Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Λογοτεχνία

Ο Πόντιος Πιλάτος[1]

Ο Πόντιος, που ήξερε λίγη αστρονομία, έστρεψε το βλέμμα του προς τον ορίζοντα να δει αν είχε αρχίσει ν’ ανατέλλει ο Σκορπιός, ο μεγάλος και θαυμάσιος αστερισμός, που είχε καρδιά τον Αντάρη. Ο προκουράτωρ σκέφθηκε πως ήταν ακόμα πάρα πολύ νωρίς για να έχει φανεί ο αστερισμός κι’ έριξε το βλέμμα του πιο κοντά. Προς τον πύργο του Δαυΐδ, είδε την ανταύγεια μιας φωτιάς. Ταξιδιώτες, που δεν είχαν βρει κατάλυμα, αυτές τις μέρες του Πεσάχ; Ίσως προσκυνητές που προτίμησαν, αντί να στήσουν σκηνή έξω από τα τείχη, ν’ αγρυπνήσουν όλη νύχτα; Ο Πιλάτος πρόσεξε καλύτερα, πού ήταν η φωτιά αυτή. Μάλλον στο ανάκτορο του αρχιερέα Ιωσήφ Καϊάφα, στο προαύλιό του έπρεπε να είναι η φωτιά. Συνήθως, τέτοιαν ώρα, κανένα σημείο ζωής δεν υπάρχει σ’ ολόκληρη την κοιμισμένη πολιτεία, κι’ η ανταύγεια αυτή είναι σαν σήμα που μοιάζει πρόκληση στην νύκτια τάξη του κόσμου.

Λίγες ώρες πριν, κατά το δείλι της 13ης Νιζάν, η μυστική αστυνομία, ενισχυμένη στα Ιεροσόλυμα για τις μέρες αυτές, είχε ειδοποιήσει τον προκουράτορα ότι ο αμμαρκάλ του Ναού, ο εφημέριος αστυφύλακας, είχε συλλάβει, με την φρουρά του, τον Γιεσούα, τον ονομαζόμενοαπό τον λαό προφήτη, και τον είχε οδηγήσει στο ανάκτορο του Ιωσήφ Καϊάφα.

Ο αρχηγός της μυστικής αστυνομίας, Βουρούτιος, είχε αρχίσει να δείχνει, πάλι, ενδιαφέρον για τις κινήσεις αυτού του Γιεσούα πέντε ή έξη μέρες πριν, όταν ο Γαλιλαίος είχε φτάσει στην Βηθανία, κι’ από εκεί είχε πορευτεί στα Ιεροσόλυμα. Ο Πιλάτος καθήλωσε τα μάτια του στην ανταύγεια της φωτιάς και θυμήθηκε ότι ο Άννας, που δεν είχε εφέτος κανένα αξίωμα, αλλά διατηρούσε πολύ κύρος, τον είχε επισκεφθεί την δεύτερη μέρα της εβδομάδας και του είχε φερθεί με μεγάλη αβροφροσύνη, χωρίς να έχει η επίσκεψή του κανένα φανερό σκοπό. Ο Ρωμαίος κοιτάζει πάντα την ανταύγεια της φωτιάς κι’ ανεβαίνει μέσα του το βαθύ αίσθημα αποστροφής που νιώθει για τους Εβραίους, ιδίως γι’ αυτούς εδώ τους Ιεροσολυμίτες, που ζουν με επίκεντρο τον Ναό τους, στενοκέφαλοι και φανατικοί, μισαλλόδοξοι στο έπακρο κι’ έτοιμοι, πολλοί απ’ αυτούς, οι Σικαρείμ, να κάνουν φόνο για ν’ απαλλάξουν την πλάση από έναν άπιστο.

Ο Πόντιος Πιλάτος είχε αισθανθεί την αποστροφή αυτήν μόλις είχε πατήσει το πόδι του στην γη της Παλαιστίνης, χρόνια πριν, και είχε καταλάβει πόσο θα έμενε ξένος προς τον ανελλήνιστο αυτόν κόσμο τον συρρικνωμένο στον εαυτό του που, βαθύτατα καχύποπτος, δεν δεχόταν κανένα ξένο στοιχείο και δεν συμμετείχε, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να ενταχθεί στην ρωμαϊκή οικουμενική ζωή.

Τον χειμώνα και την άνοιξη ο Πιλάτος προτιμούσε να μένει στην Καισάρεια με τα γελαστά της περιβόλια, κοντά στην ακροθαλασσιά, αλλά το καλοκαίρι, όταν άρχιζε η μεγάλη ζέστη κι’ η βαρειά υγρασία, ανέβαινε στα Ιεροσόλυμα, όπου έμενε όσο μπορούσε λιγότερο. Ενώ στην Καισάρεια διέθετε ένα ευρύχωρο και άνετο ανάκτορο, εδώ στα Ιεροσόλυμα ήταν αναγκασμένος να μένει σ’ ένα στενάχωρο οίκημα, παράρτημα του πύργου Αντόνια. Στο ισόγειο ήταν το πραιτώριο και στο απάνω πάτωμα η κατοικία του προκουράτορα. Το συγκρότημα αυτό γειτνίαζε άμεσα με το μεγάλο προαύλιο του Ναού κι’ όταν έπεφτε ο ήλιος αντηχούσε, κάθε μέρα, σχεδόν μέσα στ’ αυτιά του Πιλάτου, η στριγγιά φωνή της χασσάν, της σάλπιγγας, με την οποία οι ιερείς καλούν τους Εβραίους στην βραδινή προσευχή τους. Ο Πιλάτος είχε προσπαθήσει, χωρίς όμως πολλήν επιμονή, να πείσει την Ρώμη ότι η αξιοπρέπεια του αντιπροσώπου της στα Ιεροσόλυμα επέβαλλε να κατοικεί στο μεγάλο ανάκτορο, που είχε χτίσει ο Ηρώδης και το είχε κληρονομήσει τώρα ο γιος του Ηρώδης Αντίπας, τετράρχης Γαλιλαίας. Αλλά η απάντηση της κεντρικής διοίκησης είχε έρθει αρνητική γιατό ο Αντίπας, ο επιτήδειος Ιδουμαίος, είχε κατορθώσει να έχει την εύνοια του Τιβερίου. Αριστοτεχνικός κόλακας, αυτός ο Ιδουμαίος. Τετράρχης Γαλιλαίας και Περαίας, είχε χτίσει μια πολιτεία στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ και την είχε ονομάσει Τιβεριάδα. Ο αυτοκράτωρ τόσο κολακεύθηκε, ώστε έδωσε σ’ αυτόν τον μελαψό μισοβάρβαρο το δικαίωμα ν’ αλληλογραφεί απ’ ευθείας με την Ρώμη, ενώ ο ίδιος ο Πιλάτος, Ρωμαίος ευπατρίδης, έπρεπε, κανονικά, ν’ αναφέρει στον ανθύπατο της Συρίας. Όσο ήταν ανθύπατος ο Ουιτέλλιος, ο Πιλάτος δεν είχε συναντήσει δυσκολίες, αλλά με τον διάδοχό του Κοπόνιο έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός.

Οι Εβραίοι ασφαλώς θα ήσαν λιγότερο εχθρικοί απέναντι στην Ρώμη, αν ο Οκτάβιος Αύγουστος, χρόνια πριν, δεν είχε κάνει το σοβαρό λάθος να διώξει από την εξουσία την εβραϊκή οικογένεια των Ασαμοναίων και να εγκαταστήσει τον Ηρώδη «βασιλέα» της Ιουδαίας. Τώρα οι δύο του γιοι ήσαν ο ένας τετράρχης της Γαλιλαίας κι’ ο άλλος, ο Φίλιππος, τετράρχης Γαυλωνίτιδος και Βατανέας. Δυστυχώς δεν είχαν διαφορές μεταξύ τους και ασφαλώς συμφωνούσαν οπωσδήποτε για να βλάπτουν, όσο μπορούν, τον Πιλάτο.

«Είμαι σαν βοσκός ενός ατίθασου κοπαδιού …» σκέφθηκε ο Πόντιος, «και δεν μπόρεσα να πείσω την Ρώμη ότι εδώ, στην μικρή αυτή αλλά σημαντική επαρχία, χρειάζεται μεγαλύτερη αυστηρότητα, εμφανέστερη παρουσία της εξουσίας …». Η λεγεών Περτίναξ ΙΙ έχει την έδρα της στην Αντιόχεια και ο Πιλάτος δεν έχει στην διάθεσή του παρά λίγες μονάδες επικουρικού στρατού, κάπως ατημέλητες, που δεν δίνουν διόλου την εντύπωση του μεγαλείου της Ρώμης. Κάθε χρόνο τέτοιαν εποχή, ο προκουράτωρ πρέπει ν’ αγωνιστεί για να πείσει τον ανθύπατο να στείλει, ειδικά για τα Ιεροσόλυμα, έναν λόχο λεγιωναρίων, ώστε οι προσκυνητές, που μαζεύονται χιλιάδες απ’ όλη την Παλαιστίνη για να εορτάσουν το Πεσάχ, να εντυπωσιάζονταί περισσότερο και να ξέρουν ότι κάθε απόπειρα ν’ αποτινάξουν τον ζυγό της Ρώμης θα είναι καταδικασμένη σε σκληρή αποτυχία.
_______________________


[1] Αγγέλου Σ. Βλάχου, «Η 14η Νιζάν», Εστία 1983.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Θάλασσα, Πίστη, Δοξασίες

Οι Βυζαντινοί και η θάλασσα[1]

Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν τις κοσμολογικές αντιλήψεις της αρχαιότητας. Πίστευαν έτσι ότι η γη είναι επίπεδη και περιβάλλεται από θάλασσα, ή μάλλον από ένα πλατύ ποταμό, τον Ωκεανό. Η ιδέα που είχαν για τη θάλασσα ήταν μείγμα δέους και θαυμασμού. Ταυτόχρονα ήταν διαποτισμένη από πλήθος δοξασιών, πολλές από τις οποίες μαρτυρούνται ήδη στις πηγές της αρχαιότητας. Η εικόνα της θάλασσας, όπως προβάλλεται μέσα από τα βυζαντινά κείμενα, είναι αμφίσημη: είναι το θαυμαστό στοιχείο που ανοίγει νέους ορίζοντες στην ανθρώπινη επικοινωνία, αλλά συνδέεται ταυτόχρονα με πολλούς κινδύνους. Βυζαντινοί συγγραφείς συνέταξαν ψόγους και εγκώμια για την θάλασσα. Το θαλασσινό ταξίδι σε αλίμενον πέλαγος, λέει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (4ος-5ος αιώνας), είναι ο φόβος των ναυτικών και το καράβι είναι, σύμφωνα με κάποιο επίγραμμα, δόλιον ξύλον, μέσον πλουτισμού αλλά και απώλειας. Ο εκκλησιαστικός ποιητής και επίσκοπος Ιωάννης Μαυρόπους (11ος αιώνας) το θεωρεί, κατά κάποιο τρόπο, έμψυχο ον, αφού μεταφέρει άλλα έμψυχα όντα. Στην παλαιοχριστιανική τέχνη, η παράσταση του πλοίου με ένα περιστέρι συμβολίζει το πέρασμα της ψυχής του νεκρού στην ειρήνη του παραδείσου. Στην εκκλησιαστική ποίηση, οι ποιητές – υμνογράφοι παρομοιάζουν συχνά τα πλήθη των αμαρτιών με το πέλαγος (ότι το πέλαγος πολύ των αμαρτημάτων μου Σωτήρ) και τη ζωή με την τρικυμισμένη θάλασσα (του βίου την θάλασσαν υψουμένην καθορώ). Σύμφωνα με τον Ονειροκριτικό, που αποδίδεται στον πατριάρχη Γερμανό (9ος αιώνας), η τρικυμία στα όνειρα προμηνύει δυστυχία, ενώ η ήρεμη θάλασσα είναι καλό σημάδι γι’ αυτόν που την ονειρεύεται.

Καλοί και κακοί οιωνοί

Για την πρόβλεψη του καιρού πέρα από την παρατήρηση των μετεωρολογικών φαινομένων, οι βυζαντινοί ναυτικοί παρακολουθούσαν τη στάση ή την κίνηση πουλιών ή ζώων (καλαμάρια, χταπόδια, δελφίνια) και ανάλογα συμπέραιναν κακοταριά (κακοκαιρία) ή καλοταριά (αίθριο καιρό). Ορισμένες ημέρες ή περίοδοι του χρόνου ήταν ορόσημα καιρικών μεταβολών και ευρεία φαίνεται να ήταν η διάδοση των ωροσκοπίων για θαλασσινά ταξίδια. Οι αλκυονίδες ημέρες ή επταγάληνα (14 έως 28 Δεκεμβρίου) θεωρούνταν παραδοσιακά περίοδος νηνεμίας, ενώ οι γιορτές πολλών αγίων, όπως της αγίας Θέκλας, του αγίου Δημητρίου, του αγίου Μηνά και άλλων, συνδέονταν με συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες. Η Τρίτη, η Πέμπτη αλλά και το Σάββατο μερικές φορές, αφιερωμένο από την Εκκλησία στην μνήμη των νεκρών, ήταν γρουσούζικες ημέρες, και οι ναυτικοί απέφευγαν τον απόπλου. Οι κίνδυνοι και η αβέβαιη έκβαση των θαλασσινών ταξιδιών ωθούσαν τους Βυζαντινούς να καταφεύγουν στους ωροσκόπους που τους έδιναν πληροφορίες με βάση την αστρολογία (καταρχαί) σχετικά με το πλοίο που ανέμεναν και του οποίου η τύχη αγνοείτο. Άλλοτε, όμως, οι «καταρχές» αποσκοπούσαν στην εκ των υστέρων ερμηνεία των όσων συνέβησαν στη διάρκεια του ταξιδιού. Φυσικά, η ερμηνεία αυτή βασιζόταν στις θέσεις που κατείχαν οι πλανήτες την ώρα που συνέβη ένα περιστατικό.

