόγων και τα μουκανίσματα των αγελάδων, ο νους κανενός δεν πήγαινε σ’ εχθροπραξίες. Οι αισθηματικότεροι από τους φαντάρους, καθισμένοι σ’ όλο το μάκρος της ποταμιάς και στα πεζούλια των παλιών μικρών γεφυριών, με τα πόδια κρεμασμένα στα φευγαλέα νερά, ξαναθυμόντανε τις τρυφερές σκηνές του αποχωρισμού, όταν η Μεραρχία έφευγε από τ’ Ανάπλι. Αυτές κυριαρχούσαν στην ψυχή τους.

Είχαν μπροστά στα μάτια τους ζωντανές τις εικόνες, ζεστά τ’ αγκαλιάσματα, τα φιλιά και τα δάκρυα των απλοϊκών γυναικών, που είχαν ξεκινήσει από χωριά μακρινά, να ιδούν ακόμα μια φορά τους δικούς τους και να τους ξεπροβοδίσουν. Βλέπαμε μπροστά μας όλον αυτόν τον κόσμο να φτάνει σκονισμένος, ιδρωμένος, ταλαιπωρημένος, να πλημμυρίζει τους δρόμους τ’ Αναπλιού, να μην βρίσκει τί να φάει και να μαγειρεύει στο πόδι, να μην έχει πού να κοιμηθεί και να ξενυστάει κάτω από τ’ άστρα, γυναίκες με το μωρό στο στήθος, γερομητέρες με χιονισμένα μαλλιά και κυρτωμένη ράχη. Ήταν αυτές που γέμισαν το λιμάνι μ’ αεικίνητα μαντηλάκια, όταν τα καράβια φεύγανε με τους γιους, τους άντρες, τους αδελφούς τους …

… Μέσα στη βαθιά γαλήνη του δειλινού, ξαναθυμόμαστε τις σιωπηλές και περίεργες σκηνές του χωρισμού των αλόγων «της επιτάξεως» από τους κυρίους τους. Είδα χωριάτη, που κατέβηκε απ’ το χωριό του, τέσσερις ώρες δρόμο, κι’ ήρθε, παραμονή να φύγουμε, στους σταύλους της Μεραρχίας, να ιδεί για τελευταία φορά τ’ άλογό του, έναν όμορφο ψαρή, που τα καλοθρεμμένα καπούλια του μαρτυρούσαν για την άγρυπνη στοργή του αφέντη του. Άμα τον είδε, γύρισε κατ’ αυτόν το έξυπνο κεφάλι του, χρεμέτισε κι’ έσκαψε, ανυπόμονα, τη γη με το νυχοπόδαρό του.

Ο χωριάτης ξεκρέμασε από τον ώμο του ένα ντορβά με κριθάρι και τούδωσε να φάει, μ’ όλο που τον βεβαίωσαν ότι δεν ήτανε πολλή ώρα που είχανε ταΐσει όλα τ’ άλογα :

- Βρε παιδιά – είπε κλαψιάρικα, σαν να γύρευε σχεδόν ελεημοσύνη – να τ’ αγαπάτε τα ζωντανά ! … Είναι πράγματα του Θεού …

Ο καϊμένος ο ψαρής ! Τον είδα, για κάμποσο καιρό, να κουβαλάει στη ράχη του τον ταμία της Μεραρχίας ταγματάρχη Γεωργαντά. Μα, ξαφνικά, έχασα τα ίχνη του. Ν’ αναπαύτηκε τάχα για πάντα, τυμπανιαίος, σε κανένα μακεδονικό κάμπο, μ’ ανοιχτά τα σπλάχνα στα μαύρα έθνη των κοράκων και τις φοβερές μύτες των γυπαετών, αφού πέρασε τα Καμβούνια, τον Αλιάκμονα, τον Βαρδάρη κι’ ήπιε το θολό νερό της λίμνης του Οστρόβου ; Ή να επέζησε τάχα για να ξαναγυρίσει, θριαμβευτής, στο ζεστό αχουράκι του, για να ξαναδεχτεί τα χάδια του κυρίου του ;

[i] Σπύρου Μελά, «Οι Πόλεμοι του Δώδεκα», εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1972.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Ποίηση

Θαλερό

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τα’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη.
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας
μες σε διπλή γαλήνη.

Βαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα ναι, που της πλαγιάς ανέβαιναν
μακριά-πλατιά η σκάλα,

σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε
στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων’ απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι …

Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
το ‘να από τα’ άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
ξεκόβαν το βουνίσο.

Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
ζητώντας μου τα χνάρια.

Και κάτου απ’ την κληματαριά την άγουρη μ’ επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
στρωτό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του Αποσπερίτη …

Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπού ‘χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα.

που η όψη της , σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τα’ αμάλαγα,
χώριζ’ ολόρτη η ρώγα.

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει ‘η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π’ αγανάχτησε
στα ορτά μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε προσμένοντας,
μια σφήνα μες στα μάτια.

Εκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
γευόμουν απ’ το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο …

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρτια ωσάν τσαμπιά
στα δέντρα ν’ αμολήσει.

Κ’ ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
και διάφανο το χώμα,
γιατί πλατάνια τρίετικα τριγύρα μου υψωνότανε
μ’ αδρό, γαλήνιο σώμα.

Εκεί μ’ ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
νυχτιά δροσιά τα θάμνα …

Φλοκάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
ν’ αναπαυτεί λιγάκι
πα σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι …

Αγγελος Σικελιανός (1915)

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Οικονομία

Η μιζέρια του πλούτου[1]

«Οι καπιταλιστές δεν πιστεύουν καθόλου στον καπιταλισμό. Πιστεύουν στο σοσιαλισμό για τους πλούσιους. Θέλουν να είναι σίγουροι πως η κυβέρνηση θα μεριμνά μόνο γι’ αυτούς δίχως οι άλλοι να το αντιλαμβάνονται».

Μάικλ Μουρ

Την επομένη της πτώσης του τείχους (του Βερολίνου), η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν δημοσίευσε μια εκπληκτική γελοιογραφία: δύο τραπεζίτες, τυλιγμένοι σε χοντρά παλτά, απευθύνονται σε έναν ζητιάνο ξαπλωμένο στο χιόνι, κραυγάζοντας: «Νικήσαμε!» Μια ενδιαφέρουσα επιτομή της παρανόησης που σημάδεψε αυτά τα χρόνια. Πράγματι, μετά το 1989, ο καπιταλισμός παρουσιάστηκε στα μάτια της ανθρωπότητας με τα χαρακτηριστικά του πανευτυχούς νικητή. Έχοντας πάντα υπόψη τα δικαιώματα του ανθρώπου και απουσία αξιόπιστων αντιπάλων, θα σκόρπιζε επιτέλους τα ευεργετήματά του, θα ανύψωνε τον πλανήτη σε ένα άνευ προηγουμένου πολιτισμικό επίπεδο. Η Ευρώπη και η Αμερική, πανηγυρίζοντας για το κατόρθωμά τους, άρχισαν να βυθίζονται σε μια βλαβερή νάρκη που μόλις και διαταράχτηκε λιγάκι από τον πόλεμο του Κόλπου και τη σύρραξη στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Όμως γρήγορα ήρθε η απογοήτευση: η οικονομία της αγοράς, όχι μόνο δεν κράτησε τις υποσχέσεις της, αφήνοντας στην άκρη του δρόμου εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά εμφανίζεται και σαν ένας απλός μηχανισμός παραγωγής αγαθών δίχως καμιά άλλη τελικότητα πέρα από την παραγωγή ακόμα περισσότερων αγαθών. Όταν ο καπιταλισμός αποτυχαίνει, μας κάνει να εξεγειρόμαστε με τις συμφορές που επιφέρει η αποτυχία του. Όταν πετυχαίνει, μας φρικάρει με μια υπεραφθονία ασχήμιας και άχρηστων πραγμάτων. Έχουμε μια επισώρευση περιττών εμπορευμάτων, λες και ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός έγινε το ύστατο ιδεώδες του δυτικού πολιτισμού. Με φυσική συνέπεια άτομα επικεντρωμένα στον εαυτό τους, που ενδιαφέρονται ελάχιστα για τον γύρω κόσμο και δεν βλέπουν την πολιτική παρά σαν ένα παράρτημα της διαχείρισης των επιχειρήσεων Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Διπλή στάση: κατακρίνουμε την ευμάρεια επειδή δεν είναι παρά ευμάρεια, δηλαδή αγοραία. Και την κατακρίνουμε επειδή δεν απλώνεται σε όλους. Οι καρποί της προόδου όχι μόνο δεν είναι μοιρασμένοι δίκαια αλλά είναι και δηλητηριώδεις, βλαβεροί όσον αφορά στη σπατάλη και τη μόλυνση. …

Πράγματι ποτέ άλλοτε οι ανισότητες δεν υπήρξαν τόσο έντονες πάνω σε ένα φόντο θεαματικού πλουτισμού. Μας είναι γνωστά τα νούμερα μες στη φοβερή μονοτονία τους (έστω κι αν ορισμένοι μπορεί να τα αμφισβητούν): παρά τη μεγάλη ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων χωρών, 20% των 6 δισεκατομμυρίων κατοίκων της γης επιβιώνουν με λιγότερα από ένα δολάριο την ημέρα και στον Νότο, ένα παιδί στα τέσσερα υποφέρει από υποσιτισμό. Αν και οι τεχνολογικές πρόοδοι μας επέτρεψαν να νικήσουμε τους λιμούς, να καταπολεμήσουμε τις βασικές ασθένειες, να επιμηκύνουμε τη διάρκεια της ζωής, αν και «η φτώχεια έχει υποχωρήσει πολύ περισσότερο στα τελευταία πενήντα χρόνια του εικοστού αιώνα απ’ όσο κατά τη διάρκεια των 500 ή μάλλον των 5.000 προηγούμενων χρόνων»[2], εντούτοις το μέσον κατά κεφαλή εισόδημα των Αμερικανών πολιτών μειώθηκε δραματικά από τα χρόνια του εξήντα ως σήμερα. Σύμφωνα με τη Διεθνή Τράπεζα, 600 εκατομμύρια άτομα είναι δίχως σταθερή κατοικία κι αν δεν αλλάξει τίποτα ως το 2010, πάνω από 1,4 δισεκατομμύρια κάτοικοι της γης δεν θα έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό και αποχετευτικό σύστημα. Τέλος, το 1998, οι 350 πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη κατείχαν συνολικά μια περιουσία που ξεπερνούσε το ετήσιο εισόδημα που συγκεντρώνει σχεδόν ο μισός πληθυσμός της υδρογείου.


[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Η μιζέρια του πλούτου, η θρησκεία της αγοράς και οι εχθροί της», σ. 19-22, εκδόσεις Αστάρτη, 2002
[2] Αντρέ Φουρσάν, «η παγκοσμιοποίηση ευνοϊκή προς την ανάπτυξη», (εφημερίδα Λε Μοντ, 04/09/2001). Στο βιβλίο του «Η Παγκοσμιοποίηση, όπως την εξήγησα στην κόρη μου» (Seuil, 2001, σ. 202-203), ο ίδιος συγγραφέας θυμίζει πως, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το ποσοστό της παγκόσμιας φτώχειας μειώθηκε κατά 9% μέσα σε είκοσι χρόνια και πως η Παγκόσμια Τράπεζα έχει πολύ φιλόδοξους στόχους για το 2015: να μειώσει στο μισό την ακραία φτώχεια, να ελαττώσει κατά δύο τρίτα την παιδική θνησιμότητα, κατά τρία τέταρτα την μητρική θνησιμότητα, να εξασφαλίσει τη βασική σχολική εκπαίδευση για όλα τα παιδιά.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Λαογραφία

Στα βλαχοχώρια της Πίνδου
το Συρράκο
[i]

Βουνά και παραβούνια απλώνει ζερβόδεξα ο γερο-Πίνδος.

Σε δυο απ’ αυτά είναι σκαρφαλωμένα το Συρράκο κι οι Καλαρρύτες. Ανάμεσά τους βαθαίνει το φαράγγι άπατο, όπου μουγκρίζει σπάζοντας τα νερά του ο Χρούσιας. Πάνω από το φαράγγι, αντικριστά στο ‘να βουνό και στο άλλο, ακροζυγιάζονται σαν αιτοφωλιές τα δυο πλούσια βλαχοχώρια.

Βράχος είναι η ραχοπλαγιά που κρατάει πάνω της το Συρράκο. Βράχος κόκκινος, κομμένος με το μαχαίρι. Από το φρύδι που αρχίζουν κιόλας τα πρώτα σπιτόπουλα, που παν αραδιαστά τον ανήφορο σαν σκαλοπάτια, πληθαίνοντας. Αν δεις το χωριό από τα ψηλώματα, μοιάζει σαν τρίγωνο με τη μύτη του χαμηλά, στ’ ακρόχειλο του γκρεμού.

Τα σπίτια του είναι χαμηλά, σκεπασμένα με λευκές πλάκες από ασβεστόλιθο. Εδώ εκεί ψηλώνει και κανένα δίπατο αρχοντικό με αψιδωτές καμάρες. Είναι όλα σπίτια καινούρια, πενήντα χρονών, χτισμένα ύστερ’ από τον ξεσηκωμό, που οι τούρκοι έκαψαν το Συρράκο. Μα λίγοι πια είχαν τον τρόπο τους να τα στήσουν με το παλιό σχέδιο, τότε που το χωρίο τους ακούγονταν σ’ όλον τον κόσμο για την ομορφιά και το πλούτος του. Τα δρομάκια του είναι ανηφορικά, στρωμένα με καλντερίμι. Απ’ τις πλαγιές απάνω κατεβαίνουν νερά που τα ‘χουν μερώσει μέσα σε αυλάκια, για πότισμα, κι άλλα φέραν τεχνίτες από τους Κορφούς και τα ‘κλεισαν σε σωλήνες κι έφτιαξαν βρύσες μαρμαρένιες σ’ όλο το χωριό. Η Γκούρα είναι η μεγαλύτερη. Εκεί έχουν να λεν πως έχτισαν κάτι τσομπαναρέοι ξενομερίτες το πρώτο κονάκι τους, τότε που ο τόπος ήταν ακόμα λογγάρι. Ύστερα τα κονάκια πληθύναν και έγινε χωριό, το Μεσοχώρι, κέντρο του Συρράκου, με τη βρύση του, με το μεϊντάνι, το καφενείο. Δίπλα στη Γκούρα βρήκαν λέει και το εικόνισμα του Άι-Νικόλα θαμμένο στη γης. Και του ‘χτισαν όμορφη εκκλησία, τον Άι-Νικόλα, που κι αυτόν τον έκαψαν οι τούρκοι στον ξεσηκωμό. Μα ετούτοι φέραν μαστόρους από τα Γιάννενα, βοήθησαν κι οι ίδιοι, άντρες και γυναίκες, κουβαλώντας μαδέρια απ’ το δάσος και πλάκες απ’ τα βουνά και τον ξανάχτισαν. Παραπάνω, ψηλότερα, έχτισαν δεύτερη εκκλησιά, την Παναγίτσα. Κατάκορφα στο χωριό είναι το μοναστήρι τ’ Άι-Λιος. Και σκόρπιες εδώ εκεί άλλες τρεις εκκλησιές. Στη Μπουλιάνα ο Άι-Γιώργης, στο Παλιοχώρι η Αγία Παρασκευή κι ανάμεσα στις δυο κορφές, Πρίζα και Φριγγοράσα, οι Άγιοι Απόστολοι.



