Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Δίκαιο

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

Η αρχή της νομιμότητας

Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας, η δράση της Δημόσιας Διοίκησης ρυθμίζεται από τους κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου που έχουν άμεση εφαρμογή, από τους κανόνες που θεσπίζουν το Σύνταγμα και οι νομοθετικές πράξεις, όπως και από κάθε κανόνα ανώτερης ή ισοδύναμης προς τους κανόνες αυτούς τυπικής ισχύος. Και με αντίστροφο συλλογισμό, η αρχή της νομιμότητας συνεπάγεται την υποχρέωση της Δημόσιας Διοίκησης, δηλαδή των δημόσιων νομικών προσώπων και των οργάνων τους, να τηρούν τους προαναφερόμενους κανόνες. Συνεπώς, η εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας προϋποθέτει διάκριση των εξουσιών.

Η αρχή της νομιμότητας έχει δύο διαφορετικές έννοιες. Κατά την πρώτη έννοια, οι ενέργειες των οργάνων των δημόσιων νομικών προσώπων πρέπει να μην είναι αντίθετες προς τους προαναφερόμενους κανόνες. Κατά τη δεύτερη έννοια, οι ενέργειες αυτές πρέπει να είναι σύμφωνες ή να βρίσκονται σε αρμονία με τους κανόνες αυτούς. Στην πρώτη περίπτωση, η Διοίκηση μπορεί να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που δεν απαγορεύεται από τους κανόνες ή δεν αντίκειται σ’ αυτούς,( με την έννοια αυτήν, η αρχή της νομιμότητας εφαρμόζεται και στους ιδιώτες). Στη δεύτερη περίπτωση, η Διοίκηση οφείλει ή μπορεί να προβαίνει μόνο στις ενέργειες που προβλέπονται και επιβάλλονται ή επιτρέπονται από τους κανόνες. Δηλαδή, ενώ οι ιδιώτες μπορούν να ενεργήσουν ο,τιδήποτε δεν απαγορεύεται, αντίθετα η Διοίκηση οφείλει ή μπορεί να ενεργήσει μόνον ό,τι επιτρέπεται.
Η διοικητική ενέργεια πρέπει να είναι σύμφωνη προς τον κανόνα δικαίου που διέπει την δράση της Διοίκησης, όταν ο κανόνας περιγράφει λεπτομερώς τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες η ενέργεια είναι υποχρεωτική, καθώς και το περιεχόμενο που πρέπει να έχει η ενέργεια. Το τελευταίο συμβαίνει στην περίπτωση της δέσμιας αρμοδιότητας. Η διοικητική ενέργεια πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία προς τον κανόνα του δικαίου, όταν ο κανόνας καθορίζει, κατά τρόπο ευρύτερο ή στενότερο, το πλαίσιο, μέσα στο οποίο η ενέργεια μπορεί ή πρέπει να γίνει. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της διακριτικής ευχέρειας.

Η αρχή της νομιμότητας είναι συνέπεια των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος και συνακόλουθα της υπεροχής και του τεκμηρίου της αρμοδιότητας του νομοθετικού οργάνου, που συγκροτείται από αντιπροσώπους του εκλογικού σώματος. Με την υπαγωγή της Δημόσιας Διοίκησης, που αποτελεί την εκτελεστική εξουσία, στους κανόνες του δικαίου που θεσπίζονται με πράξεις του νομοθετικού οργάνου, επιδιώκεται η έμμεση υποταγή της Διοίκησης στο εκλογικό σώμα, δηλαδή, τον φορέα της λαϊκής κυριαρχίας. Η υποταγή αυτή εξασφαλίζεται στη συνέχεια με τις διάφορες μεθόδους ελέγχου της δράσης της Διοίκησης. Κατά κανόνα στις έννομες τάξεις που στηρίζονται στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η αρχή της νομιμότητας νοείται με τη δεύτερη προαναφερόμενη έννοια, κατά την οποία οι ενέργειες της Διοίκησης πρέπει είτε να είναι σύμφωνες προς τους κανόνες του δικαίου, που θεσπίζονται με πράξεις του νομοθετικού οργάνου και τους τυπικά ανώτερους ή ισοδύναμους προς αυτούς, είτε να βρίσκονται σε αρμονία προς αυτούς.
Ειδικότερα στην ελληνική έννομη τάξη, τα άρθρα 26παρ.2, 43, 50, 82, 83 και 95 παρ.1 του Συντάγματος καθιερώνουν την αρχή της νομιμότητας με την έννοια αυτή, χωρίς εξαίρεση, και συνεπώς η Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να προβαίνει σε νομικές πράξεις, δηλαδή, στην έκδοση διοικητικών πράξεων και τη σύναψη συμβάσεων , καθώς και σε υλικές ενέργειες, παρά μόνο βάσει αρμοδιότητας που παρέχεται από τις διατάξεις του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου ή του Συντάγματος ή νομοθετικών ή κανονιστικών πράξεων. Η δε νομιμότητα των ενεργειών της Διοίκησης κρίνεται βάσει του νομικού καθεστώτος που ισχύει κατά τον χρόνο της διενέργειάς τους.
_____________________________

Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου « Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», σελ. 85-87, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1997.