Άγιοι των ναυτικών

Η θρησκευτικότητα των ανθρώπων της θάλασσας στο Βυζάντιο ήταν, όπως είναι φυσικό, μείγμα χριστιανικής πίστης και λαίκών διξασιών. Προστάτης των βυζαντινών ναυτικών ήταν ο άγιος Φωκάς από τον Πόντο, που άλλες πηγές αναφέρουν ως ναυπηγό που μαρτύρησε στους διωγμούς και άλλες ως επίσκοπο Σινώπης και ιερομάρτυρα. Σύμφωνα με το συναξάρι του, όντας ακόμη παιδί, ο άγιος έδιωξε το δαίμονα που κατοικούσε σ’ ένα πλοίο και καταπράυνε την τρικυμία. Τα θαύματα του άγιου Φωκά συνεχίστηκαν και μετά το μαρτυρικό του τέλος. Ο εγκωμιαστής του, Αστέριος επίσκοπος Αμάσειας, βεβαιώνει ότι στις τρικυμίες ο ίδιος ο άγιος τέντωνε τα πανιά, πρόσεχε να μην πέσει το καράβι σε βράχους και φρόντιζε να μην αποκοιμηθεί ο καπετάνιος. Αργότερα, άρχισε να διαδίδεται παράλληλα και η φήμη του αγίου Νικολάου, επισκόπου Μύρων της Λυκίας, παραθαλάσσιας πόλης στην νοτιοδυτική Μικρά Ασία, όπου υπήρχε και το μεγάλο προσκύνημα του αγίου. Στην διάδοση της λατρείας του μυροβλήτη και θαυματουργού αγίου συνέβαλλαν ιδιαίτερα οι ναυτικοί που άραζαν με τα καράβια τους στα Μύρα. Εξυπακούεται ότι τα τάματα ήταν αναπόσπαστο μέρος της τιμής του αγίου Φωκά και του αγίου Νικολάου.

Θρησκευτικές πράξεις και δοξασίες

Διάφορες πράξεις ευσέβειας συνόδευαν την ναυπήγηση του πλοίου αλλά και τα ταξίδια. Όταν ναυπηγούσαν το καράβι τοποθετούσαν σταυρό στην πρύμνη ή στην πλώρη. Οι εικόνες είχαν απαραιτήτως θέση στο σκάφος, ειδικά μάλιστα στον κράββατο, την καμπίνα του κυβερνήτη. Για να πάει καλά το ταξίδι, μερικοί βυζαντινοί ναυτικοί χάραζαν το αίτημά τους σε κάποιο βράχο της ακτής: Κύριε σώσον την σύμπλοιαν. Στις αποτροπαϊκές πράξεις η μαγεία συμβάδιζε με τον χριστιανισμό. Έτσι, προκειμένου να κάνουν να κοπάσει ο βίαιος άνεμος, κατέφευγαν στους καταδέσμους, γνωστούς και από τα νεώτερα χρόνια: οι ναυτικοί έγραφαν κάποιους συγκεκριμένους ψαλμούς και τοποθετούσαν το χαρτί στον πάτο του καραβιού ή κρατούσαν μαυτομάνικο μαχαίρι και ταυτόχρονα απήγγελαν το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Σε ορισμένα περάσματα οι βυζαντινοί ναυτικοί φαίνεται ότι εξασφάλιζαν από τη θάλασσα την καλοκαιρία με το ρίξιμο σ’ αυτήν ψωμιού ή άλλων τροφών. Οι περισσότερες από αυτές τις δοξασίες επιβίωσαν μέχρι και τους νεώτερους χρόνους.
________________________

[1] Κείμενο του Γιάννη Βιταλιώτη από τα «Ταξίδια στις Βυζαντινές Θάλασσες», μια έκδοση της Δ/νσης Βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

η εξωτερική πολιτική της Δικτατορίας

Δικτατορία και ΗΠΑ[1]

Τον Μάιο του 1967 η αμερικανική κυβέρνηση αντέδρασε στο πραξικόπημα αναστέλλοντας την αποστολή προς την Ελλάδα βαρέων όπλων [αρμάτων, αεροσκαφών, πυροβολικού]. Το αμερικανικό αυτό «εμπάργκο» στην παροχή βαρέος στρατιωτικού υλικού δεν διήρκεσε όμως πολύ, γιατί ο πόλεμος των έξι ημερών μεταξύ Ισραήλ και Αράβων (Μάιος 1967) αναβάθμισε κατά τις αμερικανικές εκτιμήσεις την στρατηγική σημασία των βάσεών τους στην Ελλάδα. Όπως θα πει αργότερα ο Αμερικανός πρόεδρος Ρ. Νίξον, «χωρίς βοήθεια στην Ελλάδα και την Τουρκία δεν υπάρχει βιώσιμη πολιτική για την προστασία του Ισραήλ». Χωρίς να ανακοινωθεί ο,τιδήποτε επίσημα, το «εμπάργκο» έπαυσε να εφαρμόζεται.

Η σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία (Αύγουστος 1968) χρησιμοποιήθηκε από τις ΗΠΑ ως πρόσχημα για την «προσωρινή» χορήγηση, στο πλαίσιο των προγραμμάτων βοήθειας, πλοίων, αεροσκαφών και ορισμένων αρμάτων [τα τελευταία αυτά είχαν προγραμματιστεί για παράδοση πριν από το πραξικόπημα, αλλά η χορήγησή τους αναβλήθηκε μετά την 21η Απριλίου]. Εξάλλου ακώλυτα εξακολουθούσαν να λειτουργούν και οι αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα που απασχολούσαν τότε προσωπικό 8.000 ατόμων και στοίχιζαν στις ΗΠΑ 30 σχεδόν εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Εξάλλου, το 1969 η δικτατορία ανανέωσε για δέκα χρόνια την συμφωνία Ελλάδας – ΗΠΑ για την Φωνή της Αμερικής.

Από τον Σεπτέμβριος του 1969 και μετά η πολιτική των ΗΠΑ προς την Ελλάδα άρχισε να γίνεται ευνοϊκότερη. Η εξέλιξη αυτή είχε προφανώς τις ρίζες της στο πραξικόπημα που έγινε στην Λιβύη (Σεπτέμβριος 1969) και που οδήγησε στην απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων μέσα σε λίγους μήνες. Η ανάγκη μεταφοράς ορισμένων δραστηριοτήτων των βάσεων [όπως έγινε με την χρήση του Πεδίου Βολής Κρήτης από τα αεροσκάφη του Έκτου Στόλου], καθώς και η αυξανόμενη ανησυχία των ΗΠΑ για την μονιμότερη παρουσία του σοβιετικού ναυτικού στην Μεσόγειο, και για την όξυνση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων, οδήγησαν σε αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής προς την δικτατορία.

Έναν χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1970, ανακοινώνεται στην Ουάσινγκτον ότι θα επαναλαμβάνονταν κανονικά οι αποστολές στρατιωτικού υλικού προς την Ελλάδα. Ο λόγος που προβλήθηκε ήταν η ανάγκη συνοχής του ΝΑΤΟ και η ελληνική συμβολή στην δυτική άμυνα. Η στρατηγική σημασία της Ελλάδας «είχε υπογραμμισθεί με σαφήνεια κατά τους τελευταίους μήνες από διάφορα γεγονότα της Ανατολικής Μεσογείου».


Η νέα αμερικανική πολιτική έγινε εμφανέστερη με μια σειρά επισήμων επισκέψεων στην Ελλάδα Αμερικανών αξιωματούχων, με πρώτο τον υπουργό Άμυνας Μ. Λαιρντ. Λίγο αργότερα, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ρ. Νταίηβις συνόψιζε σε κατάθεσή του στο κογκρέσο τις δύο πτυχές της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην δικτατορία: «Η βασική πολιτική μας απέναντι στην Ελλάδα ήταν η προστασία των σημαντικών στρατηγικών συμφερόντων μας στην χώρα και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής, παράλληλα με την διατήρηση σχέσεων συνεργασίας με το καθεστώς, μέσα από τις οποίες μπορούμε να ασκήσουμε την επιρροή μας για να ενθαρρύνουμε την επιστροφή στο κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης».

Σιγά – σιγά, κι ενώ η πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στους συνταγματάρχες γινόταν ολοένα και πιο φιλική, το Κογκρέσο άρχισε από την πλευρά του να αντιδρά εντονότερα, χρησιμοποιώντας ως μοχλό την βοήθεια που οι ΗΠΑ χορηγούσαν στην Ελλάδα (αρχές 1971). Τον Οκτώβριο του 1971 επισκέφθηκε την Ελλάδα ο ελληνικής καταγωγής αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Σ. Άγκνιου. Ήδη, από τον Σεπτέμβριο, το υπουργείο Ναυτικών των ΗΠΑ είχε ζητήσει από την Ελλάδα την παροχή λιμενικών διευκολύνσεων στον Έκτο Στόλο και ο Σ. Άγκνιου επανέλαβε στον Γ. Παπαδόπουλο το αμερικανικό αίτημα. Ένα από τα κίνητρα που ώθησαν τις ΗΠΑ στην απόφασή τους αυτή για διεύρυνση της παρουσίας τους στην Ελλάδα ήταν και η ανησυχία τους για τις προοπτικές μελλοντικής πρόσβασής τους στις εγκαταστάσεις της Μάλτας, αφού στις πρόσφατες εκλογές η νέα κυβέρνηση της Μάλτας είχε κάνει σαφή την πρόθεσή της να απομακρύνει τις βάσεις που διέθεταν εκεί οι Βρετανοί.

Οι διαπραγματεύσεις για την παροχή «μόνιμου αγκυροβολίου» στον Έκτο Στόλο στην περιοχή της Ελευσίνας κράτησαν πάνω από ένα χρόνο. Το καθεστώς της 21ης Απριλίου έβλεπε στον ελλιμενισμό του αμερικανικού ναυτικού την σύσφιγξη των σχέσεών του με τις ΗΠΑ και το εξαναγκασμό της Ουάσινγκτον σε πλήρη υποστήριξη των συνταγματαρχών. Το θέμα ήρθε παράλληλα προς εξέταση και στο αμερικανικό Κογκρέσο, όπου επισημάνθηκαν οι αρνητικές συνέπειες για την δημοκρατία στην Ελλάδα. Επικράτησαν όμως τα στρατηγικά συμφέροντα και οι Αμερικανοί στρατιωτικοί υποστήριξαν με θέρμη το σχέδιο ελλιμενισμού του Έκτου Στόλου (ενός αεροπλανοφόρου και 6 αντιτορπιλλικών) στην Ελευσίνα, προβάλλοντας την τοποθεσία ως ιδανική από κάθε άποψη.

Ο ελλιμενισμός των αντιτορπιλλικών άρχισε να εφαρμόζεται τον Σεπτέμβριο του 1972, πριν ακόμα επέλθει γραπτή συμφωνία. Η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε κατ’ αρχήν τον Ιανουάριο του 1973, αλλά οι διαπραγματεύσεις συνεχίσθηκαν προκειμένου να ρυθμιστούν ορισμένα τεχνικά ζητήματα. Στις συνομιλίες αυτές το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δεν είχε σχεδόν καμία συμμετοχή, αφού τα πάντα αποφασίζονταν από τους στρατιωτικούς. Κατά τα τελικά στάδια της διαπραγμάτευσης εκδηλώθηκαν εξάλλου διαμαρτυρίες από την Σοβιετική Ένωση, ο τόνος τους ήταν όμως μάλλον χλιαρός και δεν απέδωσαν κανένα αποτέλεσμα. Σύμφωνα με το κείμενο της «τεχνικής συμφωνίας» που υπογράφηκε από τους εκπροσώπους του ναυτικού των δύο πλευρών, η διάρκειά της θα ήταν πενταετής. Άλλες διατάξεις ρύθμιζαν τα της δημιουργίας και λειτουργίας εκτεταμένων εγκαταστάσεων διοικητικής μέριμνας που χαρακτηρίστηκαν «το μεγαλύτερο αγκυροβόλιο του αμερικανικού ναυτικού στην Ευρώπη».

Λίγες μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας η ελληνική κυβέρνηση ανήγγειλε επίσημα ότι παραιτείτο από την δωρεάν στρατιωτική βοήθεια που της χορηγούσαν οι ΗΠΑ (την χρονιά εκείνη ανερχόταν σε 15 εκατομμύρια δολάρια). Με τον τρόπο αυτόν η δικτατορία ήλπιζε ότι θα απέφευγε τις πιέσεις από την πλευρά του Κογκρέσου.

Κατά τη διάρκεια του νέου αραβο-ισραηλινού πολέμου του Γιομ Κιπούρ (Οκτώβριος 1973), η ελληνική κυβέρνηση τήρησε ουδέτερη στάση εξαιτίας των παραδοσιακών φιλικών σχέσεων που είχε με τις αραβικές χώρες. Σύμφωνα με την δήλωση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών «ο ελληνικός χώρος, θαλάσσιος και εναέριος, δεν χρησιμοποιείται δι’ οιανδήποτε ενέργειαν σχέσιν έχουσαν με την εμπόλεμον κατάστασιν εις την Μέσην Ανατολήν». Πέρα από την επίσημη και απόλυτη αυτή δήλωση της ελληνικής κυβέρνησης, ήταν γεγονός ότι οι ΗΠΑ μπορούσαν να υπολογίζουν στις στρατιωτικές τους διευκολύνσεις στην Ελλάδα σε περίπτωση αυξημένου κινδύνου για το Ισραήλ. Φαινεται μάλιστα ότι στην πραγματικότητα οι ΗΠΑ πέτυχαν με πλήρη συσκότιση τον ανεφοδιασμό των δυνάμεών τους στη Σούδα, κατά τη διάρκεια της κρίσης. Το γεγονός άλλωστε αυτό, καθώς και άλλα περιστατικά εξωσυμβατικής χρήσης των εγκαταστάσεων, οδήγησαν την ελληνική κυβέρνηση στο να ζητήσει την αναθεώρηση των σχετικών συμφωνιών.
________________________

[1] Γιάννη Βαληνάκη, «Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1949-1988», εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1989.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Λογοτεχνία

Η γιαγιά κι ο παππούς[1]

Το σπίτι μας απείχε μισή ώρα πάνω-κάτω απ’ την Κηφισιά. Ήταν στο κάτω μέρος που είναι τα περιβόλια, στη μέση ενός κάμπου, κάπως μόνο του, αφού για να πας στο πιο κοντινό σπίτι, στου Παρηγόρη του γιατρού, ήθελες δέκα λεφτά γεμάτα. «Να σου βγαίνει η πίστη με το ψώνιο», έλεγε η γριά μας υπηρέτρια η Ροδιά.