Πάνε τετρακόσια χρόνια σωστά από τότε που τούρκεψε το Συρράκο. Ήταν στα 1480. Σαν πέρασαν καμιά διακοσαριά χρόνια, άρχισαν και δω οι αρπαγές και οι σκοτωμοί. Αλλά και πάλι το χωρίο με τις χιλιάδες τα πρόβατα πλούσιο έστεκε. Το τυρί τους έφτανε ως τη Μάλτα. Τα δέρματα τα πουλούσαν στη Φραγκιά. Τα μαλλιά ζητιούνταν στο βασίλειο της Νάπολης. Δίπλα στους τσελιγκάδες σιγά και οι καποτάδες που έραβαν τα μάλλινα υφάσματα. Άρχισαν να βγαίνουν κι οι έμποροι που κατέβηκαν ως τα Γιάννενα κι έφτασαν ως την Αρβανιτιά κι απλώθηκαν απλώθηκαν ύστερα στην Ευρώπη ολόκληρη, από Αούστρια ως Ισπανία. Ακόμα και τράπεζες δικές τους άνοιξαν. Το Συρράκο σόδιαζε τ’ ασήμι και το χρυσάφι κι οι αγωγιάτες κουβαλούσαν ολημερίς τα καλά του θεού, μετάξια και λαχούρια για τις γυναίκες, μόμπιλα της Βενετιάς για τα σπίτια τους, χρυσά σιρίτια για τις φορεσιές, φυλλάδες λογής λογής για το φωτισμό των παιδιών τους, Ο ένας ύστερ’ από τον άλλον γκρέμιζαν τα σπίτια τους κι έχτιζαν αρχοντικά και φώναζαν ξυλοσκαλιστάδες ακουστούς να τα στολίσουν. Το χρυσάφι τους και τ’ ασήμι δεν το πάράχωναν, παρά το ‘φτιαναν γιορντάνια και στολίδια, καδένες και ζώνες, δίσκους και πολυκέρια – τέχνη ζηλευτή, που πρόκοψε σε Συρράκο και Καλαρρύτες, με φημισμένους τεχνίτες ως τα πέρατα του ρωμαίικου. Ήταν άλλο πράμα το τί καμάρωνες από ομορφιά και στολίδια στα παλιά παμηγύρια, καταπώς μολογούν οι γερόντοι. Γιατί ύστερα, λέει, πέρασε ο πάτερ Κοσμάς και το στόλισμα, είπε, που κάνει τον άνθρωπο ξεχωριστό δεν είναι από χρυσάφι, παρά από την ψυχή την καλή και την αγάπη στο θεό και το γένος … Είπε πολλά, πολλή ώρα κι άμα τέλειωσε όλες οι γυναίκες πέρασαν μπροστά του μία μία κι έριχναν σ’ ένα κανίστρι μέσα τα τζοβαϊρικά τους. Και μ’ αυτά χτίστηκε στο Συρράκο ένα μεγάλο σχολειό.

Μ’ όλα τα καλά τους και με τα πλούτια τους, άμα ακούστηκε οπόυ το γένος ετοιμαζόταν για ξεσηκωμό, δεν είπαν να κάτσουν ήσυχοι. Παρά ετοιμάστηκαν κι αυτοί στα κρυφά κι η μέρα ορίστηκε για τις 23 του Θερτή κι ας είναι μιλιούνια κάτω στα Γιάννενα τα λεφούσια του Χουρσίτ-πασά. Μόνο, για να τον κοιμίσουν, όταν τους ζήτησε ρεέμια δώδεκα διαλεγμένους, από τους πρόκριτους, δεν είπαν όχι. Τους έστειλαν κι ας ήξεραν πως πάνε για μακελειό. Ας σκοτωθούμε εμείς, είπαν μονάχοι τους, φτάνει να πετύχει ο αγώνας και να βρει λευτεριά η πατρίδα. Στις 23 ήταν που ακούστηκε το ντουφέκι, στις 24 σφάχτηκαν τα ρεέμια. …

Το Συρράκο τό ‘γδυσαν και το ‘καψαν τα λεφούσια κι οι χωριανοί σκόρπισαν με λίγο στάρι βρασμένο στον ντουρβά τους κι έφυγαν να σωθούν στα Τζουμέρκα, καταπώς το ‘χε προφητέψει ο πάτερ Κοσμάς ή σ’ άλλα βουνά, βορινά. Εφτά χρόνια βάστηξε η προσφυγιά τους κι η πείνα τους. Ώσπου γύρισαν πάλι, στα 1828. … Αλλά Συρράκο πια δεν υπήρχε. Τα παλιά καλά τους ήταν σαν όνειρο αγύριστο. Έπρεπε να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους απαρχής, ν’ αρχίσουν τη ζωή τους από το τίποτε. Με τα πρόβατα.

Σιγά σιγά, στα είκοσο πέντε χρόνια απάνω, όλοι είχαν βολευτεί κι η ζωή τους είχε πάρει να στρώνει. Τότε ήταν που ξέσπασε το μεγάλο κίνημα του ’54 σε Θεσσαλία και Ήπειρο. Μεγάλες ώρες για το χωριό, δύσκολη η απόφαση. Η καρδιά τους δεν το ‘λεγε να μην πάρουν κι αυτοί τα ντουφέκια, αντάμα με τους άλλους αλύτρωτους. Αλλά πάλι το μακελειό του ’21 ήταν ακόμα κοντινό και τους μούδιαζε. Βρήκαν ωστόσο τον τρόπο να βοηθάνε τ’ αντάρτικα, δίχως να βγει τ’ όνομα του Συρράκου. Κι όταν η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και στα χωριά απάνω ξεχύθηκαν οι αρβανίτες κλέβοντας και σκοτώνοντας, το Συρράκο τη γλίτωσε. …

Γλυτώνοντας τούτη τη συμφορά, το χωρίο μπόρεσε να προκόψει περσότερο και ν’ αυγατίσει το βιος του, να δει πάλι σιγά σιγά τους καλούς καιρούς. Είχαν γίνει τώρα ως τρισήμισι χιλιάδες ψυχές, χωρισμένοι σε δυο τάξεις, τους τσελιγκάδες και τους καποτάδες. Στους πρώτους δεν περιλαμβάνονταν μόνο οι πλούσιοι κτηνοτρόφοι, παρ΄ακαι όλοι όσοι ζούσαν από τα πρόβατα, βοσκοί, τυροκόμοι, βαλμάδες, οι άνθρωποι του βουνού. Στους καποτάδες πάλι δεν ήταν μόνο οι ραφτάδες, παρά κι οι έμποροι, οι δάσκαλοι, οι τεχνίτες, όσοι είχαν δουλειές καθιστικές.



Απ’ το ’54, που το κίνημα πνίγηκε στο αίμα, ο πόθος δεν τους απόλειψε για τη λευτεριά κι όλο κρυφές σύναξες γίνονταν κι όλο ακούγονταν κάθε τόσο κανένας ξεσηκωμός, έτσι, για να ξυπνάνε τα αίματα και να υπάρχουν πάντοτε αρματωμένοι έτοιμοι για όταν χρειαστεί. Στα ’78, σαν άρχισε το Συνέδριο του Βερολίνου, οι ελπίδες αναφτερώθηκαν. Τα κινήματα έπρεπε να δίνουν και να παίρνουν, να τα μαθαίνει έξω η Φραγκιά και να ζυγιάζει τη γνώμη της, να μην αφήνει την Ήπειρο στη σκλαβιά. Κρυφά κρυφά στήνονταν κομιτάτα κι έφερναν μπαρούτες και ντουφέκια απ’ το ελληνικό και σ’ όλο το σύνορο με Θεσσαλία και Άρτα ετοιμάζονταν πάλι για ξεσηκωμό. Τα ραχόπλαγα είχαν γεμίσει αντάρτες κι από τις δυο μεριές. Οι αρματωμένοι περνούσαν το σύνορο και πολλοί αξιωματικοί παρατούσαν το στρατό, για να ‘ναι τα χέρια τους λεύτερα κι έρχονταν στους αλύτρωτους κι έστρωναν κοινά σχέδια για την υπόθεση.


[i] Μιχάλη Περάνθη, «ο Τσέλιγκας» [μυθιστορηματική βιογραφία του Κρυστάλη], Εστία 1982

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Κυπριακά

Στα χρόνια του κυρ – Χ΄΄Γεωργάκη Κορνέσιου[i]

Εδώ κάτω στη Ντέλλα Φοντάνα Αμορόζα, που περιμένω το μπεργιαντίνι, δεν ξέρουμε την κακοθαλασσιά ποτές. Από το ακρωτήρι του Αγίου Επιφανίου ίσαμε τον κόλπο της Αττάλειας έχουμε ήσυχα τα νερά. Τα «κοίμησαν», λένε, τα καρφιά του Σταυρού που έριξε η μακαρία Ελένη γυρνώντας απ’ την Ιερουσαλήμ. Πολλά τα παράπονα των μαρινάρων απ’ τα παλιά τα χρόνια. Άγρια θάλασσα και στα «δωδεκάμερα», δυο φορές αγριότερη. Πήρε στον πάτο της αμέτρητα πλεούμενα. Από τότες, με το θάμα της Αγίας γυναίκας, ο κόλπος δεν έχει βράση. Αλλά και σ’ όλα τα νερά του μυρωδάτου νησιού, της Κύπρος, απαγγιάζουν στο σίγουρο πια οι θαλασσομάχοι. Να βγάλουνε τ’ απονέρια, να βολέψουμε τα πανιά τους και να φορτώσουνε τις θροφές. Μόνο που το καλούμο το ‘χουνε μεγάλο για το φόβο των Οθωμανώνε αν το πλεούμενο είναι Χριστιανικό.

Το μπεργιαντίνι που περιμένω θα με πάει στα Ψαρά κι από κείθε μ’ άλλο σκαρί θα βολευτώ για τα παράλια της Πελοπόννησος. Ίσως πιάσω στο Άστρος, ίσως παρακάτω. Θα βρω πρόσωπα μιλημένα από Φιλικούς της Κύπρος να τους προλάβω τα νέα του νησιού μου. Πρόσωπο μπιστεμένο στην υπηρεσία της Μονής στη Μύρτου, κουβαλώ στην ψυχή μου όλο τον πόθο της λεφτεριάς και τις ευκές στους επαναστατημένους στο Μωρέα από τους συμπατριώτες μου. Μαζί τυλιγάδι έχω το χειρόγραφο του συχωρεμένου ξαδερφού μου του δραγουμάνου κυρ-Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου. Σίγουρα βολεμένο κάτω από την αμασχάλη μου, στο μάλλινο αμπά μου, νιώθω ζεστή τη γραφή τού συγγενή μου στον κυρ-Αλέξαντρο τον Υψηλάντη, που δεν κατάφερε ποτές να του τη στείλει. Γραφή σπαραχτική στο φίλο που έζησε πριν από χρόνους μαζί του στην Πόλη και στις ηγεμονίες του Δούναβη. Να στέρξει, του γράφει, η Φιλική να στείλει τους ανθρώπους της στο Νησί, ότι είναι λέει όλα έτοιμα για το σηκωμό και μπόλικα τα σακούλια με τ’ άσπρα και με το χρυσό. Για τις ανάγκες του αγώνα, τιςε πραμάτειες και τα ντουφέκια. Ακόμα, ορισμένο είναι να πω στους πρόκριτους του Μωρέως τα ιστορίσματα για τον Χατζή-Μπακκή, για τον άδικο χαμό του δραγουμάνου, για τον κρεμασμένο στη συκαμιά του σεραγιού αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Για το ματοκύλισμα του νησιού απ’ τον Κουτσούκ-Μεχμέτη.

Δέκα Ιούλη του 1821, εδώ κάτω στη Ντέλλα Φοντάνα Αμορόζα στην άκρια του κόλπου, το ανάβλεμά μοτ όλο πίσω στο μυρωδάτο το νησί μου και λούζεται φως. Παίζω το κομποσκοίνι μου νευρικά, να περνώ την ώρα μου «περί ονόρε» που λένε και περιμένω λεφτό προς λεφτό να φανεί το μπεργιαντίνι.

Από το 1785 το νησί είναι κάτω από την καπιστράνα του Καπουδάν –Πασά. Πριν ακόμα αποθάνει από την πανούκλα ο διορισμένος από την Πόρτα μουχασίλης ο χωριάτης Μπακκής, σκέφτηκε καλοσκέφτηκε ο Καπουδάν ποιο είναι το συφέρο του Σουλτάνου και του Βεζύρη του και βρήκε στα γλήγορα τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο που θα ‘παιρνε τη θέση του μισοαόματου ξυλοκόπου που δεν ήξερε να βάλει τη τζίφρα του. Του φονιά που κατάφερε με το δόλο και την κολακεία τους αγάδες και τους ουλεμάδες κι έκανε παράδες: «Ζευγολατιά, τζιφλήκια, μύλους, περιβόλια απέραντα και Κιόσκια, αγγαρεύων τους πτωχούς». Να πάει ο σερσέμης από κει που ‘ρθε να ‘συχάσει ο κοσμάκης.

Τώρα, δραγουμάνος με χρέη μουχασίλη έχει ο συγγενής μου ο κυρ-Κορνέσιος, άξιος κουμανταδόρος όπως δείχνει με τα πρώτα έργα του.

Το πρωί κατέβηκα από τη Μύρτου στη Λευκωσία. Συνήθειο των καλογέρων να ‘ρχονται στην πόλη πότε-πότε για τα γιατρέματα. Με τα βοτάνια που γιατρεύουν τους ασθενείς και τους ακάθαρτους. Και συνταγές λογιά-λογιά, παρμένες από παλαϊκές γραφές, ν’ ανακουφίζουν τους πονεμένους και βαρεμένους. Σακουλάκια με κοπανισμένα χόρτα: τη λάδανο, το τρεμίθι, την τριμιντίνα, τη γλυκόριζα, την πίσσα, το σπάλαθρο, που θεραπεύουνε το δάγκαμα της κουφής, της όχεντρας δηλαδή, τις μαχαιριές, τον πυρετό κι άλλα πάθη του κορμιού. Χωριστά, λιβάνια και δεντρολίβανο, χόρτο βασιλικού, θυμίαμα μαλανδρίνας, κουτζούπα, φλοιό και γαρούφαλλα, δάκρυ της ελιάς, μαστίχι κι όλα τ’ αρωματικά για τα μεγαλογιόρτια και τα μνημόσυνα. Σήμερα στη γύρα μου δεν έχω πάνω μου τις βαφές που μου ζητήσανε τις προάλλες για τα υφάσματα, τα πέπλα και τα σάλια, το περνοκόκκι δηλαδή και το ριζάρι. Τα γιατροσόφια μέβνουν απλήρωτα από τους γιατρεμένους. Πότε-πότε μερικοί τα πληρώνουν για την ψυχή και την μνημόνευση των αποθαμένων τους στη Μύρτου. Τ’ αρωματικά και οι βαφές είναι με πληρωμή κι όλες οι Κύπριες και οι Τουρκάλες περιμένουν τη μέρα που θα φανώ στην πηγή του Κιορκέρογλου. Μουλάδες, εφέντηδες και καπιτζήδες στέκονται σκεφτικοί και χαζεύουνε το αλισβερίσι. Από κοντά κι οι κυράδες τους να ψωνίσουνε μέχρι τελευταίου οβολού.

Ο ήλιος βαράει από ψηλά καμίνι. Πάνω στη σκεπή της Αγια-Σοφιάς – που τώρα προσεύχονται ουλεμάδες – σταθήκανε περαστικοί πέντε έξη πελαργοί. Τα καρότζα πηγαινοφέρνουνε τους εφέντηδες κι αυτή η περατζάδα σηκώνει τη σκόνη μέχρι τον ουρανό. Από τον τούρκικο μαχαλά, στην απάνω πόλη, βγαίνει καμαρωτός από το στενοσόκακο ο συγγενής μου που έχει το κουβέρνο. Στέκεται όξω από το καδηλίκι και κάτι λέει στους μαζωμένους στην αυλή. Ύστερα έρχεται στην πηγή όπου μπροστά της έχω απλώσει καταγής τα σακουλάκια. Κατεβαίνει από τον ίππο του και μου απλώνει τα χέρια.

- Αδερφέ μου Φιλόθεε, καλώς όρισες! Βαρέθηκα να σου λέω κάθε φορά να ‘ρχεσαι πρώτα στο αρχοντικό.
- Ο Θεός μαζί σου, κυρ-Χατζηγεωργάκη. Ο κόσμος έχει την ανάγκη μου.
- Πολύ αφοσιώθηκες στ’ άγια, εξάδερφε, λέει ο δραγουμάνος. Παράτα τα και καμιά φορά να πιούμε μια παλιωμένη κουμανταρία να ιδούμε αλλιώτικα τον κόσμο!

Πάνω στην ώρα καταφτάνει ιδρωμένος ένας καπιτζής, κρατικός εισπράκτορας και κάνει να τον διακόψει. Τον βλέπει τρεχάμενο ο κυρ-Κορνέσιος ο εξάδερφος.

- Τί έπαθες ωρέ λάφιασες έτσι; Δε σε πλερώνουν όλοι κατά πως πρέπει;
- Ο κυρ-Βιτσακτσής, εξοχώτατε, μ’ έριξε στο φόρο. Έφερε απ’ τη Λάπηθο το φόρτωμα τα φραγκολέμονα, τ’ αδειασε στη φρεγάδα κι έγινε σύγνεφο. Πού να τον εύρω;
- Να μάθεις να κάνει καλά τη δουλειά σου καπιτζή. Σου το ‘χω ξαναπεί. Να κάνεις τα στραβά μάτια καμιά φορά. Οι Βιτσακτσήδες δίνουν τους φόρους για τα πλεούμενα στην πόρτα. Εσύ που επιμένεις στ’ ανάποδα, θα φας το κεφάλι σου. Καλοχρόνισμα στη δουλειά σου δε θα ‘χεις. Σου είπα, δίκαια πράγματα. Ρωμηούς και Τούρκους να τους βλέπεις το ίδιο. Κι οι δυο ταΐζουνε τη φαμελιά σου.

Έτσι συγχυσμένος γυρίζει σε μένα κλείνοντας το μάτι.

- Πάμε, εξάδερφε. Έχω στο κατώι ένα καλό βενετσάνικο ροσόλι!


«Κάθε ποταμάκι έχει και την κατεβασιά του», σκέφτομαι και σκύβω στα σακούλια μου να τα συγυρίσω.

Στ’ αρχοντικό με φίλεψε η δέσποινα σταφίδα, καρύδια και σουτζούκους. Έσπασε και ρόιδο. Πρωτομηνιά είναι, λέει, να ‘ναι προκομένος ο μήνας. Καθήσαμε στο κιόσκι κάτω απ΄’ τη χρυσομηλιά με τα καϊσιά. Όλος ο κήπος γύρω μας φορτωμένος ανθό. Να μοσκοβολάει και να σε πιάνει ζάλη. Να μοσκοβολάει σαν την κυρά του άρχοντα, τη Μαρουδιά, που παρά τις έξη γέννες στέκει ίδια όπως τότες, είκοσο χρονώ. Της έβαλε το στεφάνι μόλις εγύρισε απ’ την Πόλη. Τον είχε στείλει ο πατέρας του εκεί να μορφωθεί. Απόχτησε όνομα τρανό και φιλίες με τον Υψηλάντη και με τον Αρχιεπίσκοπο. Αμούστακο μειράκιο ήρθε στη Λευκωσία από την Κρήτου-Τέρρα της Πάφος, με τον πατέρα του που ήτανε εμπορευόμενος. Ο γονιός του πλούτισε με τον καιρό και γιόμισε όσαμε δυο μπαούλα μαλαματικά και γρόσα. Πούλαγε υφάσματα λογιά-λογιά σε Τούρκους και ραγιαδες, μα πιότερο φημισμένη πραμέτεια του είχε τα τουρμπάνια και τα καβούκια φτιαγμένα με το χέρι, από καθαρό κόκκινο μετέξι. Γύρισε, το λοιπόν, σοφός ο Χατζηγεωργάκης και βρήκε την πανέμορφη Μαρουδιά, ανηψιά του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, να τον περιμένει. Και την παντρεύτηκε, όπως είπα, για να μπει για τα καλά στο αρχοντιλίκι.

Το σπιτικό του ήτανε ένα παλιό βυζαντινό αρχοντικό με εξώστες και παρτέρια που ο ίδιος το λαμπροστόλισε. Άνθρωπος τετραπέρατος, έβλεπε μακριά κι είχε το συμπάθειο της Πόρτας που τον είχε διορίσει, από τα χρόνια του Χατζημπακκή, δραγουμάνο στο νησί και μάλιστα ισόβιο. Τα ‘χει πάντα καλά μ’ όλους και πιο πολύ με τους αγάδες που έχουνε τα τέσσερα αγαλίκια του νησιού. Ο μουβελάς που έρχεται κάθε τόσο από την Πόλη τα βρίσκει όλα μέλι-γάλα. Και τα χαράτσια με το παραπάνω πληρωμένα και τα γένια των μουλάδων ευτυχισμένα.

Εξόν απ’ το βασιλικό χαράτσι που πληρώνουν οι νησιώτες στο Σουλτάνο και που έρχεται ειδικά γι’ αυτό χαρατζής να το μαζέψει. Ο δραγουμάνος έχει την ευθύνι για τ’ άλλα τα ντόπια που είναι πολλά κι ασήκωτα. Από τα πιο βαριά το «μαϊσέτι» ετήσιος φόρος στον Καπουδάν πασά και το «νουζούλι» ο φόρος του Βεζύρη που έχει οριστεί σε δώδεκα χιλιάδες σιβιλλιάνες. Οι αγάδες της Λευκωσίας νοικιάζουνε τους ντόπιους φόρους με τη σειρά, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, αλλά πάντα βρίσκονται σε προστριβές και σε ατέλειωτους καυγάδες. Οι δύσμοιροι πατριώτες μου έχουν να παλέψουν με πολλά. Πότε με κακότροπους μουχασίληδες και τρισκατάρατους αγάδες που τους βυζαίνουμε το αίμα, πότε με την ανομβρία και τηνακρίδα και πότε με κάποιο θανατικό σαν την πανούκλα, που κάθε τόσο επισκέπτεται το νησί.

Ο κυρ-Χατζηγεωργάκης, με την καλή κουβέντα σ’ όλους, φέρνει τα δύο αντίθετα κοντά. Αλαφρώνει όσο μπορεί τους φόρους των χριστιανών και καταφέρνει να ‘ναι αρεστός κι αγαπητός έχοντας στο κουβέρνο συγκυβερνήτη τον Αρχιεπίσκοπο. Τον Αυθέντη της «Φιλόχριστης» Εκκλησίας της Κύπρος, όπως με σεβασμό την αποκάλεσε έτσι η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος δίνοντάς της και Αυτονομία μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Ξέρει να μηχανεύεται τρόπους και να χρησιμοποιεί το μπαξίσι, συνήθειο των Τούρκων, για να μην φαίνεται βαρύς ο ζυγός στους ραγιάδες. Μέχρι σήμερα, στα 1804, η φλότα του Καπουδάν πασά δεν πόδησε στα νερά μας. Σημάδι πως η πόρτα με τη διαφένταψη του κυρ-Χατζηγεωργάκη «έχει δέσει το γάδαρό της» κι αποτραβήχτηκε στα σεράγια της ν’ απολάψει τα πιλάφια της και τις χανούμισες. Όμως τούτες τις μέρες, κάτι κουβέντες απ’ το τούρκικο, κάποιο σούσουρο απ’ τους δικούς μας έφτασαν στ’ αυτιά του δραγουμάνου κι είναι ανήσυχος. Βολτετζάρει στ’ αρχοντικό και σκέφτεται σιωπηλός τί να ‘τοιμάζει τούτο το σύγνεφο. Θες καμία κουτουράδα απ’ τους Λευκωσιάτες, θες καμιά μπαμπεσιά απ’ τους εφέντηδες και τους αγάδες, άρχισε να φωλιάζει παντού η ανησυχία.

Μέρες τώρα λείπουνε οι θροφές στη Λευκωσία κι ο κοσμάκης έχει αναστατωθεί. Κάποιοι διαδίδουνε πως το κουβέρνο, ο δραγουμάνος κι οι αρχιερείς, σκόπιμα τα κρύψανε για να βάλουνε ψηλότερους φόρους. Ο Τζιάκομο Κουάστο, ο Βενετσάνος γραμματικός του κυρ-Χατζηγεωργάκη έσκυψε κι είπε κάτι στ’ αυτί της Μαρουδιάς κοιτάζοντας τον άντρα της που σουλατσάριζε πάνω-κάτω με ξεχασμένο το βλέμμα στο πλακόστρωτο. Σηκώθηκα αργά-αργά αφήνοντας μισοπιωμένο το ροσόλι μου:

- Άρχοντα εξάδερφε να σας ευκηθώ και να σας αφήσω. Να πάρω τα ματζούνια μου και τις βαφές μου και να πάω να κονακιάσω.
- Δεν κάθεσαι λίγο ακόμα κοντά μας, Φιλόθεε;
- Καλύτερα να πηγαίνω, εξάδερφε. Αν θέλεις δώσε κεροδοσιά για τη Μυρόβλητη
, του αποκρίθηκα και σηκώθηκα. Πήρα την κεροδοσιά και γύρισα στη Μύρτου με το μουλάρι φορτωμένο με τα σακούλια μου, αφήνοντας τον εξάδερφό μου με τις έγνοιες του.

Ύστερα από μέρες έφτασαν στη Μονή τα μαύρα μαντάτα. Είχε ξεσηκωθεί ο στρατός και με τη βοήθεια των Τούρκων της Λευκωσίας πολιόρκησε την πόλη. Οι Τούρκοι σκόπιμα διαδώσανε για τους φόρους και κρύψανε τα γεννήματα για να ξεσηκωθεί ο κόσμος. Ήτανε μεγάλο το μίσος τους για το δραγουμάνο, που μέχρι τώρα το δείχνανε και τον Αρχιεπίσκοπο, για τη δύναμη που ‘χανε αποχτήσει και δεν ξέρανε τί να μηχανευτούνε για να τους βλάψουνε. Οι αγάδες συνεννοηθήκανε με τους στρατιώτες και τους Τούρκους της Λευκωσίας και τους στρέψανε εναντίον των Χριστιανώνε με κύριο στόχο το δραγουμάνο. Μαύρες ώρες πέρασε στο αρχοντικό του, ως έμαθα κατόπι κι ο ίδιος ο άρχοντας. Όταν έφτασαν οι Τούρκοι στην πόρτα που πήδηξε από τον μαντρότοιχο του κήπου του μαζί με τη φαμελιά του. Κρύφτηκε, έτσι είπανε, στο σπίτι κάποιου Τούρκου φίλου του κι από κει πήδηξε τα τείχη της Λευκωσίας με τους δικούς του μέσα σε καλάθια. Για καιρό τον είχανε μισοξεχασμένο, αλλά όπως είπανε μετά, βρέθηκε στις Αλυκές, στη Λάρνακα δηλαδή, κι από κει οι κόνσολοι της Δύσης τον βοηθήσανε να μπαρκάρει για την Πόλη.

Σαν έφτασε στην πόρτα ο δραγουμάνος έκανε την αναφορά του. Είπε γι’ αυτά που γενήκανε στην Κύπρο. Τους στασιαστές, τους πανούργους γιαλουντζήδες που κρύψανε τα γεννήματα. Σηκωθήκανε όρθιες οι τρίχες του Σουλτάνου απ’ αυτά που άκουσε και διάταξε να ‘τοιμαστούνε δυο πασάδες με πλεούμενα και πεζούρα απ’ την Καραμανία και να πάνε στο νησί. Στα γλήγορα κόψανε τους ξεσηκωμένους και ηρεμήσανε τον τόπο. Ανάσανε ο κόσμος κι οι Κύπριοι με το κατόρθωμα του εξαδέρφου μου νιώσανε ανακούφιση και περηφάνεια, ύστερα από αιώνες. Οι Τούρκοι όμως στο νησί ποτέ δε συγχωρέσανε στο δραγουμάνο ετούτη την ταπείνωση. Αργότερα, μετά από πέντε χρόνια, τον συκοφαντήσανε, τον φυλακίσανε και του πήρανε το κεφάλι, πριν προλάβει να φτάσει το φιρμάνι της Πόρτας που του ‘δινε χάρη.



Ξακολούθησα να κατεβαίνω απ’ τη Μύρτου, το ταχτικό μου του μήνα, με το μουλάρι και τα σακούλια. Αυθεντία οι Τούρκοι μετά βάλανε έναν Φαναριώτη που δεν τα πήγαινε καλά με την Εκκλησία και γλήγορα τον καταργήσανε. Μέχρι τα 1820 δεν βιζιτάρισε ο Καπουδάν στ’ ακρογιάλια μας. Τα ‘πανε ήσυχα χρόνια, όμως τίποτες δεν είχε ξεχαστεί. Στα κρυφά-κρυφά οι ραγιάδες πιάνανε το τραγούδι του Χαρζηγεωργάκη και δακρύζανε. Στιγμές-στιγμές θυμόντουσαν ακόμα τον Χατζημπακκή και τα πάθια τους από κείνον τον κακότροπο μουχασίλη και πετούσανε πέτρες στα σταυροδρόμια. Καταριόντουσαν λέει τη μνήμη του. Με τα χρόνια γεμίσανε ετούτα απ’ τους σωρούς και γίνανε βουνά.

Τώρα Αρχιεπίσκοπος έγινε ένας σοφός ιεράρχης, ο Κυπριανός απ’ το Στρόβολο. Καθαρίστηκε «ως χρυσός εν χωνευτηρίω» στη Μονή του Μαχαιρά και πήγε στη Βλαχία, στην αυλή του ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτζου, όπου φοίτησε σ’ ανώτερη σχολή. Ματαγύρισε στην Κύπρο κι έγινε οικονόμος και δεξί χέρι του Αρχιεπίσκοπου Χρύσανθου που είτανε πολύ γερασμένος. Λένε πως οι φίλοι συκοφαντήσανε το γέρο-Αρχιεπίσκοπο στο Σουλτάνο κι αυτός τον έστειλε στην εξορία για να πάρει τη θέση του ο Κυπριανός, με τις κατάρες του Χρύσανθου για τον παληό του οικονόμο, που τον θεωρούσε υπεύθυνο για την ταλαιπωρία του. Μετά από λίγους μήνες, το σούσουρο για τον ξεσηκωμό που ‘τοίμαζε η Φιλική στον Μωρέα ήτανε τόσο μεγάλο, που οι Κύπριοι ξεχάσανε το ανάθεμα για τον Χατζημπακκή στα σταυροδρόμια κι ο Κυπριανός την κατάρα του προκατόχου του.