Το ‘χε χτίσει ο παππούς όπως το ‘θελε. Δωμάτια μεγάλα, τετράγωνα, ψηλοτάβανα, δύο ταράτσες όπου λιάζαμε τα καλαμπόκια κι ό,τι άλλο, σε ξεχωριστή οικοδομή το σπιτάκι του περιβολάρη, και παρακάτω ο στάβλος και τα κοτέτσια. Ιδιαίτερα είχε προσέξει τον κήπο, κι όχι μονάχα γιατί ήτανε γεωπόνος αλλά γιατί τ’ αγαπούσε τα δέντρα. Τα φύτευε με τα χέρια του, τα μεγάλωνε σαν παιδιά, θυμότανε τις αρρώστιες τους, τους χιονιάδες που τα χτύπησαν, τους κακούς αέρηδες που λύγισαν τους κορμούς τους. Και τα μπόλια τους θυμόταν, και τον καιρό που πρωτοκάρπισαν. Τα «δέντρα», έλεγε, «είναι ολάκερη δημιουργία. Το ρίζωμά τους στη γη δείχνει πως όλα τα πλάσματα είναι δεμένα μεταξύ τους και με τον Θεό». Και την άνοιξη ξαπλωνόταν κάτω απ’ τη μηλιά του – η μηλίτσα του παππού λέγαμε εμείς τα παιδιά, - κι άκουγε τη βουή απ’ τις μέλισσες που τρύπωναν στα λουλούδια της για να πάρουν τη χρυσή σκόνη.

Μου φαίνεται πως ο καημένος ο παππούς το χτήμα τό ‘χε για παρηγοριά. Γιατί είχε χάσει τη γιαγιά όταν η μητέρα κι η θεία Τερέζα ήτανε πέντε και εφτά χρονών. Δεν την είχε πάρει ο χάρος. Ζωντανός την είχε πάει, ένας μουσικός που πέρασε από την Αθήνα κι έδωσε δύο κοντσέρτα. Στο πρώτο η γιαγιά τον ερωτεύτηκε – γνωριστήκανε στο μεταξύ – κι ύστερα από το δεύτερο δεν άνθεξε, έφυγε μαζί του. Ξένοι βλέπεις και ταιριάξανε. Γιατί η γιαγιά δεν ήταν από δω. Ήταν από την Πολωνία κι είχε μάτια πράσινα. Απόρησα πολύ όταν η Ροδιά μου πρωτοφανέρωσε όλα τούτα. Ήταν θυμάμαι βράδυ χειμωνιάτικο και καθόμαστε στην κουζίνα και βράζαμε γλυκοπατάτες. Γιαγιά να κάνει τέτοιο πράγμα δε μου χώραγε στο κεφάλι. Το ‘πα στη Ροδιά. «Μα κουτό», μου αποκρίθηκε, «τότε δεν ήτανε γιαγιά, αφού η μάνα σου κι η θεία Τερέζα ήτανε τόσες δα». Αλήθεια, τότε δεν ήτανε γιαγιά … «Δε μάθαμε ποτέ πού πήγε», είπε συνέχεια η Ροδιά. «Ποιος ξέρει τί να γίνεται, αν ζει … Ο παππούς ούτε να την ξανακούσει από τότε …».

Πραγματικά κανείς δεν ανέφερε τ’ όνομά της. Ούτε η μητέρα ούτε η θεία Τερέζα. Μόνο εμείς καμιά φορά τη σκεφτόμαστε – είχαμε ανακαλύψει και μια φωτογραφία της σε μια παλιά κονσόλα, Θεέ μου, τί όμορφη που ήταν … – και για να την ξεχωρήσουμε από την άλλη, τη μητέρα του πατέρα που ήταν μια δέσποινα με άσπρα μαλλιά και πικραμένο χαμόγελο, ποιος ξέρει από τί ανεκπλήρωτους πόθους, τις λέγαμε γιαγιά κι η Πολωνίδα γιαγιά.

- Εγώ, τί να σας πω, τη θαυμάζω, τους είπα ένα απόγευμα που κουβεντιάζαμε γι’ αυτήν ξαπλωμένες στα στάχυα.
- Μπα; Έκανε αφηρημένα η Ινφάντα.
- Γιατί; Ρώτησε η Μαρία μ’ ενδιαφέρον.
- Να ήτανε γενναία. Να φύγει έτσι, μακριά απ’ τον παππού …
- Γενναίος είναι όποιος μένει
, μ’ έκοψε η Μαρία, κι η Ινφάντα δεν είπε τίποτα πάνω σ’ αυτό.

Μου φαίνεται πως η Μαρία είχε τότες δίκιο, και πως εγώ μίλησα έτσι γιατί ήμουνα μικρή. Αργότερα σκέφτηκα πως, για την Πολωνίδα γιαγιά, μακριά ήταν εδώ κι όχι εκεί.
_____________________________


[1] Από το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, «Τα Ψάθινα Καπέλα», εκδόσεις Κέδρος, 1974

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

η προεπαναστατική "άνοιξη" του ελληνισμού

Οι εσωτερικές δυνάμεις του Έθνους[1]

Η ανάπτυξη του εσωτερικού εμπορίου της (Οθωμανικής) αυτοκρατορίας (από τα τέλη ήδη του 18ου αιώνα), που είχε πλέον αρχίσει σταδιακά να περνά, κατά μεγάλο ποσοστό, σε ελληνικά χέρια, αλλά και η ελληνική συμμετοχή στο εξωτερικό εμπόριο (στον Εύξεινο Πόντο, την κεντρική και δυτική Μεσόγειο, αλλά και έξω από αυτήν) έδινε στους τολμηρούς ευκαιρίες πλουτισμού και ευρύτερες προοπτικές για οικονομικές, εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες, οι οποίες σε άλλους καιρούς θα ήταν αδιανόητες. Η οικονομική όμως ανάκαμψη και η αύξηση των δυνατοτήτων για επιχειρηματικές πρωτοβουλίες θα επηρέαζε, όπως ήταν επόμενο, και τον χαρακτήρα των ανθρώπων που συνδέονταν με αυτές. Η ικανοποίηση, εξάλλου, από τον επιτυχημένο ανταγωνισμό τους με τους ξένους ναυτικούς και εμπόρους, θα προσδώσει στις εκδηλώσεις των ντόπιων οικουμενικών παραγόντων αυτοπεποίθηση και διάθεση για χειραφέτηση.

Το γεγονός αυτό δεν ήταν δυνατόν να μην επιδράσει και στους πολιτικούς προσανατολισμούς των ελλήνων. Το παρατήρησαν, άλλωστε, και οι ξένοι παρατηρητές των ελληνικών πραγμάτων. Στις αρχές του 19ου αιώνα η ανησυχία των Ευρωπαίων που εκμεταλλεύονταν τις οθωμανικές αγορές άρχισε να εκδηλώνεται πια με σαφείς απειλές για την ίδια την απελευθερωτική προσπάθεια των Ελλήνων και την επιθυμία τους να δημιουργήσουν δικό τους ανεξάρτητο κράτος: «Η ανεξαρτησία των Ελλήνων» - ομολογεί στα 1813 ο «φιλέλληνας» Ντάγκλας – «πρέπει να αποτελεί πάντοτε αντικείμενο ανησυχίας για την Αγγλία. Γιατί στην θάλασσα έχουν δείξει ως τώρα παραδείγματα τόλμης και μεγάλης αντοχής. Η επιτυχία των ναυτικών της Ύδρας θα μπορούσε να μην μας διαθέσει ευνοϊκά στις ευχές για τη δημιουργία μεγάλου έθνους. Η Ελλάδα μόνο με το εμπόριο θα μπορούσε να γίνει μεγάλη. Αλλά, αν ενωθεί η Κωνσταντινούπολη με το Αιγαίο υπό την διακυβέρνηση ενός δραστήριου και εμπορικού λαού (όπως οι Έλληνες), θα ήταν στον ύψιστο βαθμό επικίνδυνη κατάσταση για την ναυτική μας δύναμη …».

Η οικονομική δραστηριότητα του ελληνικού στοιχείου συνοδεύτηκε από παράλληλη δημογραφική ανάπτυξη. Παρ’ όλα αυτά στη φάση εκείνη της ιστορίας των Ελλήνων δεν ήταν τόσο η αντικειμενική δημογραφική πραγματικότητα που είχε ιδιαίτερη σημασία, όσο η αίσθηση της ποιοτικής (οικονομικής και πολιτιστικής) υπεροχής. Η αντίληψη, βέβαια, ότι το ελληνορθόδοξο στοιχείο υπερτερούσε πολιτιστικά σε σύγκριση με το κυρίαρχο μουσουλμανικό, αλλά και με τους άλλους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν διάχυτη ήδη από τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Αλλά ως τον 18ο αιώνα η υπεροχή συνδεόταν περισσότερο με κριτήρια θρησκευτικά, στην πρώτη περίπτωση, και γλωσσικά και ιστορικά, στην δεύτερη, σε συσχετισμό, ασφαλώς, και με τον ρόλο της εκκλησιαστικής ηγεσίας. Όμως από τα μέσα και περισσότερο από τα τέλη του 18ου αιώνα, η επιβλητική θέση του ελληνόφωνου στοιχείου στηριζόταν και σε επιχειρήματα που δικαιολογούνταν από πιο συγκεκριμένες και πιο πρόσφατες επιτεύξεις: από την αναμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία του, κατά την ίδρυση και τη διοργάνωση ποικίλων εκπαιδευτηρίων εντός και εκτός του καθεαυτού ελλαδικού χώρου), από την μεγάλη – και συχνά αποκλειστική – κυκλοφορία του ελληνικού εντύπου, τόσο του εκκλησιαστικού, όσο και του λαϊκού, που ήταν τώρα προσανατολισμένο στην προβολή περισσότερο του στενότερου «ελληνικού» στοιχείου, παρά στην επανάληψη του ευρύτερου χριστιανικού και ορθόδοξου, από τον πρωτοποριακό ρόλο των Ελλήνων της ελληνικής χερσονήσου κατά την οικονομική και πολιτιστική σύνδεση του κόσμου της νοτιοανατολικής Ευρώπης με την «φωτισμένη» Δύση.

Η πολιτιστική υπεροχή δεν προβαλλόταν μόνο προς τα έξω, προς τους άλλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και προς τα μέσα, στην ίδια την ελληνική κοινωνία. Όταν η οικονομική άνοδος συνδυαζόταν με παιδεία και λογιότητα, οδηγούσε στην κοινωνι8κή προαγωγή, με γενικότερες συνέπειες σε κοινωνικές ανακατατάξεις. Η Εκκλησία, βέβαια, και, ως ένα βαθμό, και οι παραδοσιακοί «άρχοντες» του Φαναρίου εξακολουθούσαν να κρατούν τον αδιαμφισβήτητο ηγετικό τους ρόλο στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, οι νέες πραγματικότητες – οικονομικές, πολιτιστικές και κοινωνικές – μείωναν την σημασία τους, ανοίγοντας τον δρόμο σε νέους, δυναμικότερους παράγοντες. Οι κατεστημένες δυνάμεις, δεν θα ενδώσουν, αλλά τα γεγονότα θα τις ξεπεράσουν. Ένα τμήμα του Γένους θα αψηφήσει «θεούς και δαίμονες» (κατά την έκφραση του Κοραή) και θα επιζητήσει τον «φωτισμόν» του και την διαμόρφωση του πολιτικού του μέλλοντος με οδηγούς νέους «αποστόλους».

Οι Ρωμαίοι –διαμηνύει αγανακτισμένος στην τσαρίνα ο Λάμπρος Κατσώνης, που συνέχισε (ακόμα και μετά την υπογραφή της ρωσοτουρκικής ειρήνης του Ιασίου) τις ναυτικές του επιχειρήσεις στο Αιγαίο με τον στολίσκο του που είχαν χρηματοδοτήσει Έλληνες της Τεργέστης – αποφάσισαν, αφήνοντας πλέον τα μακρινάς και ατελευτήτους εκτάσεις των ελπίδων … να κάμουν την εκδίκησίν εις τους εχθρούς τους (τους Οθωμανούς) χωρίς των επιστατών, οπού διά άλλο δεν εδούλευσαν, παρά διά να αδικήσουν τους Ρωμαίους … Την ίδια εποχή (1791) και ο Ρήγας θα διακηρύξει την εμπιστοσύνη του στις εσωτερικές δυνάμεις των ίδιων των ραγιάδων:

Μην ελπίζετε εις ξένους
και υιούς νενοθευμένους
η Πατρίς να λυτρωθεί.
Της Ελλάδος η πριν δόξα
με των τέκνων της τα τόξα
θέλει πάλιν επιστρέψει
νέους ήρωας να στέψει …

___________________

[1] Ι. Κ. Χασιώτη, «Μεταξύ Οθωμανικής Κυριαρχίας και Ευρωπαϊκής Πρόκλησης», σελ. 224-226, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Ναυτιλία και πόλεμος

Το εμπόριο του πολέμου[1]

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι [στα τέλη της δεκαετίας του ‘30] οι Γερμανοί, με το εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριών τους και την ικανότητα να αποκρυπτογραφούν τη διπλωματική επικοινωνία, όχι μόνο των Δυτικών αλλά και των συμμάχων τους, όπως των ιταλών, Ούγγρων κ.ά., ,ε τις διάφορες υπηρεσίες τους, το Τμήμα Ερευνών, το forschungsamt, την κρυπτογραφική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών και την υπηρεσία αντικατασκοπείας του Στρατού [Abwehr] – και διαθέτοντας πολλούς φίλους όχι μόνο στα Βαλκάνια αλλά και στην Αθήνα, όπου τίποτα δεν έμενε μυστικό για πολύ καιρό, ασφαλώς θα ήσαν ενήμεροι των μυστικών φιλοαγγλικών τοποθετήσεων της μεταξικής δικτατορίας και θα έβγαζαν τα ανάλογα συμπεράσματα. Αλλά και οι Ιταλοί είχαν ανάλογες δυνατότητες. Έτσι παρέδωσαν στον Ρίμπεντροπ αποκρυπτογραφημένο τηλεγράφημα του Έλληνα πρέσβυ στη Μόσχα προς την Αθήνα, όπου ανέφερε τα διαμειφθέντα σε δίωρη συνομιλία του, στις 6 Ιουλίου 1940, με τον Βρετανό συνάδελφό του Κριπς.