Αναβροχιά ως τα τώρα. Γελαστό καλοκαίρι. Σαν το γελαστό πρόσωπο του καζάζη Μπεκίρ – του τούρκου φίλου του συγχωρεμένου εξαδέρφου μου – απέναντί μου. Κατέβαζε τον καμηλήσιο παστουρμά του και μελαγχόλησε μόλις του θύμησα το φίλο του και τη φυγή του τότες στα κοφίνια.

- Ας μη μιλάμε για το βασταγερό παληκάρι που κράτησε με περηφάνεια όλο το νησί στους ώμους του τόσους χρόνους. Πάρε τούτη τη γραφή, Φιλόθεε. Τώρα που ‘ρθε ο καιρός για τον σηκωμό σας δεν ωφελεί να την έχω πάνω μου. Είναι του Χατζηγεωργάκη, γραμμένη για τον Υψηλάντη. Φρόντισε να την στείλεις εκεί που πρέπει. Μίλησε πρώτα στον Κυπριανό. Αμετάλαβος είμαι μα συμπαθώ το γένος σας. Άιντε τώρα, φύγε, να στοιβάξω το μετάξι.

Σηκώθηκα και βγήκα στα καλντερίμια της Λευκωσίας. Τα βήματά μου μ’ οδηγήσανε στην Αρχιεπισκοπή. Σήμερα δεν θ’ ανοίξω τα σακουλάκια μου στου Κιορκέρογλου διάπλατα στα μάτια των περαστικών. Δεν θα πουλήσω τα γιατρικά μου και τα μαστίχια για την κεροδοσιά. Ούτε θα πάρω τ’ άσπρα που ρίχνουν οι Τουρκάλες για τα μυρουδικά. Θα εμπιστευτώ τη γραφή στον Κυπριανό και θα μιλήσω μαζί του.

Εμαθά πολλά από τον «προκαθήμενο». Μου ζήτησε να παρατήσω τη Μύρτου και να βοηθήσω στον Αγώνα. Οι Φιλικοί ζητήσανε βοήθεια. «Να βοηθήσουμε», είπε ο Κυπριανός, «σε προμήθειες και χρήματα. Όπλα δεν μπορούμε να σηκώσουμε. Είμαστε δίπλα στην τουρκιά και μια φρεγάδα απ’ την Καραμανία γιομάτη γιουρούκηδες φτάνει για να μας σφάξουν όλους». Ο Μωρέας ξεσηκώθηκε. Τα νησιά στο Αιγαίο κάνανε τα καματερά τους πολεμικά κι ανοίξανε τα πανιά τους. Ένας Φιλικός, ο Αντώνης Πελοπίδας, έστειλε γράμματα στον Αρχιεπίσκοπο. Το νησί γιόμισε προκήρύξεις που έφερε στη Λευκωσία ένας αρχιμανδρίτης, ο Θεόφιλος Θησέας.

Γλήγορα διαδόθηκε πως ο Κανάρης έπιασε στ’ ακρογιάλια μας και οι Κύπριοι γιόμισαν τα καράβια του με προμήθειες και του ευκηθήκανε τη νίκη. Η Κύπρος αρμένισε το πανί της στο γραικολεβάντη και από μακριά χαιρέτισε τη μάνα Ελλάδα που έκανε το μεγάλο ρεσάλτο στην Ελευθερία.

Από τους Τούρκους δεν ξεφύγανε τα γεγονότα. Πιάσανε γραφές της Φιλικής στον Κυπριανό. Στη Μαλούντα εξαναγκάσανε ένα τσομπάνη σε ψευδομαρτυρία εναντίον του. Λίγους μήνες πριν, το Μάη του 1821, ο αυθέντης του νησιού μας ο Κουτσούκ Μεχμέτης ζήτησε βοήθεια από την Πόρτα. Του στείλανε τέσσερις χιλιάδες αγριανθρώπους από τη Συρία και καμπόσους Γενίτσαρους από την Κρήτη. Να κοντύνουνε την Κύπρο τώρα που την πιάσανε να χαιρετίζει την Μάνα της. Πρώτα αφοπλίσανε το νησί. Γυρίζανε στα χωριά να μαζέψουνε τα όπλα που τύχαινε να έχουνε οι νησιώτες. Μαζέψανε ακόμα τα μαχαίρια απ’ τους χασάπηδες κι όλα τα εργαλεία απ’ τους γεωργούς. Ο Κουτσούκ Μεχμέτης άρχισε δειλά-δειλά τις εκτελέσεις μιας κι ο Σουλτάνος δεν τον αφήκε λέφτερο να κόβει απ’ την αρχή που ήρθανε οι αγριανθρώποι. Αφοπλισμό του ‘πε να κάνει μόνο, όπως έγινε σ’ όλη τη χριστιανοσύνη της αυτοκρατορίας του. Ο Μεχμέτης πίεζε να του δώσουνε την άδεια να κόψει κάπου πεντακόσιους Κύπριους, που ‘λεγε πως ήτανε ξεσηκωμένοι. Κι όταν ο Σουλτάνος, οργισμένος απ’ τις πρώτες νίκες των ραγιάδων, έδωκε άδεια, άρχισε το κυνηγητό στο νησί και τις σφαγές που κρατήσανε καιρό.

Μακριά απ’ τους άλλους Έλληνες «σαν τ’ αρνιά πων χώρκα μαντρισμένα» σκύψανε τον τράχηλο στο μαχαίρι αβοήθητοι. Πρώτα φάγανε τους μητροπολιτάδες και τους πρόκριτους. Άλλους τους κρεμάσανε ανάποδα με γ΄ντζους απ’ το πηγούνι κι άλλους πετσοκόψανε με το μαχαίρι και το γιαταγάνι. Τον Κυπριανό, που λίγο πριν βρεθεί στα χέρια τους μου ‘μπιστεύτηκε τις γραφές για το Μωρέα, στέλνοντάς με στη Ντέλλα Φοντάνα Αμορόζα να περιμένω το μπεργιαντίνι, τονε κρεμάσανε στην αυλή του σεραγιού από μια συκαμιά!


[i] Βασίλη Γεωργιάδη, «Έθνους πολύαθλου και πολύπλαγκτου Μνήμες», Διηγήματα, Αθήνα 1989.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Ιστορία

Ο Ελληνισμός μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο[i]

Όσο με τη ναυτική συμμαχία των Αθηναίων το Αιγαίο αποτελούσε το κέντρο του ελληνικού κόσμου, κ’ οι σα στριφωμένες γύρω του ελληνικές πόλεις νιώθαν προστατευόμενες από την πάντα ετοιμοπόλεμη δύναμη της συμμαχίας, οι βάρβαροι Ανατολής και Βορρά κρατιόντουσαν μακρυά. Όταν τα θρακικά φύλα τόλμησαν να κατέβουν ως τον Έβρο, οι Αθηναίοι τους φράξανε το δρόμο προς τις παράλιες ελληνικές πόλεις, ιδρύοντας στο Στρυμόνα την Αμφίπολη, όπου στάλθηκαν 10000 άποικοι. Στον Πόντο άρκεσε η εμφάνιση αθηναϊκού στόλου, για ν’ ασφαλίση τους θαλάσσιους δρόμους και τα παράλια. Όταν ήταν ακμαία η αθηναϊκή δύναμη εν γένει δυνάμωσε κι ο ελληνισμός της Κύπρου. Αλλά και στην Αίγυπτο ελληνικός στόλος αγωνίστηκε καθώς είδαμε κατά των Περσών, ενώ κ’ η Καρχηδών φοβήθηκε το ναυτικό των Αθηναίων.

Με την ανταλκίδεια ειρήνη όμως όχι μόνο οι πόλεις της ασιατικής ακτής εγκαταλείφθηκαν, παρά κ’ η ανάμεσα θάλασσα χάθηκε για τον ελληνισμό. Και τα νησιά της, αν και τάχα «αυτόνομα», μα και οι κόλποι και τα παράλια της ίδιας της Ελλάδας μείναν ακάλυπτα κι άρχισαν συνάμα να κινούνται κ’ οι βορεινοί. Όλες οι παραλιακές πόλεις, απ’ το Βυζάντιο ως το Στρυμόνα, προστατευόμενες τώρα μονάχ’ από τα τείχη και τους μισθοφόρους τους, δεν θα κρατούσαν για πολύ σε εισβολή των θρακικών φυλών, ενώ οι ακόμα χαλαρά ενωμένοι πληθυσμοί της Μακεδονίας (που όλες τις διχόνοιές τους, όπως πρώτα οι Αθηναίοι, συδαύλιζαν τώρα κ’ οι Σπαρτιάτες, κ’ οι πόλεις της Χαλκιδικής) κινδύνευαν κι αυτοί να τους πλημμυρίσουν οι Οδρύσες απ’ την ανατολή, οι Τριβαλλοί απ’ το βοριά κ’ οι Ιλλυριοί απ’ τη δύση. Πίσω απ’ αυτούς πίεζε πια κ’ η προέλαση των κελτικών λαών, π’ απλώνονταν ανάμεσα στον Αδρία και το Δούναβι. Οι Τριβαλλοί άρχισαν τις ληστρικές επιδρομές τους κιόλας, που σε λίγο θα τις φτάναν ως τ’ Άβδηρα. Εισβάλαν κ’ οι Ιλλυριοί στην Ήπειρο, νίκησαν σε μεγάλη μάχη, όπου σκοτώθηκαν 15000 ηπειρώτες, πέρασαν διά πυρός και σιδήρου τη χώρα όλη ως τις κορυφογραμμές που τη χωρίζουν απ’ τη Θεσσαλία κ’ ύστερα στρίβοντας κατά πίσω χύθηκαν στη Μακεδονία απ’ τ’ αφύλαχτα φαράγγια των βουνών. Η Όλυνθος για να προφυλαχτή απ’ ανάλογους κίνδυνους ένωσε τις πόλεις της Χαλκιδικής στη συμπολιτεία εκέινη, που καταστρέφοντάς την οι Σπαρτιάτες άφησαν ανυπεράσδπιστα έτσι τα βορεινά του ελληνισμού στους βαρβάρους.

Τον ίδιο καιρό πολύ σοβαρώτερος κίνδυνος απειλούσε το δυτικό ελληνισμό: οι Καρχηδόνιοι, από τότε που καταστράφηκε η αθηναϊκή δύναμη, ξανάρχισαν να προχωράν στη Σικελία κ’ υπόταξαν την Ιμέρα στο βοριά, το Σελινούντα και τον Ακράγαντα, τη Γέλα και την Καμάρινα, ενώ ο τύραννος των Συρακουσών, ο Διονύσιος, για ν’ αποφύγη τη σύγκρουση, άφησε να γίνουν φόρου υποτελείς στους Καρχηδόνιους όλες οι πόλεις αυτές. Οι Κέλτες, εξ άλλου, διάβηκαν τις Άλπεις, χύθηκαν στην Ιταλία, καθυπόταξαν την ετρουσκική χώρα του Πάδου και περνώντας τ’ Απέννινα πυρπόλησαν τη Ρώμη, ενώ οι Σαμνίτες ώρμησαν στις ελληνικές πόλεις της Κάμπανίας, παίρνοντας τη μια μετά την άλλη, κι ο Διονύσιος κατέλαβε όσες ήταν στη χώρα των Βρεττίων. Μόν’ ο Τάρας αντιστάθηκε. Ισχυρές όμως πράγματι ήταν μόνο οι Συρακούσες, με τη δραστήρια τυραννία τους. Κ’ έτσι ο Διονύσιος με πολλούς αγώνες ξαναπήρε από τους Καρχηδόνιους τα παράλια της Σικελίας, ως τον Ακράγαντα, κατατρόπωσε τους ετρούσκους πειρατές κι άρπαξε το θησαυρό τους στην Άγυλλα, ενώ με μεγάλους εποικισμούς ως τις εκβολές του Πάδου και τα νησιά της ιλλυρικής ακτής, κυριάρχησε στην Αδριατική. Ο ηγέτης αυτός, με καλά ωργανωμένη κυβέρνηση και διοίκηση προνοητική, με δραστήρια κι αδέσμευτη κι αδίσταχτη αποφασιστικότητα κατά κάθε ασύμμετρης και τάχα δημοκρατικής ή τοπικιστικής «ελευθερίας», με τον ικανό στρατό του, από έλληνες, κέλτες, ίβηρες και σαβίνους μισθοφόρους, μ’ έναν ισχυρό στόλο και με μια παράτολμη, άπιστη, κυνική πολιτική απέναντι εχθρών και φίλων, φάνηκε σαν το τελευταίο έρεισμα και προπύργιο του ελληνισμού της δύσης – ηγεμών του τύπου εκείνου που εύχονταν, ύστερα από δεκαοχτώ αιώνες, ο μεγάλος φλωρεντίνος, «να σώση» τη σύγχρονή του Ιταλία, μέτοχος της κορυφαίας παιδέιας του καιρού του, με φιλόσοφους, καλλιτέχνες και ποιητές στην αυλή του, ποιώντας κι ίδιος τραγωδίες! Η τυραννία του Διονυσίου, κ’ η όχι λιγώτερο μακιαβελλική αρχή των Σπαρτιατών υπό τον Αγησίλαο, είν’ οι τύποι της ελληνικής πολιτικής στους ταραγμένους αυτούς καιρούς.

Αλλά μέλλονταν και πιο ταραγμένοι … Από την παιδεία, πούχε κέντρο της την Αθήνα, κι από σχολές ρητόρων και φιλοσόφων, ξεφύτρωσαν πολιτικές θεωρίες, που όσο πιο αμέριμνες για πραγματικές καταστάσεις και δεδομένες συνθήκες ήταν, τόσο ινδαλματικώτερα ξετύλιγαν «τύπους» και «λειτουργίες» ιδανικής πολιτείας και πολιτείας απόλυτης ελευθερίας και αρετής, που μόνη τάχα μπορούσε να γιατρέψη όλα τα κακά και να φέρη κάθε σωτηρία, παρά που, για την ώρα βέβαια, τα τέτοια δεν αποτελούσαν παρά κι άλλο ένα στοιχείο σύγχυσης μες την αλλοπρόσαλλη ζύμωση δεσποτισμού και δουλειάς, αυθαιρεσίας κι αδυναμίας, κάθε ακάθεκτης ροπής και τέχνης πλουτισμού, καθώς είχε πια παραφουντώσει ο φθόνος των φτωχότερων τάξεων, μάλιστα όπου η δημοκρατία τους έδιν’ ισονομία και μ’ αυτήν άρα και μεγαλύτερη αποφασιστική δυνατότητα – αφού ήταν δα κ’ οι περισσότεροι! Παράλληλα όμως, αν κανείς μελετήση πώς οι σχολές του Πλάτωνα, του Ισοκράτη και των άλλων, πώς η φιλοσοφία κ’ η ρητορική κι ο φωτισμός γενικώτερα μεταδόθηκαν κ’ επέδρασαν στις ελεύθερες πόλεις και στις αυλές των δυναστών και των τυράννων κι ως τη Σικελία, την Κύπρο, την Ποντοηράκλεια, αλλά και σ’ αυτές ακόμα τις σατραπικές αυλές, βεβαιώνεται πως πάνω από κάθε τοπικισμό κ’ επιμέρους ιδιοσύστατα πολιτεύματα αναδείχτηκε τότ’ ένα νέο είδος κοινωνίας, που θάπρεπε να θεωρηθή, αυτό τούτο, φορέας κυριαρχίας της παιδείας, κάτι τόσο άλλο απ’ την άξεστη εκείνη σπαρτιατική δεσποτεία.

_______________________



[i] Ιωάννη Γουστάβου Ντρόυζεν [Johann Gustav Droysen], «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», σε μετάφραση Ρένου Η. Αποστολίδη, τ. 1, σ. 18-20, Ελευθεροτυπία, Αθήναι 1993

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Λογοτεχνία

Απ’ το ημερολόγιο του υπολογιστού[1]

1863. Μάης 11. Ο λογιστής μας ο εξηντάρης Γκλότκιν ήπιε γάλα με κονιάκ επειδή έβηχε – κι από την αφορμή αυτή αρρώστησε. Έχει πυρετό. Οι γιατροί με την αυτοπεποίθηση που έχουν πάντα, βεβαιώνουν πως αύριο θα πεθάνει. Επί τέλους θα γίνω κ’ εγώ λογιστής ! Τη θέση αυτή μου την έχουν υποσχεθεί προ πολλού.

Τον γραμματέα Κλέστσεφ θα τον κάτσω στο σκαμνί γιατί έδειρε κάποιον πολίτη που τον είχε πει γραφειοκράτη. Αυτό, φαίνεται, είν’ αποφασισμένο.

Πήρα κατράμι για τον κατάρρου του στομάχου μου.

1865. Αύγουστος 3. Ο λογιστής Γκλότκιν, αρρώστησε πάλι. Πάσχει το στήθος του. Βήχει και πίνει γάλα με κονιάκ. Αν πεθάνει, τη θέση του θα την πάρω εγώ. Έχω ελπίδες αλλά μικρές, γιατί ο πυρετός δεν είναι πάντα θανατηφόρος !

Ο Κλέστσεφ πήρε μια συναλλαγματική απ’ τα χέρια ενός Αρμένη και την έσκισε. Η υπόθεση φαίνεται θα φτάσει σε δίκη.

Μια γριά (η Γκούρεβνα) έλεγε χτες πως η αρρώστια μου εμένα δεν είναι κατάρρους του στομάχου αλλά κρυφή αιμορραγία. Πολύ πιθανόν.

1867. Ιούνιος 30. Στην Αραβία έχει χολέρα. Μπορεί να ‘ρθει και στη Ρωσία και τότε θ’ ανοίξουν πολλές θέσεις. Μπορεί κι ο γέρο Γκλότκιν να πεθάνει και να προβιβαστώ λογιστής. Γέρος άνθρωπος ! Το να ζει κανείς τόσο πολύ, εμένα μου φαίνεται και κάπως κατακριτέον.

Τί να πάρω για τον κατάρρου μου ; Το φλαμούρι λένε πως είναι καλό.

1870. Γενάρης 2. Στην αυλή του Γκλότκιν όλη νύχτα ούρλιαζε το σκυλί. Η μαγείρισσά μου η Πελαγία, λέει πως αυτό είναι αλάθευτο σημάδι κ’ έτσι καθίσαμε μαζί της ως τις δύο η ώρα τη νύχτα κ’ ελέγαμε πως αν γίνω λογιστής θ’ αγοράσω γούνα και μπιτζάμες. Μπορεί μάλιστα και να παντρευτώ. Βέβαια πως δεν θα πάρω κανένα κορίτσι, δεν στέκει στα χρόνια μου, αλλά καμιά χήρα.

Χθες τον Κλέστσεφ τον έβγαλαν έξω απ’ τη λέσχη γιατί διηγότανε μπροστά στον κόσμο άσεμνα ανέκδοτα και περιγελούσε τα πατριωτικά αισθήματα του Πονιούχοφ που είναι μέλος της αντιπροσωπείας των εμπόρων. Ο τελευταίος αυτός όπως λένε, θα δώσει μήνυση στο δικαστήριο. Θέλω να πάω στο γιατρό τον Μπότκιν για το στομάχι μου. Λένε πως θεραπεύει καλά.

1878. Ιούνιος 4. Στην Βετλιάγκα, γράφουν υπάρχει πανούκλα. Σαν μύγες πεθαίνει ο κόσμος, γράφουν. Ο Γκλότκιν πίνει πιπερόριζα για να φυλάγεται. Μα έλα που έναν τέτοιο γέρο λίγο θα τον ωφελήσει η πιπερόριζα. Αν έρθει ως εδώ η πανούκλα σίγουρα θα γίνω λογιστής.

1883. Ιούνιος 4. Ο Γκλότκιν πεθαίνει. Πήγα και τον είδα, έκλαψα και του ζήτησα συγχώρεση γιατί ανυπομονούσα περιμένοντας τον θάνατό του. Με συγχώρεσε μεγαλόψυχα κλαίοντας κι αυτός και μου σύστησε να πίνω καφέ από βελανίδια για το στομάχι μου.

Κι ο Κλέστσεφ κόντεψε πάλι να πάει υποδίκην. Νοίκιασε πιάνο και το υποθήκεψε. Και μ’ όλ’ αυτά έχει τώρα το παράσημο του Στανισλάβ και βαθμό πρώτου γραμματέα. Τί είν’ τα παράξενα σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ραδικόριζα δύο γραμμάρια, ρίζα αμαράντου 11/2 και σπίρτο 3, ανακατωμένα μαζί όλα, με μια μπουκάλα βότκα μου είπαν να πάρω για το στομάχι μου, από ένα ποτηράκι του ρακιού το πρωί πριν φάγω.

Τον ίδιο χρόνο Ιούνιος 7. Χθες τόνε θάψανε τον Γκλότκιν. Αλίμονο ! Δεν στάθηκε σε καλό μου, ο θάνατος τούτου του γέρου. Τον βλέπω τις νύχτες στον ύπνο με άσπρη χλαμύδα να μου δείχνει το δάχτυλό του. Κι αλί μου, αλί του κολασμένου. Λογιστής δεν είμ’ εγώ αλλά ο Τσάλικοφ. Δεν την πήρα την θέση εγώ αλλά ένας νέος που έχει τα μέσα γιατί η θεία του είναι στρατηγίνα. Πάνε όλες μου οι ελπίδες !

1886. Ιούνιος. Του Τσάλικοφ η γυναίκα πήρε κ’ έφυγε απ’ το σπίτι. Ο κακομοίρης νοσταλγεί. Μπορεί απ’ τη λύπη του να κάνει κακό. Να σκοτωθεί. Αν σκοτωθεί. Αν σκοτωθεί εγώ θα γίνω λογιστής. Αυτό το λένε από τώρα. Πάει να πει η ελπίδα δεν χάθηκε ολότελα. Μπορώ να ζω και ίσως δεν είναι πολύ μακριά η μέρα που θα φορέσω τη γούνα. Όσο για την παντρειά δεν θα μου ‘κανε καθόλου κόπο. Γιατί να μην παντρευτώ, αν παρουσιαστεί καμιά καλή ευκαιρία ; Μόνο πρέπει να πω σε κανένα και να το καλοσυλλογιστώ. Η παντρειά είναι σπουδαίο ζήτημα.

Ο Κλέστσεφ κατά λάθος φόρεσε τις γαλότσες του μυστικοσυμβούλου Τίρμανς. Έγινε σκάνδαλο. Ο Παΐσης ο πορτιέρης μου λέει να δοκιμάσω το σουπλιμέ για το στομάχι μου. Θα το κάνω.

[1] Άντον Τσέχοφ, «οι αναποδιές της ζωής», εκδόσεις Ηριδανός

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

στοιχεία φιλοσοφίας

Φύση και Λόγος[1]

Η ελληνική λέξη κόσμος – κόσμημα – διασώζει την αρχαϊκή αντίληψη για τις προϋποθέσεις της ζωής που είναι η τάξη και αρμονία του κάλλους. Ο κόσμος υπάρχει, όχι επειδή αντιπροσωπεύει ένα αντι-κείμενο τί, αλλά επειδή συνιστά ένα πώς, ένα τρόπο αρμονίας και κοσμιότητας. Οι μυθολογικές κοσμολογικές διηγήσεις αναφέρουν τη σύσταση του κόσμου στη μορφοποίησή του, στην αναίρεση της αμορφίας και του χάους.

Ο τρόπος ή το πώς της κοσμιότητας του κόσμου είναι το αποτέλεσμα της παρέμβασης των νοητών στις αισθητές πραγματικότητες: Ο κόσμος υπάρχει, επειδή υπάρχει η ιερή τάξη των αριθμών, οι νόμοι της αρμονίας, τα μέτρα και τα όρια κάθε ατομικής οντότητας και των μεταξύ τους σχέσεων – μέτρα και όρια που δεν είναι δυνατόν να υπερβληθούν δίχως να καταλυθεί η κοσμική τάξη. Οι νοητές πραγματικότητες συνιστούν το λόγο του κόσμου, τον τρόπο με τον οποίο ό,τι είναι γίνεται φανερό, φαίνεται.

Λόγος είναι η μορφή, αλλά και η δυνατότητα της μορφής, όπως και η συσχέτιση των μορφών, η λειτουργική αναφορικότητα των υπαρκτών. Ο λόγος μορφοποιεί τα αισθητά, τους δίνει «είδος» και «ετερότητα» («ειδοποιό διαφορά»), επομένως ιδρύει μεταξύ τους σχέσεις αναφορικών διαφοροποιήσεων και ομοιοτήτων. Αυτή η λογική δια-μόρφωση και συσχέτιση των αισθητών είναι η ζωή – ο λόγος είναι το ζωοποιό στοιχείο του κόσμου.

Το νοητό ζωοποιό στοιχείο του κόσμου το ονομάζουμε στην ελληνική γλώσσα με τη λέξη λόγος που είναι γένους αρσενικού, γιατί η ζωοποίηση των αισθητών από τα νοητά βρίσκει τον πληρέστερο εικονισμό της στη γονιμοποίηση του θηλυκού από το αρσενικό: Η φύση των αισθητών έχει μια «θηλυκή» ετοιμότητα να σαρκώσει το γεγονός της ζωής, χρειάζεται όμως το σπέρμα του λόγου για να πραγματοποιηθεί αυτή η σάρκωση. Δίχως λογική ετερότητα η ύλη είναι ανύπαρκτη – ένα αφηρημένο νόημα. Ο λόγος της δίνει υπόσταση, την κάνει γεγονός ζωής.

Στις μεσανατολικές παραδόσεις, για την ίδια ονομασία του νοητού ζωοποιού στοιχείου του κόσμου, χρησιμοποίησαν την λέξη Χακχμά, που έχει περισσότερο το νόημα της σοφίας. Η σημασία πάντως του λόγου ως σοφίας διασώθηκε και στα ελληνικά με τον χαρακτηρισμό των ανθρώπων που αφιερώνουν τον βίο τους στην σπουδή και γνώση των νοητών πραγματικοτήτων. Είναι οι φίλοι της σοφίας, οι φιλόσοφοι. Στην αιγυπτιακή παράδοση τους ονόμασαν «φίλους του νυμφίου». Η σοφία ή ο λόγος είναι ο «νυμφίος» της ύλης, ο νυμφαγωγός στη γονιμότητα και ζωοποίηση των αισθητών.

Ανεξάρτητα από το πώς θα ονομάσουμε το νοητό ζωοποιό στοιχείο του κόσμου, η αναζήτηση, προσέγγιση και γνώση των νοητών παραμένει πάντοτε μια αποκρυπτογράφηση του μυστηρίου της ζωής και είναι η αρχή της φιλοσοφίας. Η αρχέγονη «φιλία σοφίας» είναι οπωσδήποτε άσχετη με οποιαδήποτε χρησιμοθηρική σκοπιμότητα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι άσχετη και με την πρακτική όψη της ζωής), άσχετη και με οποιαδήποτε φιλοδοξία αυτονομημένης από τη ζωή γνώσης. Είναι σπουδή του λόγου – τρόπου με τον οποίο τα νοητά παρεμβαίνουν στα αισθητά πραγματοποιώντας τη ζωή ως τάξη και κάλλος. Μοναδική φιλοδοξία αυτής της σπουδής είναι να διασφαλίσει την υποταγή στο λόγο της κοσμιότητας και τάξης του βίου, να διακονήσει τη λειτουργία της ζωής, την «κατά λόγον» πραγματοποίηση της ύπαρξης.

[1] Χρήστου Γιανναρά, «σχεδίασμα εισαγωγής στη φιλοσοφίας», σελ. 20-22, εκδόσεις Δόμος, 1980

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Προσωπικότητες

Ο στρατάρχης Ζούκοφ[1]

Ο Στάλιν γινόταν καχύποπτος αν κάποιος Σοβιετικός πολίτης εισέπραττε επαίνους από το εξωτερικό και πρέπει να είχε γίνει ακόμα πιο δύσπιστος με τα διθυραμβικά σχόλια του αμερικανικού και βρετανικού τύπου για τον Ζούκοφ[2] και τον Κόκκινο Στρατό. Παρ’ όλο που φοβόταν την δύναμη του Μπέρια[3], την οποία σύντομα επρόκειτο να χαλιναγωγήσει, τον απασχολούσε ακόμη περισσότερο η τεράστια δημοτικότητα του Ζούκοφ και του Κόκκινου Στρατού. Όταν ο Αϊζενχάουερ επισκέφθηκε την Σοβιετική Ένωση, ο Ζούκοφ τον συνόδευε παντού, μέχρι που πέταξε μαζί του, με το προσωπικό του αεροσκάφος για το Λένινγκράντ. Όπου και αν πήγαιναν, οι δύο μεγάλοι ηγέτες γίνονταν δεκτοί με ενθουσιασμό. Αργότερα, ο Αϊζενχάουερ προσκάλεσε το Ζούκοφ και τη «σύζυγο εκστρατείας» του, Λύδια Ζόβα, να επισκεφθούν τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ο Στάλιν κάλεσε αμέσως τον στρατάρχη του στην Μόσχα για να ανατρέψει τα σχέδιά του. Ήταν ολοφάνερο ότι ο Ζούκοφ είχε οικοδομήσει μια αυθεντική σχέση συμπάθειας με τον Αρχιστράτηγο των Συμμάχων.

Αν και ο Ζούκοφ γνώριζε τις προσπάθειες που κατέβαλλε ο Μπέρια για να τον υπονομεύσει, δεν συνειδητοποιούσε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος προερχόταν από τη ζήλια του ίδιου του Στάλιν. Στα μέσα Ιουνίου, σε μια συνέντευξη τύπου στο Βερολίνο, ο Ζούκοφ ρωτήθηκε για τον θάνατο του Χίτλερ. Αναγκάστηκε να παραδεχτεί σε ολόκληρο τον κόσμο ότι «δεν έχουμε ακόμα ανακαλύψει ένα αναγνωρίσιμο πτώμα». Γύρω στον Ιούλιο, ο Στάλιν τηλεφώνησε ξανά στον Ζούκοφ για να τον ρωτήσει πού ήταν το πτώμα. Αυτό το παιχνίδι με τον Ζούκοφ σίγουρα του προσέφερε μεγάλη ευχαρίστηση. Όταν τελικά ο Ζούκοφ ανακάλυψε την αλήθεια, είκοσι χρόνια αργότερα, από την Ρζεφσκάγια, δυσκολευόταν ακόμη να δεχτεί ότι ο Στάλιν τον είχε γελοιοποιήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. «Ήμουν πολύ κοντά στον Στάλιν» επέμενε. «Ο Στάλιν με έσωσε. Αυτοί που ήθελαν να με βγάλουν από την μέση ήταν ο Μπέρια και ο Αμπακούμοφ». Ο Αμπακούμοφ[4], ο αρχηγός της ΣΜΕΡΣ, μπορεί να ήταν η κινητήρια δύναμη εναντίον του Ζούκοφ, αλλά ο Στάλιν γνώριζε ακριβώς τί συνέβαινε και το ενέκρινε.