Οι Γερμανοί ιθύνοντες παρακολουθούν και αποφεύγουν να λάβουν θέση αγνοούντες τις μεταξικές παρεκκλίσεις, αφού αυτές δεν είναι ακόμα επιβλαβείς, τηρούνται τα προσχήματα της ουδετερότητας και δεν διαταράσσεται η ειρήνη στα Βαλκάνια, κύριο μέλημα της εξωτερικής τους πολιτικής. Συνεχίζουν δε τόσο την οικονομική τους δραστηριότητα όσο και την ανάπτυξη των πολιτικών και πολιτιστικών σχέσεων με τη χώρα μας.

Η πρώτη σοβαρή διαμαρτυρία της Γερμανίας, μέσω της πρεσβείας της στην Αθήνα, είχε ως αφορμή την πώληση πυρομαχικών του εργοστασίου Μποδοσάκη Α.Ε. Ελληνικού Πυριδιτοποιείου και Καλυκοποιείου στην ισπανική κυβέρνηση, λίγο μετά την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου που ως γνωστόν, ξέσπασε με το κίνημα του Φράνκο στο ισπανικό Μαρόκο, στις 8 Ιουλίου 1936.

Γάλλος μεσάζων, με διασυνδέσεις με οικονομικούς κύκλους στο Λονδίνο, επισκέφθηκε τον Μποδοσάκη, στενό φίλο του Μεταξά, και επέτυχε την αγορά πέντε εκατομμυρίων φυσιγγίων και παλαιού υλικού πολέμου του στρατού για λογαριασμό της νόμιμης ισπανικής κυβέρνησης σε ικανοποιητική τιμή, και το οποίο μεταφέρθηκε με ελληνικά, ως επί το πλείστον, πλοία στην Ισπανία. Σημειωτέον ότι η ελληνική εμπορική ναυτιλία, η οποία υπέστη σοβαρές απώλειες από τις ένοπλες επιθέσεις του γερμανικού πολεμικού ναυτικού λόγω της συνεργασίας της, κατά την διάρκεια του πολέμου, με το αγγλικό στρατόπεδο, ήταν σοβαρή ναυτιλιακή δύναμη και αριθμούσε το 1938, 600 περίπου πλοία χωρητικότητας 1.870.000 τόνων, καταλαμβάνουσα την 10η θέση στον κόσμο.

Η γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα σε έκθεσή της αναφέρει ότι «έχει εξακριβωμένες πληροφορίες ότι οι Έλληνες εφοπλιστές ενοικιάζουν τα σκάφη τους στους Ρώσους για διενέργεια μεταφορών για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο […]. Τα ελληνικά φορτηγά τροφοδοτούν και προμηθεύουν τους Ισπανούς κομμουνιστές αφού ακολουθήσουν την μέσω Βοσπόρου θαλάσσια οδό προς Οδησσό». Σε διάβημά της ο Πολιτικός Διευθυντής Μελάς τόνισε ότι δεν υπάρχουν Έλληνες εφοπλιστές που διαθέτουν τα πλοία τους γι’ αυτόν τον σκοπό και, εν πάση περιπτώσει, η ελληνική κυβέρνηση θα λάβει όλα τα μέτρα για να εμποδίσει τέτοιες ενέργειες. Εν τούτοις, η πρεσβεία αμφιβάλλει εάν το εμπόριο όπλων προς την Ισπανία θα σταματήσει εν’ όψει του γεγονότος ότι οι Σοβιετικοί προσφέρουν υψηλούς ναύλους, που δελεάζουν τους Έλληνες εφοπλιστές.

Από τη μεριά της η ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου τηλεγραφεί ότι οι Γερμανοί εγνώριζαν τις δραστηριότητες των Ελλήνων εφοπλιστών σχετικά με το εμπόριο όπλων προς τη νόμιμη ισπανική κυβέρνηση, και προειδοποιεί ότι οι ενέργειες αυτές μπορούσαν να επηρεάσουν τις καλές σχέσεις των δύο χωρών.

Άλλος τρόπος που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες εφοπλιστές για τη διεξαγωγή του λαθρεμπορίου όπλων ήταν η συχνή αλλαγή σημαίας και επωνυμίας στα πλοία τους.

Έτσι η ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο σε έγγραφό της αναφέρεται σε περιστατικό που κατ’ αυτήν αποτελεί δυσφήμιση της ελληνικής ναυτιλίας, διότι πλοίο υπό ελληνική σημαία άλλαξε επωνυμίες για να αποφύγει εντοπισμό του λόγω μεταφοράς πολεμοφοδίων στους Ισπανούς εθνικιστές. Το γεγονός αυτό αποκαλύφθηκε όταν το πλοίο προσάραξε στον βαλτικό λιμένα Libau.

Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε τις γερμανικές αιτιάσεις ως ανακριβείς. Η ελληνική κυβέρνηση, πάντως, όπως είπε ο Μεταξάς στον Γερμανό πρέσβυ, διάκειται συμπαθώς προς τον Φράνκο, αλλά προς το παρόν αποκλείεται αναγνώρισή του.

Ως γνωστόν είχε συμφωνηθεί από τον Σεπτέμβριο του 1936 η μη επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Συνεστήθη δε και «Επιτροπή μη επεμβάσεως», χωρίς βεβαίως καμιά Δύναμη να σεβασθεί τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε.

Το εμπόριο όπλων προς την Ισπανία, κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, είχε προσλάβει «μαφιόζικη» μορφή. Έλληνες επιχειρηματίες και εφοπλιστές με επικεφαλής τον Μποδοσάκη, που είχε στενές σχέσεις με τον Μεταξά, πωλούσαν και μετέφεραν στην Ισπανία όπλα και πολεμικό υλικό από τα αποθέματα του ελληνικού στρατού και προς τους δύο αντιμαχομένους στον εμφύλιο πόλεμο, κυρίως, όμως, στην νόμιμη δημοκρατική κυβέρνηση. Το εμπόριο αυτό διεξαγόταν μέσω εικονικών εταιρειών, είχε δε ανάμιξη και η Γερμανία – και κυρίως ο Γκέρινγκ – που απέβλεπε, εκτός από την ενίσχυση του Φράνκο και στον προσπορισμό ξένου συναλλάγματος. Η Γερμανία ανεχόταν το λαθρεμπόριο όπλων και προς τους δημοκρατικούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα βελτίωνε την στρατιωτική τους θέση και ότι η πληρωμή θα γινόταν σε συνάλλαγμα. Πολλές φορές φορτία που προορίζοντο για τη μία μεριά, κατόπιν ειδοποίησης του μεταφορές, έπεφταν στα χέρια της αντιμαχόμενης πλευράς, με αποτέλεσμα ο εφοπλιστής να πληρώνεται διπλά, πολλοί δε νεκροί στις μάχες να σκοτώνονται από σφαίρες που είχαν πληρώσει οι ίδιοι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτεύχθηκε σημαντική εισροή ξένου συναλλάγματος στην Ελλάδα, ο ελληνικός στρατός απηλλάγη του παλαιού πολεμικού υλικού, ενώ σημαντικός αριθμός Ελλήνων εφοπλιστών που ανελάμβαναν την επικίνδυνη μεταφορά των φορτίων απεκόμισαν μεγάλα κέρδη. Σημειωτέον, ότι η εξαγωγή πολεμικού υλικού από την Ελλάδα (νόμιμη και παράνομη) ήταν η δεύτερη πηγή εισοδήματος της χώρας μετά τις εξαγωγές καπνού.
_________________________

[1] Αννίβα Βελλιάδη, «Μεταξάς – Χίτλερ, Ελληνογερμανικές σχέσεις στη Μεταξική δικτατορία, 1936-1941», εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα 2003

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Δίκαιο

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

Η αρχή της νομιμότητας

Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας, η δράση της Δημόσιας Διοίκησης ρυθμίζεται από τους κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου που έχουν άμεση εφαρμογή, από τους κανόνες που θεσπίζουν το Σύνταγμα και οι νομοθετικές πράξεις, όπως και από κάθε κανόνα ανώτερης ή ισοδύναμης προς τους κανόνες αυτούς τυπικής ισχύος. Και με αντίστροφο συλλογισμό, η αρχή της νομιμότητας συνεπάγεται την υποχρέωση της Δημόσιας Διοίκησης, δηλαδή των δημόσιων νομικών προσώπων και των οργάνων τους, να τηρούν τους προαναφερόμενους κανόνες. Συνεπώς, η εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας προϋποθέτει διάκριση των εξουσιών.

Η αρχή της νομιμότητας έχει δύο διαφορετικές έννοιες. Κατά την πρώτη έννοια, οι ενέργειες των οργάνων των δημόσιων νομικών προσώπων πρέπει να μην είναι αντίθετες προς τους προαναφερόμενους κανόνες. Κατά τη δεύτερη έννοια, οι ενέργειες αυτές πρέπει να είναι σύμφωνες ή να βρίσκονται σε αρμονία με τους κανόνες αυτούς. Στην πρώτη περίπτωση, η Διοίκηση μπορεί να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που δεν απαγορεύεται από τους κανόνες ή δεν αντίκειται σ’ αυτούς,( με την έννοια αυτήν, η αρχή της νομιμότητας εφαρμόζεται και στους ιδιώτες). Στη δεύτερη περίπτωση, η Διοίκηση οφείλει ή μπορεί να προβαίνει μόνο στις ενέργειες που προβλέπονται και επιβάλλονται ή επιτρέπονται από τους κανόνες. Δηλαδή, ενώ οι ιδιώτες μπορούν να ενεργήσουν ο,τιδήποτε δεν απαγορεύεται, αντίθετα η Διοίκηση οφείλει ή μπορεί να ενεργήσει μόνον ό,τι επιτρέπεται.
Η διοικητική ενέργεια πρέπει να είναι σύμφωνη προς τον κανόνα δικαίου που διέπει την δράση της Διοίκησης, όταν ο κανόνας περιγράφει λεπτομερώς τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες η ενέργεια είναι υποχρεωτική, καθώς και το περιεχόμενο που πρέπει να έχει η ενέργεια. Το τελευταίο συμβαίνει στην περίπτωση της δέσμιας αρμοδιότητας. Η διοικητική ενέργεια πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία προς τον κανόνα του δικαίου, όταν ο κανόνας καθορίζει, κατά τρόπο ευρύτερο ή στενότερο, το πλαίσιο, μέσα στο οποίο η ενέργεια μπορεί ή πρέπει να γίνει. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της διακριτικής ευχέρειας.

Η αρχή της νομιμότητας είναι συνέπεια των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος και συνακόλουθα της υπεροχής και του τεκμηρίου της αρμοδιότητας του νομοθετικού οργάνου, που συγκροτείται από αντιπροσώπους του εκλογικού σώματος. Με την υπαγωγή της Δημόσιας Διοίκησης, που αποτελεί την εκτελεστική εξουσία, στους κανόνες του δικαίου που θεσπίζονται με πράξεις του νομοθετικού οργάνου, επιδιώκεται η έμμεση υποταγή της Διοίκησης στο εκλογικό σώμα, δηλαδή, τον φορέα της λαϊκής κυριαρχίας. Η υποταγή αυτή εξασφαλίζεται στη συνέχεια με τις διάφορες μεθόδους ελέγχου της δράσης της Διοίκησης. Κατά κανόνα στις έννομες τάξεις που στηρίζονται στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η αρχή της νομιμότητας νοείται με τη δεύτερη προαναφερόμενη έννοια, κατά την οποία οι ενέργειες της Διοίκησης πρέπει είτε να είναι σύμφωνες προς τους κανόνες του δικαίου, που θεσπίζονται με πράξεις του νομοθετικού οργάνου και τους τυπικά ανώτερους ή ισοδύναμους προς αυτούς, είτε να βρίσκονται σε αρμονία προς αυτούς.
Ειδικότερα στην ελληνική έννομη τάξη, τα άρθρα 26παρ.2, 43, 50, 82, 83 και 95 παρ.1 του Συντάγματος καθιερώνουν την αρχή της νομιμότητας με την έννοια αυτή, χωρίς εξαίρεση, και συνεπώς η Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να προβαίνει σε νομικές πράξεις, δηλαδή, στην έκδοση διοικητικών πράξεων και τη σύναψη συμβάσεων , καθώς και σε υλικές ενέργειες, παρά μόνο βάσει αρμοδιότητας που παρέχεται από τις διατάξεις του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου ή του Συντάγματος ή νομοθετικών ή κανονιστικών πράξεων. Η δε νομιμότητα των ενεργειών της Διοίκησης κρίνεται βάσει του νομικού καθεστώτος που ισχύει κατά τον χρόνο της διενέργειάς τους.
_____________________________

Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου « Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», σελ. 85-87, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1997.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

το δημογραφικό πρόβλημα



«Άνδρες γαρ πόλις και ου τείχη
ουδέ νήες ανδρών κεναί»*

[Θουκυδίδης, βιβλ. Η΄, παρ. 77]

Η άρνηση του παιδιού, δημιούργημα της υποβάθμισης του παγκόσμιου βιολογικού θεσμού της οικογένειας, της μαζικής μετανάστευσης και της αθρόας συγκέντρωσης στα μεγάλα αστικά κέντρα, είναι συνυφασμένη με εθνικές αναταραχές και εξασθένιση της εθνικής άμυνας της χώρας.