Στην σοβιετική πρωτεύουσα, ο απλός λαός αποκαλούσε τον Γκεόργκυ Κωνσταντίνοβιτς Ζούκοφ «Άγιο Γεώργιο», προστάτη άγιο της Μόσχας. Μετά τους εορτασμούς της νίκης στις 9 Μαΐου 1945 στην Μόσχα – μια ημέρα χαράς και ανακούφισης, αλλά και πολλών δακρύων – προγραμματίστηκε μια μεγάλη παρέλαση στην κόκκινη Πλατεία. Στην παρέλαση θα λάμβανε μέρος ένα σύνταγμα από κάθε Μέτωπο, καθώς και μια μονάδα του σοβιετικού ναυτικού και μια της αεροπορίας. Η σημεία που είχε υψωθεί στο Ράιχσταγκ θα έφτανε ειδικά για αυτό το σκοπό. Είχε ήδη μετατραπεί σε ιερό κειμήλιο. Γερμανικές σημαίες συγκεντρώνονταν επίσης και μεταφέρονταν στην Ρωσία για άλλο σκοπό.

Οι Σοβιετικοί στρατάρχες και στρατηγοί υπέθεσαν ότι ο Στάλιν θα ηγείτο της παρέλασης στις 24 Ιουνίου. Ήταν ο ανώτατος διοικητής – ο Βερκχόβνυ – που υποτίθεται ότι είχε οδηγήσει την Ρωσία στην μεγάλη νίκη. Ωστόσο, σύμφωνα με την ρωσική παράδοση, ο νικητής έπρεπε να παρελάσει έφιππος.

Μια εβδομάδα πριν από την παρέλαση, ο Στάλιν κάλεσε τον Ζούκοφ στην ντάτσα του. Ο Στάλιν ρώτησε τον Ζούκοφ, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο ιππικό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Εμφύλιο, αν μπορούσε ακόμη να ιππεύσει.

«Μερικές φορές κάνω ακόμη ιππασία», απάντησε ο Ζούκοφ.
«Τότε θα κάνουμε το εξής», είπε ο Στάλιν. «Θα ηγηθείς εσύ της παρέλασης και ο Ροκοσόφσκυ[5] θα έχει το γενικό πρόσταγμα».
«Ευχαριστώ πολύ για την τιμή», είπε ο Ζούκοφ. «Δεν θα ήταν όμως καλύτερο να ηγηθείτε εσείς ; Εσείς είσαστε ο Αρχιστράτηγος και αυτό είναι δικός σας προνόμιο».
«Είμαι πλέον πολύ μεγάλος για να κάνω παρελάσεις. Εσύ είσαι νεώτερος. Ανάλαβέ το εσύ». Αποχαιρετώντας τον, ο Στάλιν είπε στον Ζούκοφ να παρελάσει ιππεύοντας το αραβικό άλογο που θα του υποδείκνυε ο στρατάρχης Μπουντυόνυ.

Την επόμενη ημέρα, ο Ζούκοφ πήγε στο κεντρικό αεροδρόμιο για να παρακολουθήσει τις ασκήσεις για την παρέλαση. Εκεί συνάντησε τον γιο του Στάλιν, Βασίλυ, ο οποίος τον πήρε παράμερα. «Ο πατέρας προετοιμαζόταν για να παρελάσει ο ίδιος, αλλά συνέβη ένα περίεργο περιστατικό. Πριν από τρεις ημέρες, το άλογο αφηνίασε στο στίβο ιππασίας, επειδή ο πατέρας μου δεν χρησιμοποίησε σωστά τα σπιρούνια. Πιάστηκε από τη χαίτη του και προσπάθησε να μείνει πάνω στη σέλα, αλλά δεν τα κατάφερε και έπεσε. Έτσι, χτύπησε στον ώμο και το κεφάλι. Όταν σηκώθηκε, έφτυσε και είπε, «Άσε τον Ζούκοφ να κάνει παρέλαση. Αυτός είναι παλιός ιππέας»».
«Και ποιο άλογο καβάλησε ο πατέρας σου ;»
«Ένα λευκό αραβικό άλογο, αυτό που θα πάρεις κι εσύ για την παρέλαση. Αλλά σε ικετεύω, μην πεις λέξη για όσα σου είπα». Ο Ζούκοφ τον ευχαρίστησε. Τις λίγες ημέρες που απέμεναν για την παρέλαση, δεν έχανε ευκαιρία να ιππεύει και να δαμάζει το άλογο.

Το πρωί της παρέλασης έβρεχε συνέχεια. «Ο ουρανός κλαίει για τους νεκρούς μας», ήταν το συνηθισμένο σχόλιο μεταξύ των Μοσχοβιτών. Το νερό έσταζε από τους τεπέδες των κασκέτων. Όλοι οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί είχαν παραλάβει νέες στολές και μετάλλια. Τρία λεπτά πριν από τις 10:00΄ το πρωί, ο Ζούκοφ καβάλησε το αραβικό άτι κοντά στην πύλη Σπάσκυ του Κρεμλίνου. Μπορούσε να ακούσει τα χειροκροτήματα καθώς οι ηγέτες του Κόμματος και τα μέλη της σοβιετικής κυβέρνησης έπαιρναν τις θέσεις τους στο μαυσωλείο του Λένιν. Όταν το ρολόι σήμανε ακριβώς 10:00΄, άρχισε να κατευθύνεται προς την Κόκκινη Πλατεία. Οι μπάντες άρχισαν να παίζουν το «Σλαβ συά !» (Δόξα σε σένα !) και έπειτα σιώπησαν. Ένας εξίσου νευρικός Ροκοσόβσκυ κρατούσε σταθερά τον έλεγχο του μαύρου πολεμικού αλόγου του. Οι διαταγές του ακούγονταν καθαρά. Η αποκορύφωση της παρέλασης ήρθε όταν 200 βετεράνοι, ο ένας μετά τον άλλον, βάδισαν μέχρι το μαυσωλείο και εκεί, στα πόδια του Στάλιν, πέταξαν την σημαία των Ναζί. Ο Ζούκοφ, εν μέσω των επευφημιών του κόσμου, πάνω στο εκπληκτικό αραβικό άλογό του, δεν είχε ιδέα ότι ο Αμπακούμοφ προετοίμαζε την πτώση του.

Στην ντάτσα του Ζούκοφ είχαν τοποθετηθεί κοριοί. Το μικρό δείπνο που είχε δώσει εκεί για κάποιους στενούς του φίλους, για να γιορτάσουν τη νίκη, είχε καταγραφεί. Το έγκλημα που διέπραξαν ήταν ότι η πρώτη τους πρόποση δεν ήταν στο όνομα του Στντρόφου Στάλιν. Αυτό οδήγησε αργότερα στο βασανισμό και τη φυλάκιση του διοικητή του ιππικού, Στρατηγού Κρυούκοφ. Η σύζυγός του, η διάσημη λαϊκή τραγουδίστρια Λυδία Ρουσλάνοβα, στάλθηκε στα γκούλαγκ όπου απέρριψε τις εκβιαστικές ερωτικές προτάσεις του Αμπακούμοφ. Ο διοικητής του γκούλαγκ την διέταξε να τραγουδήσει για εκείνον και τους αξιωματικούς του. Εκείνη απάντησε ότι θα τραγουδούσε μόνο αν επιτρεπόταν σε όλους τους συντρόφους της, τους υπόλοιπους «ζέκυ», να παρευρεθούν.

Μια εβδομάδα μετά την επινίκια παρέλαση, ο Στρατάρχης Στάλιν έλαβε το αξίωμα του Αρχιστρατήγου, «για τις εξέχουσες υπηρεσίες του κατά τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο». Επιπλέον, έλαβε τα μετάλλια του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης, του Τάγματος του Λένιν και του Τάγματος της Νίκης, μια κασετίνα με πέντε πλατινένια αστέρια – το καθένα το στόλιζαν 135 διαμάντια και 5 μεγάλα ρουμπίνια. Τα εορταστικά δείπνα και τα βραβεία εξέφραζαν μια πραγματική τσαρική αδιαφορία απέναντι στην πείνα που επικρατούσε στην Κεντρική Ασία.

Τον επόμενο χρόνο, η εκστρατεία που έφερε εις πέρας ο Αμπακούμοφ, συγκεντρώνοντας ομολογίες συναδέλφων του Ζούκοφ μετά από βασανιστήρια, οδήγησε τον στρατάρχη σε εξορία στην επαρχία και στην συνέχεια σε περιορισμό στην ντάτσα του. Εκτός από μια σύντομη περίοδο κατά την οποία διετέλεσε Υπουργός Αμύνης υπό τον Χρούτσεφ, παρέμεινε σε κατ’ οίκον περιορισμό μέχρι την 9η Μαΐου 1965, την εικοστή επέτειο της αποδοχής από τον ίδιο της παράδοσης των Γερμανών στο Καρλσχορστ. Στο Κρεμλίνο διοργανώθηκε ένα μεγάλο δείπνο στο Ανάκτορο των Συνεδρίων. Όλοι οι καλεσμένοι, συμπεριλαμβανομένων των υπουργών, στραταρχών, στρατηγών και πρέσβεων, σηκώθηκαν όρθιοι όταν ο Λεονίντ Μπρέσνιεφ εισήλθε στην αίθουσα επικεφαλής της ακολουθίας του. Στο βάθος εμφανίστηκε και ο Ζούκοφ. Ο Μπρέσνιεφ τον είχε καλέσει την τελευταία στιγμή. Ο Σοβιετικός ηγέτης πρέπει να μετάνιωσε αμέσως γι’ αυτήν του την χειρονομία, καθώς αμέσως μόλις ο Ζούκοφ έγινε αντιληπτός, ξέσπασαν χειροκροτήματα και στην συνέχεια ζητωκραυγές. Οι φωνές «Ζούκοφ! Ζούκοφ! Ζούκοφ!» συνοδεύονταν από χτυπήματα στο τραπέζι. Το πρόσωπο του Μπρέζνιεφ πέτρωσε.

Ο Ζούκοφ αναγκάστηκε να επιστρέψει στην ντάτσα του, η οποία εξακολουθούσε να παρακολουθείται στενά, Αν και επισήμως είχε πλέον αποκατασταθεί, δεν εμφανίστηκε ξανά σε κάποια δημόσια εκδήλωση για τα υπόλοιπα εννέα χρόνια της ζωής του. Το πιο βαθύ του τραύμα όμως ήταν η ανακάλυψη ότι ο Στάλιν τον είχε ξεγελάσει σχετικά με το πτώμα του Χίτλερ.


[1] Άντονυ Μπήβορ, «Βερολίνο, η πτώση, 1945», σ. 567-571, εκδόσεις Γκοβόστη, 2004
[2] Γκεόργκι Ζούκοφ, στρατάρχης της ΕΣΣΔ, τον Δεκέμβριο του 1941 είχε αναλάβει με επιτυχία την άμυνα της Ρωσικής πρωτεύουσας, έναντι των επιτιθέμενων Γερμανών. Τον Μάιο του 1945 εισέρχεται πρώτος, επικεφαλής των νικηφόρων σοβιετικών στρατευμάτων, στο Βερολίνο.
[3] Λαβρέντι Μπέρια, επικεφαλής της Μυστικής αστυνομίας [ΝΚΒΝΤ]
[4] Βίκτωρ Αμπακούμοφ, αρχηγός της αντικατασκοπείας [ΣΜΕΡΣ]
[5] Κωνσταντίν Ροκοσόβσκυ, στρατάρχης της ΕΣΣΔ, κατά το ήμισυ Πολωνός. Αυτό τον καθιστούσε επικίνδυνο στα μάτια του Στάλιν.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

η Παιδεία στον νεοσύστατο Ελληνικό κράτος

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών[1]

Το Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε με δύο αλλεπάλληλα βασιλικά διατάγματα, της 14ης Απριλίου 1837 και 22ας Απριλίου 1837. Το πρώτο θεσμοθετεί έναν προσωρινό κανονισμό του Πανεπιστημίου και το δεύτερο βεβαιώνει την σύστασή του: επικυρώνει τον προσωρινό κανονισμό και διορίζει το καθηγητικό προσωπικό, ονοματίζοντας συνάμα, ανάμεσα στους καθηγητές, τα πρόσωπα που θα αποτελέσουν την πρώτη διοίκηση, τον πρύτανη, δηλαδή και τους τέσσερις καθηγητές που τοποθετούνται επικεφαλής των τεσσάρων Σχολών, όσες ιδρύονται έτσι και τους οποίους ονοματίζει με τον τίτλο του σχολάρχη, ό,τι τελικά θα είναι ο κοσμήτωρ. Για την ομοιογένεια και για την ενότητα της ορολογίας, έχω κρατήσει απαρχής τον τελευταίο αυτόν τίτλο, που καθιερώθηκε ολίγο μεταγενέστερα, τον Οκτώβριο του 1841.

Ήδη από την αρχή το διδακτικό αυτό κατάστημα ονομάζεται πανεπιστήμιον ή, συχνά, Πανεπιστήμειον. Οι δύο όροι εναλλάσσονται μεταξύ τους και με έναν τρίτο: Πανδιδακτήριον. Εδώ, παρεκτός από τα βιβλιογραφικά, όπου, φυσικά, ακολουθούμε κάθε φορά το πρωτότυπο, χρησιμοποιούμε, σταθερά, την συνηθισμένη για μας μορφή, Πανεπιστήμιο. Ας σημειωθεί ότι και οι τρεις λέξεις είναι νεολογημένες και λόγιες βέβαια. Έτσι, η χρήση τους δεν παρουσίαζε αρκετή άνεση ώστε να δώσει, όπως έδωσε αργότερα, λαβή στην παραγωγή άλλων όρων, περαιτέρω, επιθέτων, επιρρημάτων. Όμως, στην αναδρομική του ορμή, ο νέος ελληνισμός, καθώς είχε δανεισθεί από την αρχαία την λέξη ακαδημία για παράλληλες χρήσεις, στην σημασία, δηλαδή, των υψηλού επιπέδου διδακτηρίων, εδανείσθηκε εκείθε ό,τι του εχρειαζόταν σχετικό[2]. Έτσι έχουμε ακαδημαϊκός, ή και ακαδημιακός και ίσως ολίγο αργότερα, ακαδημεικός, ως υποκατάστατα του ανυπάρκτου πανεπιστημιακός: ακαδημαϊκόν συμβούλιον, ακαδημαϊκή σύγκλητος, πολιτογράφησις, δηλαδή εγγραφή, ποινή, ακαδημαίκός βαθμός, πολίτης. Αυτό το τελευταίο είναι, νομίζω, το πιο ζωντανό κατάλοιπο από την χρήση εκείνην, που το βρίσκουμε ενίοτε, όπως και άλλες λέξεις της καθαρεύουσας, με κάποιαν ελαφρώς ευθυμογραφική χροιά.

Τέλος, το ίδρυμα (σύλλογος, όπως τιτλοφορείται σε τυπική νομική διατύπωση), με το συστατικό του Διάταγμα ετιτλοφορήθηκε του Όθωνος. Πολύ γλήγορα γράφεται σε επίσημα κείμενα της εποχής Πανεπιστήμιον Όθωνος, Οθώνειον Πανεπιστήμιον ή και Οθωνικόν. Και εδώ επροτίμησα τον τελευταίο αυτόν τύπο, πιο σύμφωνο με την τωρινή μας συνήθεια.