Η δημογραφική ανισορροπία μεταξύ γειτονικών κρατών, μεταξύ ομάδων θρησκειών ή εθνοτήτων που συμβιούν στο εσωτερικό μιας χώρας, τείνει αργά ή γρήγορα να καλυφθεί ειρηνικά ή βίαια με την επικράτηση εκείνου που διαθέτει ισχυρότερες δημογραφικές δυνάμεις και αν ακόμα, προκειμένου περί κρατών, δεν διαθέτει υπεροχή στην πολεμική τέχνη.

Ιστορικές μαρτυρίες

Κατά Θουκυδίδη, ο πληθυσμός είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο μιας Πολιτείας και όχι απλώς και μόνον ο αμυντικός εξοπλισμός.

Υποστηρίζεται ότι η τεκνοποιία συνδέεται με δύο οφέλη : την άμυνα της χώρας και την προστασία από την ερήμωση του εδάφους. Για τους λόγους αυτούς όσοι φέρνουν στον κόσμο παιδιά δικαιούνται περισσότερων πολιτικών δικαιωμάτων από τους άτεκνους. Οι πρώτοι θέτουν σε κίνδυνο και τα παιδιά τους όταν απειλείται η ελευθερία και η ανεξαρτησία της χώρας[1] και όχι μόνο τον εαυτό τους.

Δυόμισυ χιλιάδες χρόνια, από την δραματική μαρτυρία του Πολύβιου του Μεγαλοπολίτη που έχει ήδη αναφερθεί ως μάρτυρας[2] της υπογεννητικότητας – γήρανσης της κλασσικής Ελλάδας και της υποταγής της στην δημογραφικά εύρωστη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι μέχρι σήμερα αντίστοιχες μαρτυρίες αφθονούν.

Κατά τον Μεσαίωνα, τον 14ο και 15ο αιώνα, τα δημογραφικά κενά, που δημιούργησε η μαύρη πανώλη, κάλυπτε η αλβανική μετανάστευση[3] και ο εξισλαμισμός σ’ ολόκληρο τον ελληνικό χώρο ως τα νησιά του Αιγαίου. Η δημογραφική εξασθένιση του Βυζαντίου και η δημογραφική υπεροχή των μουσουλμάνων υπήρξε ουσιαστικός συντελεστής της εξαφάνισής του το 1453[4].

Αντίθετα, η δημογραφική ανάκαμψη του 18ου – 19ου αιώνα αποτελεί βασικό στήριγμα στην επανάσταση του 1770 κατά των Τούρκων και κύριο παράγοντα για την εθνική εξέγερση του ’21.
_________________


*"το Δημογραφικό Πρόβλημα της Ελλάδος, Υπογεννητικότητα και Γήρανση του Πληθυσμού", Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1990
[1] Κωνσταντίνος Χολέβας, «Δημογραφικές Επισημάνσεις του Θουκυδίδου», Καθημερινή 21/08/1988
[2] Νίκος Πολύζος, Δημογραφική Πρόκληση : Υπογεννητικότητα και Δημογραφική Γήρανση στην Ελλάδα, Αθήνα : Εξάντας, 1981, σ. 118-119
[3] Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και Οικισμοί της Πελοποννήσου, Αθήνα : Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας, 1985, σ. 68-99.
[4] Γεώργιος Τενεκίδης : «Πληθυσμιακές παράμετροι του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Νέα Στοιχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών», πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1988, τόμος 63.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

Ευθυμογράφημα

Αδυναμίες παρηλίκων[1]*

- Ααααχ ! Μαννούλα μου !

Οξεία φωνή συγκλόνισε ξαφνικά τους επιβάτες του τραμ. Άντρες και γυναίκες σήκωσαν τα κεφάλια και έστρεψαν τα βλέματα προς το μέρος της κραυγής. Και είδαν τούτο : Μια μικρούλα, στρογγυλή, παχουλή, έξαλλη εσήκωνε το τσαντάκι με ορμή και ένας αξιοσέβαστος κύριος με μονύελο[2] και παμ τρελελέ έσκυβε το κεφάλι.

- Παλίογερε !
- Δεσποινίς ! …
- Παλιάνθρωπε, παραλυμένε, ξεκουτιάρη !
- Δεσποινίς !

- Παλιόγερε, με τρέλλανες.
- Μα σας παρακαλώ, επί τέλους !
- Μ’ ετάραξες, γεροξούρα !

Οι επιβάται του τραμ ευλόγησαν την τύχη, που τους χάρισε μια τόσο συναρπαστική σκηνή, και παρακολουθούσαν με ακατάσχετη περιέργεια το επεισόδιο.

- Μα τί σας έκανε, δεσποινίς !
- Μου ‘δωκε μια τσιμπιά ο άτιμος !
- Πού ;
- Εδώ ! …

Και έδειχνε η στρουμπουλή δεσποινίς το σημείον, όπου η βέβηλος χεις του «γεροξούρα» ημάρτησεν. Η γεωγραφία του γυναικείου σώματος αποτελεί χάρμα και συγκινεί πάντοτε και τους πλέον αγεωγράφητους. Εφ’ ω και έδειξαν όλοι ζωηρό ενδιαφέρον να πληροφορηθούν εις ποίον ακριβώς σημέιον έγινε το κακό.

- Πού ; Για να δούμε …
- Εδώ, κύριοι, εδώ !
- Εκεί ;;
- Αχ, με μελάνιασε. Εδώ !

Γεμάτα άπληστη περιέργεια τα μάτια των ανθρώπων εφλέγοντο να εξακριβώσουν σε ποιο εκριβώς σημέιο της θελκτικής υδρογείου της κοπέλας έδρασεν ο εχθρός. Και εκείνη η φτωχή τους κατετόπιζε σαν αξιωματικός του επιτελείου, που δείχνει τον χάρτη των επιχειρήσεων. Δεν έδειχνε το κεφαλάκι της, δεν έδειχνε τα μπράτσα, δεν έδειχνε τις γάμπες, δεν έδειχνε την πλάτη, δεν έδειχνε ούτε το ριγηλό[3] λεκανοπέδιο της κοιλιάς …

- Εκεί ;; Α τον παλιάνθρωπο !

Και τ’ απληστα βλέμματα των ευτυχών ανθρώπων εμπάνιζαν καταγοητευμένα το δυτικό ημισφαίριο της μαγευτικής εκείνης γης.

Ο άνθρωπος ετσίμπησε. Διότι βεβαίως ετσιμπήθη από τα θέλγητρα της νεαράς. Αλλά γνωστόν ρητόν λέγει : Ο τσιμπήσας τσιμπηθήσεται. Και αυτή την φοράν ο πόλισμαν τον ετσίμπησεν.

- Ορίστε μέσα, κύριε !
- Μα σας παρακαλώ !
- Έλα, ίσα – ίσα !

Και ωδηγήθη όπου έδει. Τον είδε ο πταισματοδίκης και αγανάκτησε.

- Πάλι εδώ ;
- Μα σας παρακαλώ …
- Μωρέ, τί σας παρακαλώ και κολοκύθια, Δεν ντρέπεσαι το μονόκλ που φοράς και το μουσάκι σου ;
- Κύριε, να σας εξηγήσω.
- Δεν θέλω να μου εξηγήσης. Ξέρω γιατί σ’ έφεραν πάλι εδώ … Ε, κύριε πόλισμαν ; Επάτησε τσιμπιά πάλι καμμιάς …

Το αστυνομικό όργανο συγκατένευσε :

- Και τί τσιμπιά ! …
- Τα είδες λοιπόν που σε θυμάμαι ; Τα είδες που σ’ έχω σταμπάρει ; Δεν είναι ντροπή σου, γέρος άνθρωπος, να κάνης αυτές τις βρωμοδουλειές και να μην αφίνης ήσυχες τις γυναίκες του κόσμου ; Τί θέλεις να σου κάνω τώρα ;
- Αλλά το μπαμ – τρελελέ έιχε ψυχραιμία στωική :
- Αδυναμία, κύριε πταισματοδίκα ! Η ηλικία, βλέπετε …

Συγχρόνως, συνηθισμένος να πληρώνη τον φόρον των πράξεών του :

- Πόσο ;
- Διακόσιες δραχμές πρόστιμο !
- Την άλλη φορά πλήρωσα εκατό !

Το αστυνομικό όργανο σχολίασε :

- Ακρίβηνε, κύριε !

Αλλά ο πταισματοδίκης δεν αστειευόταν :

- Για πρόσεχε εδώ. Άμα σε ξαναφέρουν εδώ γι’ αυτή τη δουλειά, δεν θα γλυτώσης έτσι εύκολα. Ακούς ; Δεν μπορείς να ασχημονής εις βάρος των γυναικών του ξένου κόσμου και να ‘ρχεσαι εδώ να ξεμπερδεύης μ’ ένα – δυο εκατοστάρικα. Ο νόμος προβλέπει και άλλας ποινάς ! Θα σου κάνω εγώ να κόψης την ωραίαν αυτή συνήθεια.

Ο άνθρωπος έσκυψε το κεφάλι, άνοιξε το πορτοφόλι, επλήρωσε το πρόστιμο και τα έξοδα περί τα τρία εκατοστάρικα, μουρμουρίζοντας :
- Ακριβά, μωρέ ! πολύ ακριβά.

Και πράγματι με διακόσιες δραχμές δεν θα «ετσιμπούσε» απλώς, αλλά και θα εγεύετο χορταστικώς τα αγαθά της γης Χαναάν.
_____________________________

[1] Δημήτρη Ψαθά, «Η Θέμις έχει κέφια», 1969
[2] μονόκλ
[3] τρεμουλιάρικο
* Ευαγγέλου Μιλλεούνη, "Ανθολογία Νεοελλήνων Σατιρικών και Ευθυμογράφων", εκδόσεις Ευθ. Χριστόπουλου, Αθήνα 1972

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

Λογοτεχνία

Κλωνιά ειρήνης … για την πικρή Μακεδονία …[1]

Οι χωριανοί, και πριν απ’ όλους οι ψαράδες, βάζουν πολύ πρώιμα τα χειμωνιάτικα. Τη χοντρή ναυτική φανέλα, μπλεγμένη από τις γυναίκες στο χέρι, κι από πάνω την πατατούκα. Οι βρακάδες, όσοι δεν έχασαν ακόμα τα παλιά μεράκια στην ντυσιά, ρίχνουν στις πλάτες τις φαρδιές αϊβαλιώτικές γούνες τους, ασταρωμένες με προβιά.

Όλα μυρίζουν από τον χειμώνα που έρχεται, παντού στριφογυρίζουν τα κίτρινα φύλλα που αφήνουν από ψηλά ένα – ένα οι σκαλωμένες κληματαριές, οι συκιές και οι λιγνές λεύκες.

Η Σκάλα αλλάζει όψη. Είναι η εποχή της ελιάς που αρχίζει. «Το κουκούτσι», λεν οι χωριανοί με τρυφερή συγκίνηση. Απ’ όλες τις μεριές ακούς να βουίζουν τα λαδοβάρελα, να σφίγγουν τις ντούγες. Σφυριά χτυπάνε στις λαμαρίνες, στα καζάνια. Είναι το εργοστάσιο που ‘τοιμάζεται ν’ ανοίξει. Λιμέρνουν, παστρεύουν, λαδώνουν και μαστορεύουν οι μηχανικοί κ’ οι σιδεράδες.

Τώρα και μπρος το ψαραδολίμανο κατεβαίνει και το κάνει κατοχή ο ελιώνας. Το χωριό των ξοχαραίων. Η πλατέα, οι καφενέδες, γεμίζουν από τους νοικοκυραίους. Είναι η στεριά, το χώμα, που παίρνει στα χέρια τη ζωή των ανθρώπων. Η Παναγιά η Γοργόνα στέκει από πάνου και το διαφεντεύει πάλι. Με το στεριανό το πανωκόρμι τούτη τη φορά.

Ο ελιώνας βασιλεύει. Βγαίνει ξαφνικά από την ασημιά στάχτη του και δίνει τον καινούργιο τόνο στην ζωή. Γεμίζουν από φωνές οι χωραφόδρομοι, οι σεμνές φυλλωσιές. Είναι μιλιούνια δέντρα είναι που απλώνουν την ευλογία τους πέρα για πέρα στα βουνά, στους κάμπους, ως κάτου στ’ ακρογιάλια. Ανηφορίζουν ως τις πιο ψηλές κορφές, ροβολάνε στις λαγκαδιές, σκύβουν πάνω από τα κύματα, πιασμένες από τα βράχια, γατζωμένες από τις σκισμές της πέτρας. Όπου έχει μια φούχτα χώμα, εκεί και μια ρίζα. Όπου δεν την έβαλε ο Θεός ούτε αυτή τη φούχτα, την κουβαλάνε στη ράχη οι ξοχαραίοι, μέσα σε κόφες από λυγαριά. Φκιάνουν πάνω στα χαραλά μια πεζούλα, τη χτίζουν ξεροτρόχαλο και φυτεύουν εκεί την καινούργιαν ελιά. Όλα τα βουνά είναι χαρακωμένα μ’ αυτά τα χτιστά σκαλοπάτια. «Ποδόμες» τα λεν’ οι χωριανοί, με τη λέξη των παλιώ προγόνω. Πάνω σ’ αυτά τα σκαλοπάτια πατούν κι ανηφορίζουν τα ιερά δέντρα ως τα ψηλά κορφοβούνια. Γενιές και γενιές έζησαν και πέθαναν σκυμμένες ερωτικά πάνω σε τούτη τη γης, να την καρπίσουν σα γυναίκα. Με τέτοιον αγώνα ανεστήθηκε πάνω στο μεγάλο νησί το αμέτρητο δάσος της ελιάς, τόσος μόχτος είναι σκεπασμένος κάτω από τα κλωνιά της ειρήνης και της σιωπής. Και τώρα φυλλουρίζει χειμώνα – καλοκαίρι πλάι στο πεύκο, και την άνοιξη φορά ανθισμένες ροδιές και τ’ άλλα φρουτόδεντρα, σα στολίδια.

Σαν καρπίσει, πάλι σεμνά κουναρίζει τα φορτωμένα κλωνιά, που γυρεύουν αντιστύλια, να μη σπάσουν από το βάρος της αρχοντιάς τους. Στην ακρογιαλιά σηκώνεται το χειμώνα ο μπουχός της αλισάχνης, λιχνίζεται ανάερα και πασπαλίζει την αρμυρή πούδρα στις φυλλωσιές.

Εκατόν πενήντα χιλιάδες ψυχομέτρι περιμένουν τη ζήση τους από δω. Ο μάστορης κι ο δουλευτής, ο γραμματισμένος, ο ξοχάρης, όλος ο κόσμος. Η ελιά είναι που θα δέσει τις καινούργιες γνωριμίες, θα σμίξει τις ερωτιές στα μαζώματα. Αυτή θα ζευγαρώσει τις ελπίδες ή θα σκοτώσει τη χαρά της απαντοχής. Σου δείχνουν τα λεπτά κλωνιά φορτωμένα με τ’ άγουρα κομπάκια, μικρά – μικρά και πράσινα σαν τσίκουδα. Σου λεν :

- απ’ αυτά έχουμε κρεμασμένες τις ελπίδες μας !

Ρέζιγο πράγμα να κρεμάζει ο άνθρωπος τη ζωή από τόσο λιανά κλωνιά. Άμα δεν έρθει καλή η χρονιά ; Έρχεται ξαποσταίνει. Όμως, και σαν είναι στην καλή χρονιά της, πάλι πρέπει να βοηθήσει ο Θεός με χίλιους τρόπους. Να δέσει το δέντρο πολύν αθό. Ύστερα να τον κρατήσει τον αθό. Να μην τόνε ρίξει στο χώμα άπλερον. Και σαν καλοτυχίσει και δέσει ο καρπός, πάλι να βοηθήσει ο Μεγαλοδύναμος να πάνε καλά οι καιροί. Και στο τέλος, να μη χτυπήσει κανένα μαράζι τον καρπό.

Ένα απ’ αυτά να μην έρτει βολικά, όλα πάνε χαμένα και ο τόπος δυστυχά.

Τότες τα παλικάρια ξενιτεύουνται καραβιές – καραβιές για την πικρή Μακεδονία, να δουλέψουν στα «έργα», να βγάλουν τη ζήση τους. Οι γυνάικες είναι χλωμές, οι κοπέλες δεν κρεμάζουν κούνιες. Από τη Μακεδονία οι άντρες γυρίζουν κίτρινοι, νταλακιασμένοι από τις θέρμες.

Έτσι και τούτη τη χρονιά. …
____________________
[1] Στρατή Μυριβήλη, «Η Παναγιά η Γοργόνα», κεφ. 44, Εστία 1956.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Εθνική Συνείδηση

Νεοελληνική εθνική συνείδηση και εθνική αυτογνωσία[1].

Η νεοελληνική εθνική συνείδηση γεννιέται τον ΙΑ΄ αιώνα, όταν ο ελληνισμός του Βυζαντίου μένει το μόνο συστατικό στοιχείο της αυτοκρατορίας, περικυκλωμένος από εχθρικούς λαούς και εθνότητες. Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας και της Ελλάδος, διαβιούντες σε απομόνωση και διαισθανόμενοι τον κίνδυνο εθνικού αφανισμού, ξαναβρίσκουν ως σταθερά σημεία αναφοράς το κλασικό ελληνικό πνεύμα και πολιτισμό και το όνομα «Έλλην» (για αιώνες συνώνυμο του «ειδωλολάτρης»), με τη διπλή έννοια της μέθεξης στην ελληνική παιδεία και της ελληνικής καταγωγής[2], η οποία συνέχεται άρρηκτα με την ελληνική χριστιανική ορθοδοξία διαμέσου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Η λαϊκή γλώσσα αναβαθμίζεται, η διανόηση αναζητάει τις ελληνικές ρίζες της, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εξελληνίζεται, οι Κομνηνοί και οι Παλαιολόγοι είναι Έλληνες αυτοκράτορες και ελληνικά βασίλεια η Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Τον ΙΕ΄ αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων καθόρισε με σαφήνεια τις γεωγραφικές και εθνολογικές βάσεις του νεότερου ελληνισμού.

Τριπλό είναι το περιεχόμενο της εθνικής συνείδησης ή εθνικής ιδέας. Η ιδέα του γένους των Ελλήνων, του οποίου οι πολιτιστικές καταβολές ανάγονται στην ελληνική αρχαιότητα και αρχαία πατρίδα του είναι η Ελλάδα, η ιδέα της εξελληνισμένης κρατικής οντότητας και η ιδέα του ελληνικού ορθόδοξου χριστιανισμού.

Μέθεξη με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα σημαίνει μέθεξη με την Δύση και την δυτική σκέψη. Ο νέος ελληνισμός, παρά τις ανατολικές επιδράσεις, βρίσκει τον εαυτό του στην οικουμενικότητα του δυτικού πολιτισμού[3], αφού το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, ο ιουδαϊκός νόμος, ο χριστιανισμός και το ρωμαϊκό δίκαιο αποτελούν κοινά θεμέλια. Η Ελλάδα δεν ανήκει στην Δύση, αλλά η ίδια είναι Δύση.

Όσοι ελληνικοί πληθυσμοί διαβίωσαν υπό δυτική επικυριαρχία δεν εκλατινίσθηκαν, αλλά εξελληνισαν τους κυρίαρχούς τους, αφού με την αφομοίωση των δυτικών επιδράσεων ουσιαστικά ενίσχυσαν την ελληνική τους συνείδηση και την εθνική αυτογνωσία. Η Ενετοκρατία στην Κρήτη και τα Επτάνησα και η Φραγκοκρατία στην Πελοπόννησο και την Στερεά προστάτευσαν τους ελληνικού πληθυσμούς, όχι διότι οι Ενετοί και οι Φράγκοι το επιδίωξαν, αλλά διότι έτυχε να είναι φορείς ιδεών και αντιλήψεων, που «αρχαίοθεν οι το πρώτον διδάξαντες και οι το πρώτον πρεσβεύσαντες» ήσαν οι υποτελείς των πληθυσμοί.

Από τα τέλη του ΙΗ΄ αιώνα, οι Έλληνες διαφωνούν αν η πραγμάτωση της εθνικής ιδέας θα πρέπει να ολοκληρωθεί με τη δημιουργία εθνικού κράτους Ελλήνων ή με την ανασύσταση του βυζαντινού κράτους των πολλών λαών, εθνοτήτων και θρησκειών, υπό ελληνική όμως ηγεμονία, γραφειοκρατία και διαχείριση.

Οι επαναστάτες Έλληνες του 1821, φανατικοί θιασώτες των αρχών της γαλλικής Επανάστασης, έλυσαν την διαφωνία με την επιλογή της πρώτης εκδοχής, την οποία εμπέδωσαν οι Α. Μαυροκορδάτος και Χ. Τρικούπης και ολοκλήρωσε η πολιτική του Ε. Βενιζέλου. Η δεύτερη εκδοχή της εθνικής ιδέας, που αποκαλέστηκε «η Μεγάλη Ιδέα», είχε μεγάλη απήχηση στις συμπαγείς μάζες του απόδημου ελληνισμού του ΙΘ΄ αιώνα και των αρχών αυτού του αιώνα, κυρίως στον ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Πολλοί φωτισμένοι Έλληνες υποστήριξαν τη «Μεγάλη ιδέα», ανάμεσά τους ο Ρήγας Φερραίος και εν μέρει ο Ιων Δραγούμης, η πραγμάτωσή της όμως δεν υπήρξε ποτέ εφικτή αλλά ούτε και ευκταία, αν μη τι άλλο και εξαιτίας του αναγεννώμενου εθνικισμού των λοιπών χριστιανικών πληθυσμών της Βαλκανικής, οι οποίοι δεν ήσαν διατεθειμένοι να αποδεχθούν ελληνικό ηγεμονισμό.


[1] Παύλου Σαρλή, «Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας», εκδόσεις Anubis, 1993
[2] Ν. Σβορώνος
[3] Ν. Σβορώνος

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Ποίηση

Οι σύντροφοι στον Άδη[1]

νήπιοι, οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον. Αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμον ήμαρ.
[2]

ΟΔΥΣΣΕΙΑ
______________________

Αφού μας μέναν παξιμάδια
τί κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του Ήλιου τ’ αργά γελάδια

που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας κι άστρο !

Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι.
_______________________


[1] Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος, 1972, 1981
[2] Οι άσεβοι, που φάγανε τ’ Ουρανοδρόμου Ήλιου
τα βόδια και τους στέρησε του γυρισμού τη μέρα.
(α 8-9, μετάφραση Ζ. Σιδέρη)

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008

εθνικές ιδεολογίες

Δυτικισμός και ραγιαδισμός[1]

Γιατί η αντίληψή μας για το έθνος να είναι σαν την κλίνη του Προκρούστη ; Γιατί να μην είναι «πλουραλιστική» ώστε να χωράει όλους τους Έλληνες, ανεξαρτήτως πολιτικοθρησκευτικών τοποθετήσεων ; … το έθνος κακώς θεωρείται σαν κάτι το ομογενές και μονολιθικό και όχι σαν κάτι το πολύτροπο, το πολυεκδοχικό ή «πλουραλιστικό».

[από τον πρόλογο του συγγραφέα]

Κατά την κυρίαρχη αντίληψη στους κόλπους της εκκλησιαστικής διανόησης η επιβίωση «εθνικών» (μη χριστιανικών) στοιχείων αποτελεί «ενδημική νόσο του Γένους». Αντί να αναγνωρίσει στον «πνευματικό δυϊσμό» Ορθοδοξίας – «ελληνισμού» την γόνιμη εσωτερική κινητήρια αντίθεση του Γένους, την βλέπει σαν κατάρα.

Η αντίληψη αυτή, εμπνέοντας πρακτικές μονολιθικότητας, που μόνο πνευματική αγκύλωση είναι σε θέση να προκαλούν, πρέπει να χαρακτηριστεί ως η βασική αιτία της απουσίας πλουραλιστικής εθνικής και οικουμενικής συνείδησης που χαρακτηρίζει τις ασώματες σήμερα κεφαλές του Γένους μας. Η βασική ευθύνη για την απουσία πλουραλιστικής συνείδησης, κατά το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία, πρέπει να αποδοθεί στην τότε θρησκευτική διανόηση. Για την περίοδο της «ανεξάρτητης» κρατικής μας υπόστασης η ιστορική ευθύνη αλλάζει φορέα και πρέπει φυσικά να αποδοθεί στην φωταδιστική διανόηση.

Ο εκδυτικισμός συνδέεται με την «εθνική» («ελληνίζουσα») συνιστώσα, αφού αυτή είναι που πρωτοστατεί στην εισαγωγή του κατά τους τελευταίους αιώνες. Νομιμοποιεί όμως αυτό την αναδρομική δικαίωση των δυκιτιστών, τώρα που αποδείχνεται ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι ο χειρότερος που θα μπορούσε να λάχει στην ανθρωπότητα (αφού είναι ο μόνος καταστρέφει ολικά τόσο το πρόσωπο όσο και τη φύση); Κάτι τέτοιο θα είναι παντελώς αστήρικτο. Ο εκδυτικισμός δεν μπορεί να φορτωθεί αποκλειστικά στους «ελληνίζοντες», αφού και οι «αντιδυτικιστές» δεν ήταν λιγότερο τυφλωμένοι από τα φώτα της Εσπερίας. Ούτε λύνει άλλωστε κανένα πρόβλημα μια τέτοια βολική για ορισμένους ταξινόμηση του παρελθόντος.

Όταν κρίνουμε τους ελληνίζοντες δυτικιστές της Τουρκοκρατίας δεν πρέπει να ξεχνάμε την πραγματικότητα του ραγιαδισμού. Η στάση απέναντι στον ραγιαδισμό είναι, την περίοδο αυτή, η λυδία λίθος για την αποφυγή των αναχρονιστικών προσλήψεων της Ιστορίας. Κύρια πλευρά της εθνικής αλλοτρίωσης και κύρια απειλή για το Γένος ήταν ο ραγιαδισμός. Αν ο δυτικισμός ήταν μια εκφυλιστική ασθένεια που μας κατέστρεφε από πάνω, από το κεφάλι, ο ραγιαδισμός ήταν η αρρώστια που μας κατέτρωγε από τα κάτω, από την καρδιά και το ένστικτο. Οι ελληνίζοντες δυτικιστές λειτούργησαν, και είναι προς τιμήν τους, σαν ζωτική προωθητική δύναμη που συνετέλεσε τα μέγιστα στη διατήρηση της θέλησης του έθνους για επιβίωση και μάλιστα εντελώς συμπληρωματικά με το χρησμολογικό ένστικτο της λαϊκής προφητολογίας, που ξεκινάει από τον μαρμαρωμένο βασιλιά και φτάνει στον «περιούσιο λαό» που είναι εντεταλμένος άνωθεν να σώσει τον κόσμο. Χάρη πρωτίστως στους δυτικιστές-ελληνίζοντες κι αυτούς τους αφανέις χρησμοδότες (καλόγήρους ως επί το πλέιστον), βγήκαμε από τη λήθη της Ιστορίας και γινήκαμε «σύγχρονο έθνος» - δηλαδή δεν καταντήσαμε ένα από τα τόσα ξεχασμένα εθνικά υποζύγια της «θείω βουλήματι» αγιωτάτης των οθωμανών βασιλείας.