Πραγματικά, στις 31 Δεκεμβρίου του 1836 είχε εκδοθεί ένα Διάταγμα όπου θεσμοθετείται το Πανεπιστήμιο, ορίζονται το πρώτο διδακτικό προσωπικό και οι πρώτες πανεπιστημιακές αρχές. Στο Διάταγμα αυτό εστηρίχθηκε μία σειρά διορισμών της 15ης Ιανουαρίου. Όλες οι Πράξεις αυτές, έργα της Αντιβασιλείας, συντάσσονται και δημοσιεύονται με απουσιάζοντα τον Όθωνα. Φαίνεται να ανήκουν σε μία ισχυρή προσπάθεια του Άρμανσπεργ για να επιδείξει δραστηριότητα[3] στους μακρούς μήνες της απουσίας του βασιλιά.

Ωστόσο εκείνος πια, επιστρέφοντας, θα εκδώσει τα δύο καινούρια διατάγματα που αναφέρονται ανωτέρω, του Απριλίου 1837. Τα δύο μαζί αναθεωρούν και τροποποιούν τις αμέσως προηγούμενες Πράξεις της Αντιβασιλείας.

[1] Κ. Θ. Δημαράς, "Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837", εκδόσεις του Εθνικού και καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1987.
[2] Μακιαβέλλι: στο Υπόμνημά του για το δέκατο βιβλίο της Ιστορίας του Τίτου Λιβίου, ο Φλωρεντινός ιστοριογράφος και θεωρητικός της πολιτικής συσταίνει: «όταν θέλουμε μία δημοκρατία ή μία θρησκέια να διατηρηθούν πολύ, πρέπει να τις επαναφέρουμε συχνά στην αρχή τους».
[3] Φραγκίσκος Γκιζώ, «εκ του καρπού το δένδρον γνωσθήσεται».

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Ιστορία

Απ’ την εξόντωση των εθνικών στα «πρωτεία» της Ρώμης[1].

Η βασιλεία του Θεοδόσιου Α΄ σημειώνει μια καμπή στην ιστορία της νέας Αυτοκρατορίας, που την απομακρύνει από τις ρωμαϊκές παραδόσεις. Εννοώ τη βίαιη ρήξη με την ειδωλολατρεία, που προκλήθηκε από τα αυτοκρατορικά μέτρα. Πράγματι, κατά τη βασιλεία του Θεοδόσιου, ο χριστιανισμός γίνεται η θρησκεία του Κράτους. Εναντίον των ειδωλολατρών εφαρμόσθηκαν μέτρα, που πήραν συχνά το χαρακτήρα πραγματικών διώξεων. Το μαντείο των Δελφών υποχρεώθηκε να σιγήσει, οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Ελευσίνια μυστήρια απαγορεύθηκαν. Τα ιερά λεηλατήθηκαν από τους χριστιανούς, οι ειδωλολάτρες ιερείς, όπως γράφει με κάποια πίκρα ο Λιβάνιος, υποχρεώθηκαν «να σιγήσουν ή να αποθάνουν»[2]. Στο εξής ρωμαίος πολίτης είναι, όποιος ασπάζεται την ορθόδοξη πίστη, που καθιερώθηκε από τις οικουμενικές συνόδους της Νίκαιας (325) και της Κωνσταντινούπολης (381). Ντόπιος ή ξένος, ευρωπαίος, ασιάτης ή αφρικανός (η Αυτοκρατορία περιλαμβάνει πράγματι, γύρω από την Μεσόγειο, περιοχές που βρίσκονται σ’ αυτές τις τρεις ηπείρους), αρκεί να είναι χριστιανός για να καταλάβει οποιαδήποτε αυτοκρατορική διοικητική θέση, ν’ ανέβει ακόμα και στον θρόνο. Ο τέταρτος αιώνας, κατά τον οποίο έγινε η σκληρή προσπάθεια που κατέβαλε η Αυτοκρατορία για να διαμορφώσει τη φυσιογνωμία, η οποία θα της επέτρεπε να εγκαινιάσει μια καινούργια ζωή, τελειώνει με τον θρίαμβο του χριστιανισμού. Η Αρχαιότητα με το ανθρωπιστικό και ανεκτικό πνεύμα παρήλθε οριστικά. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παραχωρεί τη θέση της στην Βυζαντινή, ενώ ο δυτικός κόσμος μπαίνει σε μια καινούργια εποχή της ιστορίας του, κατά την οποία, όπως γράφει ο Γίββων, δεσπόζουν «η θρησκεία και η βαρβαρότητα»[3].

Όταν πέθανε ο Θεοδόσιος, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίζεται, σύμφωνα με μια παλιά μέθοδο και για να ικανοποιηθούν οι δύο γιοι του αυτοκράτορα, σε Αυτοκρατορία της Ανατολής και Αυτοκρατορία της Δύσης και παραδίνεται σπαραγμένη και μοιρασμένη, στις επιθέσεις των βάρβαρων γερμανικών λαών που είχαν αρχίσει από τον τρίτο αιώνα να παραβιάζουν σε αλλεπάλληλα κύματα τις πύλες του Καυκάσου και να εισδύουν στην Ευρώπη. Η Ανατολική Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο[4], που εκτεινόταν σε πλούσιες περιοχές, όπου δέσποζε το ελληνορωμαϊκό στοιχείο, μπόρεσε χάρη στη νέα θρησκεία και στις πολιτικές και πνευματικές παραδόσεις, να σχηματίσει ένα στέρεο κράτος, που είχε συνείδηση της αξίας της κληρονομιάς του. Έτσι μπόρεσε ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους επιδρομείς[5]. Οι βάρβαροι φθάνοντας στον Δούναβη, βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας, που τον κάλυπταν σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις και μια μακρά σειρά από φρούρια, παρά τις πολλαπλές, συχνά θεαματικές, αλλά πάντα μεμονωμένες επιδρομές τους, ως τα φρούρια της Κωνσταντινούπολης ακόμα, υποχρεώθηκαν τελικά ν’ αναγνωρίσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την εξουσία της Αυτοκρατορίας, που δεν δίσταζε να υποβληθεί σε σοβαρές υλικές θυσίες για να την επιβάλει. Το Βυζάντιο, αυτοκρατορία πολυεθνική, που είχε όμως εμπιστοσύνη στην πολιτιστικής της δύναμη, απορρόφησε και αφομοίωσε με τον καιρό στοιχεία ξένα προς τις παραδόσεις του, ενώ από την άλλη μεριά διέθετε τα χρήματα της Αυτοκρατορίας στη σοφή διπλωματία του, που ενθάρρυνε τους πείσμονες αρχηγούς των διαφόρων ομάδων των επιδρομέων ν’ αναζητήσουν αλλού καταφύγιο και τόπο για την εγκατάστασή τους.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, η Ανατολική Αυτοκρατορία, χάρη στο αμυντικό της σύστημα και στο επιδέξιο διπλωματικό της παιγνίδι, που απέβλεπε στο να στρέψει τους βαρβάρους τον ένα εναντίον του άλλου, κατάφερε τελικά να τους κατευθύνει προς την ερημωμένη από τους πληθυσμούς της, φτωχή και εγκαταλελειμμένη στη μοίρα της, Δύση. Χάρη τέλος στις πολιτιστικές και πολιτικές της δυνάμεις, μπόρεσε ν’ απορροφήσει τους βαρβάρους, που εισέδυσαν στο έδαφός της και προμήθευαν εργατικά χέρια για την γεωργία και οπλίτες για τις αυτοκρατορικές στρατιές, στις τάξεις των οποίων πολέμησαν πολλές φορές, εναντίον των αδελφών τους[6]. Έτσι, ενώ η Δυτική Αυτοκρατορία με πρωτεύουσά της τη Ρώμη, υποδουλωνόταν στους βαρβάρους, που μοιράστηκαν μεταξύ τους το έδαφός της το 476, η Ανατολική Αυτοκρατορία βγήκε από τη δοκιμασία που συγκλόνισε την Ευρώπη από τον τρίτο ως τον πέμπτο αιώνα, με την εδαφικής της ακεραιότητα σχεδόν άθικτη και με διαμορφωμένη εθνική και πολιτική φυσιογνωμία.

Η Ανατολική Αυτοκρατορία γίνεται από εδώ κι εμπρός ο προμαχώνας της χριστιανοσύνης και το καταφύγιο του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Μπροστά στην ερημωμένη από τους βαρβάρους Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη γίνεται το κέντρο του πολιτισμένου κόσμου, η μοναδική πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μόνο οι αυτοκράτορές της θα μπορούν να φέρουν νόμιμα τον τίτλο του αυτοκράτορα, που εξυπονοούσε των Ρωμαίων. Ο πατριάρχης της θα υψωθεί στην ίδια ιεραρχική τάξη με τον πάπα και θα μπορεί χωρίς αμφισβήτηση ν’ αποκαλείται οικουμενικός. Μόνο η Κωνσταντινούπολη θα είναι η βασιλίς – πόλις, η κατ’ εξοχήν πόλις[7], ενώ η Ρώμη, κατεστραμμένη και εκβαρβαρισμένη, υποτάσσεται στην Κωνσταντινούπολη. Θα θυμηθεί την παλιά της δόξα, τους τίτλους και τα πρωτεία της, όταν η βάρβαρη Δύση, την οποία και θα εκχριστιανίσει, θα βρει τη δύναμη να ορθωθεί εναντίον του Βυζαντίου, για να διεκδικήσει το προβάδισμα μέσα σ’ έναν καινούργιο κόσμο.

[1] Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, σελ. 17-20, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1988.
[2] Ο Λόγος «Υπέρ των Ιερών», που απηύθυνε ο Λιβάνιος στον Θεοδόσιο αποτελεί την καλύτερη απεικόνιση αυτής της κατάστασης πνευμάτων, Έκδοση Foerster, Oratio, XXX & 8 κε.
[3] Γι’ αυτήν την γνώμη του Γίββωνα, βλ. τις παρατηρήσεις του Οστρογκόρσκυ στο Geschichte des byzantinischen states, 3η εκδ. Munich, 1963, σελ. 1-19.
[4] Ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί αποκαλούν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία «Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» ή «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής». Αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τον όρο «βυζαντινή», ως ακατάλληλο και βεβαρυμένο με μια σχεδόν μειωτική έννοια βασισμένη στις εσπευσμένες ερμηνείες λογίων συγγραφέων της εποχής του Διαφωτισμού για έναν πολιτισμό, του οποίου το πνεύμα και την σημασία αδυνατούσαν να συλλάβουν.
[5] J. B. Bury, Causes of survival of Roman Empire in the East, στο Selected Essays, Cambridge, 1930, σελ. 231-242.
[6] Ο καλύτερος εκπρόσωπος αυτής της πολιτικής της ανοχής έναντι των βαρβάρων παραμένει ο Θεμίστιος. Βλ. τον «Λόγο» του αρ. ΧVI, Hildesheim, 1961, σελ. 251.
[7] Για τις σχέσεις μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, βλ. F. Doelger, Ας σημειώσουμε ότι η Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζεται επίσης ως «πόλις εστί βασιλεύουσα του τε κόσμου παντός υπερέχουσα», ως «πατρίς ανθρωπότητος», ως «πανευδαίμων», ως «ο οφθαλμός της χριστιανικής πίστεως», ως «Νέα Ρώμη» και «Νέα Ιερουσαλήμ». Θα συμφωνήσουμε ότι αυτά τα ονόματα αποκαλύπτουν τα βάθρα της ιδεολογίας του βυζαντινού κράτους, από τότε που δημιουργήθηκε. Η Κωνσταντινούπολη, αντίθετα, δεν διεκδίκησε ποτέ τον τίτλο «Νέα Αθήνα».

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Μυανμάρ [πρώην Βιρμανία]

Από την ιστορία της Βιρμανίας[1]

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Βιρμανίας[2] από τους Ιάπωνες, τα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα της χώρας εξέφρασαν την ευχή για την πλήρη ανεξαρτησία της χώρας το συντομότερο δυνατόν.

Στις 17 Μαΐου 1945, η βρετανική κυβέρνηση δημοσίευσε μία «Λευκή Βίβλο» δια μέσου της οποία διακήρυσσε πως σκοπός της ήταν η σταδιακή εισδοχή της Βιρμανίας σε καθεστώς αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας. Πρότεινε δε, την διατήρηση του θεσμού του γενικού κυβερνήτη, σύμφωνα προς το καθεστώς του 1935, έως τις 9 Δεκεμβρίου 1948 και την παράλληλη θέσπιση ενός «εκτελεστικού συμβουλίου» με περιορισμένη και προσωρινή εξουσία και εν συνεχεία την διεξαγωγή γενικών εκλογών για την ανάδειξη συνταγματικής Συνέλευσης (Βουλής). Η επαρχία Σαν[3] (χώρες Σαν), που η Ιαπωνία είχε παραχωρήσει στο Σιάμ[4] τον Ιούλιο του 1943 θα διοικούντο απευθείας από τον Κυβερνήτη έως ότου οι κάτοικοι της επαρχίας θα ήταν σε θέση να αποφασίσουν εάν επιθυμούσαν την ενσωμάτωσή τους στην Βιρμανία. Ο Βρετανός κυβερνήτης, Σερ Ρήτζιναλ Ντόρμαν-Σμιθ εγκατέλειψε τις Ινδίες και αποβιβάστηκε στην Ραγκούν[5] στις 17 Οκτωβρίου 1945. Πρώτη του ενέργεια υπήρξε ο ορισμός του εκτελεστικού συμβουλίου, όπως προεβλέπετο στην Λευκή Βίβλο. Σύντομα, τα μέλη της «Αντιφασιστικής, Λαϊκής Γραμμής για την ελευθερία», η οποία ηγείτο ο Β. Αούνγκ Σαν, εκτίμησαν πως η προβλεπόμενη από την «Λευκή Βίβλο» μεταβατική περίοδος ήταν υπερβολική, με αποτέλεσμα συνεχείς παραστάσεις διαμαρτυρίας ενώπιον του νέου γενικού κυβερνήτη Σερ Χιούμπερτ Ρέινς, την ώρα που η αντίσταση εξακολουθούσε από τους «Ντακουά» και ομάδες ανταρτών.