[1] Θεοδώρου Ζιάκα, «Έθνος και Παράδοση», εκδόσεις Αιγαίον & εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 1993

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Β΄ παγκόσμιος πόλεμος

Ο Ελληνικός Χρυσός[1]

Το Απρίλιο του 1941, αμέσως μετά την γερμανική προσβολή, ο ελληνικός χρυσός είχε μεταφερθεί στην Κρήτη και είχε εναποτεθεί στο υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας στο Ηράκλειο. Από το Ηράκλειο φορτώθηκε σε ένα μικρό αγγλικό ρυμουλκό, το «Σάλβυα», με προορισμό τη Σούδα, όπου θα τον παρελάμβανε για την Αλεξάνδρεια ένα βρετανικό πολεμικό. Όταν το «Σάλβυα» απέπλευσε, δέχθηκε επίθεση των «Στούκας», ενώ το πολύτιμο χρυσάφι, ήταν ριγμένο στο κατάστρωμα. Το ρυμουλκό ήταν εξοπλισμένο με αντιεροπορικά πολυβόλα και αμύνθηκε απεγνωσμένα. Διέφυγε πάντως την καταστροφή και έφθασε στη Σούδα, όπου το ενέμενε το αγγλικό καταδρομικό «Διδώ». Κατά αφήγηση του Διοικητού της Τραπέζης Γ. Ματζαβίνου :

«… Πάλιν υπό συνεχή συναγερμόν και βομβαρδισμόν των στούκας, ο χρυσός μετεφορτώθη εις το καταδρομικόν με την βοήθειαν και των Άγγλων ναυτών. Πλάι εις το «Διδώ» που τα πυροβόλα της διαρκώς έβαλλαν, ήρχισε βληθέν να καίεται ένα Δανικόν πλοίον. Όλη αυτή η εργασία εγίνετο με απιστεύτως νευρικόν ρυθμόν, διότι ο Άγγλος κυβερνήτης φοβούμενος δια το πλοίον του, εβιάζετο να το θέση σε κίνησιν και υπήρχε ένα μέρος του πολυτίμου φορτίου, καθώς μετεφορτώνετο, να πέση εις την θάλασσαν. Ευτυχώς η μεταφορά έγινεν εις τα κύτη του «Διδώ» χωρίς καμίαν ζημίαν. Μόνον ένα κιβώτιον, ενώ μετεφέρετο εις το κύτος του καταδρομικού, έσπασε και το κύτος εγέμισεν από χρυσάς λίρας. Αυτό ανησύχησε πολύ τον Άγγλον κυβερνήτην και διέταξε ένα συνεργείον ναυτών, ενώ το «Διδώ» έπλεε προς Αλεξάνδρειαν, να μαζέψη τας χρυσάς λίρας. Όλαι αι λίραι ευρέθησαν εκτός μίας».

(Ηλία Βενέζη : «Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος», Αθήναι 1955, σελ. 246.)

Στις 22 Μαΐου, ο χρυσός εναποθηκεύθηκε στο υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης της Αιγύπτου, στην Αλεξάνδρεια, προσωρινά. Η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής δέχτηκε να τον φιλοξενήσει σε όλη την διάρκεια του πολέμου στα θησαυροφυλάκιά της.

Όταν οι ελληνικές αρχές θα αναχωρούσαν με το «Νιου Άμστερνταμ», παρουσιάστηκαν εκπρόσωποι της Τραπέζης της Ελλάδος στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου για να παραλάβουν το χρυσό. Έκπληκτοι όμως άκουσαν εκπρόσωπο της τραπέζης να τους λέει :

- Να πάρετε τον χρυσόν ; Αλλ’ εμείς γνωρίζουμε, ότι η Τράπεζα της Ελλάδος εδρεύει στην Αθήνα. Πρέπει να λάβουμε εντολή από την Αθήνα για να επιτρέψουμε την εξαγωγή του !

Τα έχασαν οι υπάλληλοι από την απίθανη δικαιολογία των Αιγυπτίων. Το άρθρο 2 του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος όπως τροποποιήθηκε με τον Α,Ν, 3004/1941 στα Χανιά έχει ως εξής : «Η Τράπεζα της Ελλάδος εδρεύει εν τη πόλει, εν η εδρεύει η νόμιμος Κυβέρνησις της Χώρας. Εν τη αυτή πόλει ευρίσκεται το Κεντρικόν Κατάστημα αυτής». Τελικά μετά από διαβήματα της κυβέρνησης, ο χρυσός φορτώθηκε σε καμιόνια και με την συνοδεία αρμάτων μεταφέρθηκε διά μέσου της ερήμου στο Σουέζ. Εκεί τον παρέλαβε ένα επίτακτο εμπορικό σκάφος που μετείχε στην νηοπομπή και έφθασε στο Ντάρμπαν της Νοτίου Αφρικής. Με ισχυρά φρουρούμενη αμαξοστοιχία που διέθεσε ο πρωθυπουργός Γιαν Σματς, μεταφέρθηκε στο Γκέρμιστον, όπου έλιωσε και μετατράπηκε σε ομοιογενείς ράβδους. Προέκυψε χρυσός της κεκανομισμένης καθαρότητας βάρους ουγγιών 608.350 και 790/000, (η ζύγιση πολυτίμων μετάλλων ισούται με το 1/12 της λίτρας, δηλαδή 31,1035 γραμμάρια). Από το Γκρέμιστον, μεταφέρθηκε στην Πραιτώρια και αποθηκεύθηκε στα θησαυροφυλάκια της εκδοτικής Τραπέζης της Νοτίου Αφρικής.


Αυτό είναι το χρονικόν της διάσωσης του εις χρυσόν αποθέματος της Τραπέζης της Ελλάδος. Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα από τις καταληφθείσες που ο χρυσός μετεφέρθη εξ ολοκλήρου στο εξωτερικό και διέφυγε την γερμανική αρπαγή.


Μετά από επίμονες συζητήσεις της ελληνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο και της βρετανικής κυβέρνησης υπεγράφη συμφωνία στις 9 Μαρτίου 1942, με την οποίαν η βρετανική κυβέρνηση ανελάμβανε όλες τις δαπάνες εξοπλισμού, εξαρτήσεως, παροχής των ειδών διατροφής και ιματισμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, η δε ελληνική κυβέρνηση όλες τις άλλες δαπάνες.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, από το Λονδίνο, όπου έδρευε προσωρινά, θα μπορούσε μόνο να χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμα στην Τράπεζα της Ελλάδος που ανήκαν στο Δημόσιο. Τα άλλα διαθέσιμα της Τραπέζης της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένου του χρυσού, του προπολεμικού καλύμματος της Τραπέζης και των 35 εκατομμυρίων λιρών περίπου, τις οποίες είχε αποκτήσει η Τράπεζα εξ αγοράς από το δημόσιο, ανήκαν στον ελληνικό λαό και έπρεπε να διαφυλαχθούν για τις μεταπολεμικές ανάγκες.

Η Διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος κατέβαλε κάθε προσπάθεια να αντιμετωπίσει τις δαπάνες του Κράτους στο εξωτερικό μέσω, κυρίως, της Εμπορικής μας Ναυτιλίας και των εις πίστωσιν του Δημοσίου διαθεσίμων και των ενισχύσεων των κυβερνήσεων της Αμερικής, της Αγγλίας και του Καναδά και να διαφυλάξει άθικτον το εις χρυσόν απόθεμα της Τραπέζης και τα προπολεμικά διαθέσιμά της σε συνάλλαγμα, τα οποία θα χρησίμευαν για τη μεταπολεμική περίοδο της χώρας.

Τί έγινε ο Χρυσός ;

Το 1945-1946 όταν η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε από τους Άγγλους επιστροφή του χρυσού, η απάντηση ήταν ότι ο χρυσός κάλυψε τις δαπάνες του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή. Όμως με την από 9 Μαρτίου 1942 συμφωνία [που προαναφέρθηκε] μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως στο Λονδίνο και της βρετανικής, η δεύτερη αναλάμβανε όλες τις δαπάνες του ελληνικού στρατού Μέσης Ανατολής.


[1] Γεωργίου Κωστή, «Στην Κορυφή της Δόξας», εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2007.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

Λογοτεχνία

Το στρατόπεδο[1]

Το πρώτο – πρώτο που πρόσεξε ξαναγυρίζοντας είναι ότι ένας από την ομάδα του ο Καίσαρας καπνίζει. Και δεν είναι τσιμπούκι, αλλά τσιγάρο. Μπορεί λοιπόν να οικονομήση τη γοπίτσα του. Αλλά δεν του τη ζητάει καθόλου. Στέκεται μόνο δίπλα του, όχι φάτσα, και κοιτάζει αλλού.

Κοιτάζει αλλού κάνοντας τον αδιάφορο, βλέπει όμως την κόκκινη καύτρα που όλο κι’ ανεβαίνει προς το πάνω μέρος του τσιγάρου, ύστερα από κάθε ρουφηξιά. Ο Kαίσαρας, βυθισμένος στις σκέψεις του, το τραβάει με μεγάλα διαλείμματα και το τσιγάρο όλο λιγοστεύει και κοντεύει πια να φτάση στην πίπα.

Και τότε νάσου ο Φετιούκοβ που του γίνεται τσιμπούρι, πεινάλας καθώς είναι πάντοτε. Στέκεται ακριβώς κατάφατσα στον Καίσαρα κοιτάζοντάς τον στο στόμα, με τα μάτια γουρλωμένα.

Ο Σουκώβ δεν έχει πια καπνό, ούτε δράμι, και δεν βλέπει πώς μπορεί να οικονομήση λίδο ώσπου να βραδυάση. Σφίγγεται λοιπόν ολόκληρος περιμένοντας και του φαίνεται εκείνη τη στιγμή πως τη λαχταράει τη γοπίτσα πιο πολύ κι’ απ’ την ελευθερία του ακόμα. Αλλά δεν θα το καταδεχότανε ποτέ να ξεπέση ως το σημείο να στηλώνη τα μάτια του στο στόμα των άλλων, όπως έκανε ο Φετιούκοφ.

Ο Καίσαρας είναι ένα μίγμα απ’ όλα τα έθμη : Έλληνας, Εβραίος ή Τσιγγάνος – κανείς δεν ξέρει καλά. Νέος ακόμα. Γύριζε φιλμ κινηματογραφικά αλλά τον έκαναν πέρα πριν ακόμα τελειώσει το πρώτο του. Έχει κάτι μουστάκια, πολύ παχειά. Δεν του τα ξύρισαν γιατί είναι φωτογραφισμένος με αυτά στο φάκελλό του.

«Καίσαρα Μάρκοβιτς», του λέει ο Φετιούκοβ καταπίνοντας το σάλιο του και μην αντέχοντας πια, «άφησέ μου λίγο να τραβήξω μία».

Ήτανε τέτοια η λαχτάρα του που το πρόσωπό του είχε συσπασθή. Ο Καίσαρας μισάνοιξε τα βλέφαρά του που ήτανε χαμηλωμένα λίγο και κοίταξε το Φετιούκοβ με τα μαύρα μάτια του. Δεν του άρεσε καθόλου να τον διακόπτουν την ώρα που κάπνιζε και να του γυρεύουν τις τελευταίες ρουφηξιές του τσιγάρου που είχε στην πίπα του. Δεν τόκανε για τον καπνό αλλά γύριζαν τα συκώτια του όταν του διέκοπταν τον ειρμό των σκέψεών του. Κάπνιζε για ν’ ακονίζη το μυαλό του, για να κατεβάζη ιδέες, αλλά μόλις έκανε ν’ ανάψη τσιγάρο έβλεπε ένα σωρό μάτια να του λένε : «Θα μ’ αφήσης να το αποτελειώσω εγώ ;».

Ο Καίσαρας γύρισε κατά τον Σουκώβ.

«Πάρτο, Ιβάν Ντενίσιτς», είπε.

Και με το μεγάλο του δάχτυλο έβγαλε απ’ την κεχριμπαρένια πίπα του την καυτή γόπα.

Ο Σουκώβ τινάχτηκς (το περίμενε να του προσφέρη ο ίδιος τη γόπα) την άρπαξε ανυπόμονα και μ’ ευγνωμοσύνη, βάζοντας και την άλλη χούφτα του από κάτω, μήπως τύχει και του πέση. Δεν του κακοφάνηκε καθόλου που ο Καίσαρας δεν τούδωσε την πίπα του … και δεν κάηκαν διόλου τα ροζιασμένα δάχτυλά του καθώς έπιανε την καύτρα. Προπάντων όμως φχαριστήθηκε που την έπαθε αυτός ο πεινάλας ο Φετιούκοβ.
_____________________


[1] Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, «Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς»

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

Πολιτική

Απανθίσματα[1]

Οι Άγγλοι

«Αν είχε η Ελλάδα υποκύψει στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι», θα υπογραμμίσει χαρακτηριστικά μέλος της βρετανικής κυβέρνησης, ο Φίλιπ Νόελ Μπαίκερ, «τότε ο Άξονας θα είχε στη διάθεσή του ολόκληρη την Ευρώπη για να αναπτύξει τα μέσα επικοινωνίας του ενώ τα αεροπλάνα και τα υποβρύχιά του θα κυριαρχούσαν από τις ακτές της Ελλάδας και κατά μήκος ολόκληρης της Μεσογείου. Το έργο της άμυνάς μας στην Αίγυπτο θα είχε αποδειχθεί πολύ δυσκολότερο. Η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, η Κύπρος θα είχαν καταληφθεί από τον Άξονα. Η Τουρκία θα είχε περικυκλωθεί. Οι πετρελαιοπηγές της Εγγύς ανατολής θα ήταν στη διάθεσή του. Η κάτω πύλη του Καυκάσου θα ήταν ανοιχτή. Πιστεύουμε, χωρίς δισταγμό, ότι θα είχαμε χάσει ολόκληρη τη Μέση ανατολή και ίσως τον πόλεμο !».


Οι Γερμανοί

«Εν τω σημερινώ αγώνι περί υπάρξεως μεταξύ Άξονος και Αγγλίας, υφιστάμενα μικρά κράτη δεν δύνανται ληφθώσιν υπ’ όψιν, εφ’ όσον ταύτα παρεμβαίνουσιν ως εμπόδια», επισήμαινε ωμά ο Γερμανός πρεσβευτής στον Έλληνα ομόλογό του στο Βελιγράδι, δύο ημέρες ακριβώς μετά την ιταλική επίθεση.


Οι γείτονες

Οι πραγματικές προθέσεις των γειτονικών βαλκανικών κρατών έμελλαν τελικά να αποκαλυφθούν όταν θα δημοσιοποιούνταν οι διπλωματικές πράξεις που συνομολόγησαν με την κυβέρνηση του Τρίτου Ράιχ : 1η Μαρτίου και 25 Μαρτίου [1941], προσχώρηση στο τριμερές Σύμφωνο της Βουλγαρίας, αντίστοιχα και της Γιουγκοσλαβίας[2], με αντάλλαγμα, στη δεύτερη περίπτωση, την επέκταση ως τον Θερμαϊκό κόλπο (!). 8 Ιουνίου, τουρκογερμανικό Σύμφωνο Φιλίας. Σύμπτωση μονιμότερων συμφερόντων ή μήπως, πιθανότερα, εκδήλωση βραχυπρόθεσμου καιροσκοπισμού ; Ή ακόμη, ειδικό φαινόμενο κρατών, τα οποία, όπως χαρακτηριστικά επισήμαναν κύκλοι του Φόρεϊν Όφφις, «εν τη επιθυμία τους όπως αποφύγωσιν ενέργειαν ην η Γερμανία θα εθεώρει προκλητικήν, αδρανούσιν επί τοσούτω ώστε αι μεταγενέστεραι γερμανικαί πιέσεις ευρίσκουσι ταύτα ανίκανα προς άμυναν» ;


Η Τουρκία

Στο μέτρο που γινόταν αντιληπτή, έστω και με αισθητή καθυστέρηση, η κατολίσθηση των βαλκανικών γειτόνων της Ελλάδας στη σφαίρα άμεσης επιρροής της χιτλερικής Γερμανίας, οι συμμαχικές ελπίδες ολοένα και συρρικνώνονταν για να εντοπιστούν, στις παραμονές της γερμανικής εισβολής, σε μόνη την Τουρκία. «Είναι αναμφισβήτητο ότι οι Tούρκοι θα πολεμήσουν και μάλιστα γενναία», είχε προαναγγείλει στα μέσα του 1940 ο Λόρδος Χάλιφαξ, υπουργός των Εξωτερικών σε μια εποχή που η πρόταξη από την Ελλάδα αποτελεσματικής άμυνας απέναντι σε ενδεχόμενη ιταλική επίθεση δεν θεωρούνταν από την κυβέρνησή του πολύ πιθανή. Σύμφωνα, μάλιστα, με την εκτίμηση του βρετανικού Γενικού Επιτελείου, το πρόβλημα ήταν η προσέλκυση της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προς την πλευρά της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Τουρκίας (!)

Η μόνη αντίσταση

Στις 6 Απριλίου του 1941, οι γερμανικές δυνάμεις προσέβαλαν ταυτόχρονα τις ελληνικές και τις γιουγκοσλαβικές θέσεις.

Η επίγνωση της συντριπτικής υπεροχής του εχθρού δεν έμελλε να κάμψει την απόφαση των Ελλήνων να αντισταθούν και στην νέα εισβολή. Στο μέτωπο της ανατολικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης, κατά μήκος των οχυρών της Νυμφαίας, του Εχίνου, του Λύσσε, του Περιθωρίου, του Ρούπελ, του Ιστίμπεϋ, οι Έλληνες μαχητές επιτέλεσαν με αυταπάρνηση ένα ύστατο χρέος τιμής. Η οχυρή γραμμή αποδεικνυόταν και στην πράξη ικανή να αναστείλει ακόμη και επιθετικές ενέργειες ευρείας κλίμακας με ισχυρή υποστήριξη πυρός από τον αέρα. Οι υπερασπιστές της, αντιμετωπίζοντας για τέσσερα εικοσιτετράωρα τις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις με σθένος και επιδεξιότητα, υπέκυψαν οριστικά μόνον όταν οι θωρακισμένες γερμανικές μεραρχίες, μετά την αστραπιαία διάσπαση του γιουγκοσλαβικού μετώπου, εισέδυσαν στην κοιλάδα του Αξιού και υπερκέρασαν την αμυντική γραμμή του Στρυμόνα. …

Ήρωες και γραικύλοι

Η κατάρρευση του μετώπου σημείωσε την απαρχή δεινής δοκιμασίας για το έθνος. Το κράτος έδινε την εικόνα καθολικής αποσυνθέσεως, λανθάνουσες ηττοπαθείς και φιλοαξονικές τάσεις έρχονταν στην επιφάνεια, κορυφαία στελέχη του στρατεύματος επιζητούσαν άμεση σύναψη ανακωχής. Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής, ευαίσθητος στην αντίληψη του ηθικού χρέους, θα αυτοκτονήσει στις 18 Απριλίου – ημέρα Μεγάλης Παρασκευής. Στις 20 Απριλίου, παραβιάζοντας τη ρητή εντολή της κυβερνήσεως για αντίσταση «μέχρις εσχάτων», ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου, Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου, θα αναλάβει την πρωτοβουλία να συνθηκολογήσει με τον εισβολέα. «Στρατός δέον αγωνισθή μέχρις εσχάτου ορίου δυνατοτήτων του. Αντικαταστήσατε αμέσως Τσολάκογλου», θα τηλεγραφήσει ο αρχιστράτηγος Παπάγος, χωρίς όμως τελικά να αποτρέψει τη διάλυση του στρατεύματος. Όταν, στις 27 Απριλίου, οι γερμανικές δυνάμεις φθάσουν στην Αθήνα, ο Γεώργιος Β΄, ο νέος πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου θα έχουν ήδη μεταφέρει την έδρα της κυβερνήσεως στην Κρήτη. Η Μεγαλόνησος, σημείο στρατηγικής στηρίξεως ιδιαίτερης σημασίας για τον έλεγχο της ευρύτερης γεωγραφικής ζώνης που οριοθετείται από τις νότιες παρυφές της Ρωσίας, στο βορρά, ως τις βορειοαφρικανικές ακτές, στο νότο, θα γίνει το θέατρο της ύστατης μεγάλης μάχης σε ελληνικό έδαφος


________________________

[1] Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, «Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1900-1945», κεφ. Ζ΄, Εστία, Αθήνα 1992
[2] Στις 27 Μαρτίου, επικρατούσε στο Βελιγράδι το φιλοσυμμαχικό πραξικόπημα του πρίγκιπα Πέτρου. Η καθυστερημένη, όμως, συμπαράταξη της Γιουγκοσλαβίας δεν θα μεταβάλει ριζικά τους διπλωματικούς συσχετισμούς, αλλ’ ούτε, όπως έμελλε σύντομα να αποδειχτεί, και το συσχετισμό των πολεμικών δυνάμεων.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

Ψυχολογία

Τα αποσπάσματα[1] που ακολουθούν δεν αναφέρονται στα Σκόπια, ούτε στις περί την διπλωματία μεθοδεύσεις. Παραδόξως όμως η συμπεριφορά των νηπίων μοιάζει καταπληκτικά με αυτήν της γειτονικής μας δημοκρατίας, που καθώς φαίνεται διανύει την νηπιακή ηλικία με ό,τι αυτή η φάση συνεπάγεται και γι’ αυτήν και για εμάς. Υπομονή.

Ι.Λ.

Αποφύγετε τις καταστάσεις που δεν μπορείτε να κερδίσετε

Είναι επώδυνο και αντιπαραγωγικό να χτυπάμε το κεφάλι μας σε τοίχο. Αν αναζητάτε μια ειρηνική ύπαρξη, είναι σοφό να φυλάτε χρόνο και ενέργεια για αγώνες που έχουν αξία και να αποφεύγετε με κάθε κόστος αυτούς που δεν μπορείτε να κερδίσετε. Ο έξυπνος γονιός γρήγορα εντοπίζει πότε παίζει στην ομάδα που χάνει και αποσύρεται με χάρη.

Οι βασικές χαμένες περιοχές είναι φαγητό, τουαλέτα και ύπνος. Άλλα προβλήματα ανακύπτουν όταν ο χρόνος είναι περιορισμένος, ο χώρος είναι δημόσιος ή υπάρχουν πολλοί ενήλικες που επεμβαίνουν.

Εμείς οι γονείς πρέπει να είμαστε συνετοί. Μερικές φορές τα παιδιά μας ρίχνουν το δόλωμα ενώ κολυμπάμε στον ωκεανό της ζωής και όταν αυτό συμβεί είναι προτιμότερο να κολυμπήσουμε γύρω του παρά να το δαγκώσουμε με όλη μας τη δύναμη και να προκαλέσουμε μια τρομερή αντιπαράθεση.

Αυστηρότητα ή ανεκτικότητα

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να πειθαρχήσουμε τα παιδιά μας και ο καθένας είναι εξίσου σωστός με τους άλλους. Υπάρχουν, όμως, δύο προσεγγίσεις που είναι παγκοσμίως λανθασμένες – τα άκρα της αυστηρότητας και της ανεκτικότητας.

Οι γονείς που είναι υπερβολικά αυστηροί και τιμωροί ληστεύουν από τα παιδιά τους την ανεξαρτησία της σκέψης και μακροπρόθεσμα, όταν ελευθερωθούν από αυτή την καταπίεση, υπάρχει η πιθανότητα τα αγανακτισμένα παιδιά να επαναστατήσουν. Στο άλλο άκρο, δεν επιβάλλουμε κανένα όριο, θεμελιώνοντας φτωχές βάσεις για το σχολείο και τη ζωή. Με την υπερβολική ελευθερία, τα παιδιά μπορεί να αισθανθούν πως οι γονείς δεν νοιάζονται αρκετά για αυτά ώστε να τους απασχολήσει το τί κάνουν. Αν οι γονείς είναι αδύναμοι αυτό δεν τους εξαγοράζει την αγάπη, αλλά τους αφαιρεί και το σεβασμό.

Αν απομακρυνθούμε από τα ποινικά και τα ανεκτικά άκρα, αυτό μας αφήνει ένα μεσοδιάστημα από όπου μπορούμε να επιλέξουμε το στυλ που μας ταιριάζει. Ο κάθε γονιός και το κάθε παιδί είναι ξεχωριστοί άνθρωποι με ξεχωριστές ανάγκες πειθαρχίας και στυλ επιβολής της. Η επιλογή είναι δική μας.

Και τί θα γίνει στο μέλλον ; Πάρτε για παράδειγμα δύο ευτυχισμένες και σταθερές οικογένειες, που και οι δύο είναι αφοσιωμένες στο να προσφέρουν στα παιδιά τους το καλύτερο. Η μία χρησιμοποιεί πειθαρχία που είναι αυστηρή σε λογικά πλαίσια και η άλλη προτιμάει μία πιο χαλαρή προσέγγιση. Αν θα ακολουθούσαμε αυτά τα παιδιά στην ηλικία των 20 θα δυσκολευόμασταν να βρούμε διαφορές στη συμπεριφορά, συναισθηματική προσαρμογή ή ευτυχία. Εκείνο που θα είναι διαφορετικό θα είναι οι απόψεις περί ανατροφής παιδιών οι οποίες θα αναδυθούν όταν θα γίνουν οι ίδιοι γονείς. Οι αυστηροί μπορεί να είναι αυστηροί ενώ οι ανεκτικοί μπορεί να προτιμήσουν αυτήν την προσέγγιση. Καθώς ένας ενήλικας εισέρχεται στο κλαμπ των παντρεμένων, με απόψεις περί ανατροφής, που ενώ δεν έχουν καν συζητηθεί ακόμα, είναι βαθιά ριζωμένες, αυτό θα προσθέσει ενδιαφέρον στη ζωή του ζευγαριού όταν θα αρχίσουν να καταφτάνουν στη σκηνή τα παιδιά.

Διάλογος, συζήτηση – υπάρχει θέση για δημοκρατία ;

Με την μοντέρνα τάση προς την δημοκρατία για παιδιά, πολλοί σύγχρονοι γονείς πιστεύουν πως πρέπει να εξηγούν στο νήπιό τους και την τελευταία λεπτομέρεια για όσα συμβαίνουν στην ζωή. Αυτή είναι αξιέπαινη και ευαγής πράξη όμως συχνά οδηγεί σε μπελάδες όταν ένας ευφυέστατος αλλά πρακτικά τυφλός γονιός δεν συνειδητοποιεί πως άγεται και φέρεται από ένα βρέφος, που φτάνει δεν φτάνει μέχρι το γόνατό του.

Μία εντυπωσιακή ποσότητα γονικής ενέργειας καταναλώνεται κάθε μέρα, με συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και δημοκρατικές διαδικασίες με μικρά παιδιά. Έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας στο επάγγελμά μου και μου φαίνεται τόσο χρήσιμο όσο το να συζητάς διαφορετικό λογισμό με έναν πολεμιστή Μασάι.

Τα νήπια 3 έως 4 χρόνων λατρεύουν να τους δίνεις σημασία και ένα από τα βασικά τεχνάσματα που εγγυάται συνεχή ροή αυτού του αγαθού είναι να κάνεις ατελείωτες ερωτήσεις. Όταν εξετάσεις τί ερωτάται, διαπιστώνεις πως η γκάμα είναι εκπληκτικά μικρή, η σημασία που δίνεται στις απαντήσεις ελάχιστη και πως η ίδια η ερώτηση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, όσες φορές εμείς οι γονείς τσιμπάμε το δόλωμα.
______________________

[1] Δρ. Κρίστοφερ Γκρην, «Δαμάζοντας τα Νήπια», Πλατύπους εκδοτική, 2004.