Υπό την πίεση αυτή ο κυβερνήτης Άτλη αποφάσισε, τον Ιανουάριο του 1947 να προσκαλέσει στο Λονδίνο αντιπροσωπεία των Βιρμανών πολιτικών αρχηγών. Οι συζητήσεις ξεκίνησαν στις 13 Ιανουαρίου και κατέληξαν στο Αγγλο-Βιρμανικό σύμφωνο της 27ης Ιανουαρίου. Η συμφωνία προέβλεπε την εκλογή, τον Απρίλιο του 1947, σύμφωνα με το εκλογικό σύστημα του 1935, μιας Βιρμανικής συνταγματικής Συνέλευσης (Βουλής). Οι εξουσίες του εκτελεστικού συμβουλίου επαυξήθηκαν σε βαθμό που να το καταστήσουν ισοδύναμο με προσωρινή κυβέρνηση, την οποία η Βρετανική κυβέρνηση αντιμετώπιζε «όπως και μία κυρίαρχη κυβέρνηση». Η Βιρμανία εκπροσωπείτο στο Λονδίνο σε επίπεδο ανωτέρου αξιωματούχου η δε Αγγλία υποστήριζε την ανταλλαγή διπλωματικών αντιπροσωπειών μεταξύ της Βιρμανίας και των υπολοίπων κρατών, καθώς και την βιρμανική υποψηφιότητα ένταξής στα Ηνωμένα Έθνη, το συντομότερο δυνατόν. Ο Βρετανός ανώτατος διοικητής στην Βιρμανία υπάχθηκε ταυτόχρονα στον κυβερνήτη και την βιρμανική κυβέρνηση. Στις παραμεθόριες περιοχές, θα προηγείτο διαβούλευση με τους ντόπιους πληθυσμούς πριν από την οριστική υπαγωγή και προσάρτησή τους στην Βιρμανία. Από την άλλη πλευρά, τον Φεβρουάριο, ο Αούνγκ Σαν συγκάλεσε συνέδριο στην Πανγκλόνγκ με εκπροσώπους των μειονοτικών πληθυσμών, κατ’ εκτίμηση περισσότερο φιλοάγγλους και λιγότερο φιλικά διακείμενους απέναντι σε μία βιρμανική κυβέρνηση (Σαν, Σιν[6], Κασίν[7]. Οι μόνοι που δεν προσυπέγραψαν ήταν οι Καρέν), με στόχο να τους προσελκύσει να συμμετάσχουν στις εργασίες της καταστατικής συνέλευσης. Οι συμφωνία αυτή υπήρξε μεγάλη επιτυχία της Λαϊκής Γραμμής του στρατηγού Αούνγκ Σαν. Η αντιπολίτευση, υπό τους Ου-Σάου[8] και Μπα-Μάου, σε εκδήλωση διαμαρτυρίας, αρνήθηκε να κατεβάσει υποψηφίους στις εκλογές της 9ης Απριλίου 1947. Τα αποτελέσματα των εκλογών έδωσαν πλατιά πλειοψηφία στην Αντιφασιστική Λαϊκή Γραμμή (191 έδρες σε σύνολο 210). Στις 16 Ιουνίου η Συνέλευση ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Κυρίαρχης Δημοκρατίας της Βιρμανίας. Ουσιαστικά διακήρυττε την άρνηση ένταξης της Βιρμανίας στην Κοινοπολιτεία. Στις 19 Ιουλίου, έξι υπουργοί, ανάμεσά τους και ο Αούνγκ-Σαν, δολοφονήθηκαν κατά την διάρκεια επίθεσης. Ο αντιπρόεδρος της Γραμμής, Θάκιν-Νου, τον διαδέχτηκε στην προεδρία.

Στις 25 Σεπτεμβρίου, το βιρμανικό σύνταγμα ψηφίστηκε, αναγνωρίζοντας ευρεία αυτονομία στους Σαν, τους Κασίν και τους Καρέν. Μία Αγγλο-βιρμανική συνθήκη, υπογεγραμμένη στις 17 Οκτωβρίου, αναγνώρισε την πλήρη ανεξαρτησία της Βιρμανίας, η οποία θα έπρεπε να παύσει να αποτελεί μέλος της Κοινοπολιτείας. Ένα, επιπλέον, στρατιωτικό σύμφωνο υπεγράφη μεταξύ των δύο χωρών στις 6 Ιανουαρίου 1948. Τα βρετανικά στρατεύματα θα αποσύρονταν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο βιρμανικός στρατός θα εκπαιδευόταν από βρετανούς εκπαιδευτές. Η Βιρμανία θα παρείχε στις βρετανικές δυνάμεις που θα κατέφθαναν «σε συνδρομή και βοήθεια» της Βιρμανίας η οιασδήποτε χώρας μέλους της Κοινοπολιτείας, κάθε δυνατή εξυπηρέτηση. Παρά την έντονη αντίδραση του Τσώρτσιλ, του οποίου ο πατέρας λόρδος Ράντολφ Τσώρτσιλ είχε επιτύχει το 1886 την προσχώρηση της Βιρμανίας [στην Κοινοπολιτεία], η συνθήκη της 17ης Οκτωβρίου επικυρώθηκε από την Βουλή των Κοινοτήτων με 288 υπέρ και 114 κατά. Η Αγγλία υπαναχωρούσε από απαιτήσεις ύψους 15 εκατομμυρίων $ σε αντάλλαγμα για την εγγύηση και προστασία των εμπορικών και βιομηχανικών της συμφερόντων. Το νέο κράτος σύντομα κυλίστηκε σε εμφύλιο πόλεμο. Η κυβέρνηση είχε να αντιπαλέψει ταυτόχρονα ενάντια στους κομμουνιστές και στους Καρέν που διεκδικούσαν ευρύτερη αυτονομία. Το 1946 αυτοί είχαν ζητήσει από την Αγγλία τη δημιουργία κράτους, ανεξάρτητου από την Βιρμανία και μέλους της Κοινοπολιτείας, σε αποζημίωση των σημαντικών υπηρεσιών που [οι Καρέν] είχαν παράσχει στον αγώνα κατά της Ιαπωνίας. Από την πλευρά του ο πρωθυπουργός Θακίν-Νου διακήρυξε πως η Βιρμανία «επιθυμούσε να προσχωρήσει την Σοβιετική ιδεολογία» (13 Ιουνίου 1948). Όμως αυτή η κίνηση συνδιαλλαγής με τους κομμουνιστές δεν απέδωσε καρπούς. Το αποτέλεσμα ήταν, στη διάρκεια των ετών που ακολούθησαν το 1949 μία μεγάλη σύγχυση, η οποία επιδεινώθηκε το 1950 με την παρουσία στον βορρά της χώρας εθνικιστικών κινεζικών δυνάμεων, γεγονός που προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες της κυβέρνησης του Μάο Τσε-Τουνγκ.

[1] Ζαν-Μπατίστ Ντυροζέλ, «Διπλωματική ιστορία από το 1919 έως τις μέρες μας» [histoire diplomatique de 1919 a nos jours], σελ. 539-540, εκδόσεις dalloz, Paris 1990, [Η μετάφραση, από τα γαλλικά, του εν λόγω αποσπάσματος έγινε από τον Ιωάννη Λιάκουρα].
[2] Σημερινής Μυανμάρ
[3] επαρχία Σαν: βρίσκεται στα ανατολικά της χώρας, στα σύνορα με την Ταϋλάνδη
[4] Σιάμ: η σημερινή Ταϋλάνδη
[5] Ραγκούν: πρωτεύουσα της Βιρμανίας, σήμερα Γιανγκόν
[6] οι Σιν κατοικούν την ομώνυμη επαρχία στα Δ – ΒΔ της χώρας.
[7] Επαρχία Κασίν: βρίσκεται στα βόρεια της χώρας.
[8] Ο Ου-Σάου υπήρξε αιχμάλωτος των Άγγλων από το 1942 και κρατείτο στην Ουγκάντα. Απελευθερώθηκε το 1946 και αποτέλεσε μέλος της αντιπροσωπείας που προσκλήθηκε στο Λονδίνο. Αρνήθηκε να υπογράψει το Σύμφωνο της 27ης Ιανουαρίου 1947.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Β΄ παγκόσμιος πόλεμος

Βερολίνο, Η Πτώση, 1945[1]

Οι Βερολινέζοι, εξουθενωμένοι από την έλλειψη τροφίμων και την αγωνία, δεν είχαν πολλούς λόγους να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα του 1944. Ένα μεγάλο μέρος της πρωτεύουσας του Ράιχ είχε μετατραπεί σε συντρίμμια από τις αεροπορικές επιδρομές. Το ταλέντο του Βερολινέζου στο μαύρο χιούμορ είχε φτάσει στον κυνισμό. Η ατάκα αυτής της θλιβερής εποχής ήταν: «Σκέψου πρακτικά, χάρισε ένα φέρετρο».

Η ατμόσφαιρα στη Γερμανία είχε αλλάξει ακριβώς πριν από δύο χρόνια. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1942 είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν φήμες πως η 6η Στρατιά του Στρατηγού Πάουλους είχε περικυκλωθεί από τον Κόκκινο Στρατό στον ποταμό Βόλγα. Το ναζιστικό καθεστώς δυσκολεύτηκε να παραδεχτεί ότι ο μεγαλύτερος σχηματισμός ολόκληρης της Βέρμαχτ ήταν καταδικασμένος να εξοντωθεί στα ερείπια του Στάλινγκραντ και στις παγωμένες στέπες που απλώνονταν γύρω από αυτό. Ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, υπουργός Προπαγάνδας και Διαφωτισμού του Ράιχ, προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα για τα κακά νέα, είχε εξαγγείλει «Γερμανικά Χριστούγεννα», κάτι που στη γλώσσα του εθνικοσοσιαλισμού ισοδυναμούσε με λιτότητα και ιδεολογική αποφασιστικότητα και όχι κεριά, στεφάνια από έλατο και τραγούδια όπως η Άγια Νύχτα. Το 1944 η παραδοσιακή ψητή χήνα είχε γίνει μια μακρινή ανάμνηση.

Σε δρόμους όπου η πρόσοψη κάποιου κτιρίου είχε καταρρεύσει, μπορούσε κανείς να δει ακόμα φωτογραφίες να κρέμονται στους τοίχους του δωματίου που ήταν κάποτε το καθιστικό ή η κρεβατοκάμαρα. Η ηθοποιός Χίλντεγκαρντ Κνεφ κοίταζε επίμονα στα αριστερά ένα πιάνο που στεκόταν εκτεθειμένο σε ένα μέρος του πατώματος που είχε απομείνει. Κανείς δεν μπορούσε να το πλησιάσει και εκείνη αναρωτιόταν πόσος καιρός θα χρειαζόταν ακόμα, μέχρις ότου να γκρεμιστεί κι αυτό και να γίνει ένα με τα χαλάσματα. Μηνύματα ήταν γραμμένα βιαστικά στους τοίχους των ξεκοιλιασμένων κτιρίων, από οικογένειες που ενημέρωναν τον γιο τους, αν και όταν θα επέστρεφε από το μέτωπο, ότι ήταν καλά και ότι έμεναν κάπου αλλού. Οι ανακοινώσεις του Ναζιστικού Κόμματος προειδοποιούσαν: «Η λεηλασία θα τιμωρείται με θάνατο».

Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί ήταν τόσο συχνοί – οι Βρετανοί είχαν αναλάβει την νύχτα και οι Αμερικανοί την μέρα – που οι Βερολινέζοι ένιωθαν πως περνούσαν περισσότερη ώρα σε υπόγεια και αντιεροπορικά καταφύγια παρά στα κρεβάτια τους. Η έλλειψη ύπνου συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός περίεργου μείγματος καταπιεσμένης υστερίας και μοιρολατρίας. Πολύ λίγοι ήταν πλέον εκείνοι που ανησυχούσαν αν θα καταγγελθούν στην Γκεστάπο για ηττοπάθεια, όπως αποδείκνυε η διάδοση διάφορων ανεκδότων. Τα πανταχού παρόντα LSR, αρχικά που σήμαιναν Luftschutzraum (αντιεροπορικό καταφύγιο), υποτίθεται πως εννοούσαν Lern Schnell Russisch (Μάθετε Ρώσικα Γρήγορα). Οι περισσότεροι Βερολινέζοι δεν χρησιμοποιούσαν πλέον τον χαιρετισμό «Χάιλ Χίτλερ». Ο Λόθαρ Λέβε ήταν μέλος της Χιτλερικής Νεολαίας και έλειπε αρκετό καιρό από την πόλη. Όταν, μπαίνοντας σε κάποιο μαγαζί, κραύγασε «Χάιλ Χίτλερ», όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν έκπληκτοι. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που εκστόμισε αυτές τις λέξεις εκτός υπηρεσίας. Ο Λέβε συνειδητοποίησε ότι πλέον ο πιο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν το Bleib ubrig ! (Μείνε ζωντανός !)

Η ατμόσφαιρα μιας επικείμενης κατάρρευσης, τόσο της προσωπικής ζωής, όσο και της ύπαρξης του έθνους ήταν διάχυτη. Οι άνθρωποι ξόδευαν τα λεφτά τους αλόγιστα, υποθέτοντας πως σύντομα δεν θα έχουν καμιά αξία. …

Τα καταφύγια μπορούσαν να ικανοποιήσουν θεωρητικά όλες τις βασικές ανάγκες. Υπήρχε ένας Σταθμός Πρώτων Βοηθειών με μια νοσοκόμα, όπου οι γυναίκες μπορούσαν να γεννήσουν. Οι τοκετοί έμοιαζαν να επιταχύνονται από τις δονήσεις που προκαλούσαν οι εκρήξεις των βομβών και που φαίνονταν να έρχονται τόσο από το κέντρο της γης όσο και από την επιφάνειά της. …

Η είσοδος στα καταφύγια απαγορευόταν[2] στους ξένους εργάτες του Βερολίνου, οι οποίοι έφταναν περίπου τις 300.000 και έφεραν ως σημάδι αναγνώρισης το πρώτο ή τα πρώτα δύο γράμματα της χώρας προέλευσής τους στο μανίκι τους. Το γεγονός αυτό αποτελούσε εν μέρει προέκταση της ναζιστικής πολιτικής που ήθελε να εμποδίσει τη στενή επαφή τους με την γερμανική φυλή, όμως η κυρίαρχη φροντίδα των αρχών ήταν να σώσει πρώτα τις ζωές των Γερμανών. Οι όμηροι που δούλευαν καταναγκαστικά, ειδικά οι Oestarbeiter (εργάτες από τα ανατολικά), οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν μεταφερθεί με τη βία από την Ουκρανία και την Ευρωπαϊκή Ρωσία, θεωρούνταν αναλώσιμοι. Όμως υπήρχαν πολλοί ξένοι εργάτες που είχαν έρθει ως εθελοντές και είχαν πολύ μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας σε σύγκριση με τους άτυχους που κλείνονταν στα στρατόπεδα. …

Οι περισσότεροι Γερμανοί έβλεπαν τους ξένους εργάτες με φόβο. Στα μάτια τους ήταν ένας Δούρειος Ίππος, έτοιμος να επιτεθεί και να εκδικηθεί μόλις οι στρατιές του εχθρού θα πλησίαζαν στην πόλη. Οι Βερολινέζοι υπέφεραν από έναν αταβιστικό και βαθύ φόβο για τον Σλάβο εισβολέα από τα ανατολικά. Ο φόβος αυτός είχε μετατραπεί εύκολα σε μίσος. …
...
Ο στρατηγός Γκύνθερ Μπλούμεντριτ, όπως οι περισσότεροι που βρίσκονταν στην εξουσία, ήταν πεπεισμένος πως οι αεροπορικές επιδρομές δημιουργούσαν ένα πραγματικό αίσθημα “Volksgenossenschaft” (πατριωτικής αλληλεγγύης). Κάτι τέτοιο μπορεί να αλήθευε το 1942 και το 1943, αλλά στα τέλη του 1944 οι συνέπειες των επιδρομών έτειναν να πολώσουν τις απόψεις των σκληροπυρηνικών και αυτών που είχαν κουραστεί από τον πόλεμο. …
_______________________


[1] Άντονυ Μπήβορ, «Βερολίνο, Η Πτώση, 1945», σελ. 41-45, εκδόσεις Γκοβόστη, 2004.
[2] Το Βερολίνο δεν είχε αρκετά καταφύγια για τα τρία εκατομμύρια του πληθυσμού του, οπότε όσα υπήρχαν ήταν συνήθως ασφυκτικά γεμάτα. Το μεγαλύτερο αντιαεροπορικό καταφύγιο του Βερολίνου ήταν στον Ζωολογικό Κήπο, ένα αχανές φρούριο από μπετόν …, με συστοιχίες αντιαεροπορικών πυροβόλων στην οροφή και τεράστια καταφύγια από κάτω. Το συγκρότημα των καταφυγίων κάτω από τον σταθμό του μετρό στο Γκεζουντμπρούννεν ήταν σχεδιασμένο για να φιλοξενεί 1.500 άτομα. Παρ’ όλ’ αυτά, εκεί στοιβάζονταν συχνά ο τριπλάσιος αριθμός.