Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

Ξένοι Περιηγητές

Ο Γάλλος διπλωμάτης, περιηγητής και ιστοριογράφος Φραγκίσκος Κάρολος Ούγγος Λωράν ντε Πουκεβίλ (1770-1838) αφιέρωσε τη ζωή του αποκλειστικά στην συγγραφή έργων για τον τόπο μας. Τα έργα του – «Ταξίδι στην Ελλάδα»[1] (1820), «Ιστορία της αναγέννησης της Ελλάδας» (1824), «Ιστορία και περιγραφή της Ελλάδας» (1835) – επικεντρώνονται, στο σύνολό τους, στην ελληνικότητα μεγάλου τμήματος της χερσονήσου του Αίμου, πολύ πέρα από τα σημερινά σύνορα του νέου Ελληνικού κράτους. Με τις συχνές αναφορές του στην αρχαιότητα, ο Πουκεβίλ επισημαίνει, εμμέσως, πλην σαφώς την ελληνικότητα της τουρκοκρατούμενης τότε γης των προγόνων μας. Το έργο του αποτέλεσε θερμή συνηγορία υπέρ του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα του λαού μας και ενίσχυσε το ρεύμα του φιλελληνισμού.

Από την Πριστίνα στα Σκόπια.

Φεύγοντας από την Πριστίνα, πέφτουμε σε μια διάσπαρτη με χριστιανικά χωριά πεδιάδα, η επιφάνεια της οποίας εκτιμάται σε τριάντα τετραγωνικέ λεύγες. Μετά από μισή ώρα, συναντάμε ένα οροπέδιο, το χωριό Ντεσγκλαβίστα και τον ποταμό Λεπέτς, που χάνεται στα βάθη του ορίζοντα. Υπολογίζεται ότι ο χριστιανικός πληθυσμός υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ψυχές. Στο τέρμα της πεδιάδας συναντάμε τον ποταμό Λεπέντς, ο οποίος πηγάζει από τα βουνά που βρίσκονται βόρεια της Σκόδρας, κοντά στην κορυφή Λούγκοτιν ή Τσιαγκαλασλάσι, που είναι ορατή από απόσταση είκοσι λευγών. Ο ποταμός αυτός χύνεται στον Βαρδάρη, και στην κοιλάδα την οποία διαβρέχει, επισημάινουμε την κωμόπολη Κάτσιανικ, έδρα των Χαϊδούτ έως το 1807, οπότε αυτοί εκδιώχθηκαν από τον Ρεσίντ, τον πασά της Καλκανδερέας, μιας πόλης που απέχει οκτώ λεύγες από εκεί. Από το Κάτσιανικ και πέρα, και για μια απόσταση μισής ώρας η κοιλάδα στενεύει, ως ένα διάτρητο βράχο μήκους σαράντα ποδιών, πλάτους δέκα, κι άλλο τόσο ύψους. Αφού διατρέξουμε αυτή τη στοά, ακολουθώντας επί δύο ώρες τον ποταμό Λέπεντς, πέφτουμε στην κοιλάδα των Σκοπίων, την οποία αυτός διασχίζει για να χυθεί στο Βαρδάρη. Πριν μπούμε στα Σκόπια, βλέπουμε πενήντα τρία τόξα από ένα μεγάλο, κτισμένο με πέτρες και τούβλα υδραγωγείο, από το οποίο διοχετεύονταν άλλοτε τα νερά του Λεπέντς σ’ αυτή την πόλη.

Είκοσι λεύγες δεξιότερα, προβάλλει μια οροσειρά που κατευθύνεται από βορρά προς νότο. Είναι ένα αντέρεισμα της μεγάλης οροσειράς των Άλπεων η οποία, αφού αγκαλιάσει τη Βοσνία, κατευθύνεται ανατολικά για να διαμορφώσει τα Βαλκανικά όρη, χωρίζοντας, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, τους παραποτάμους του Δούναβη από εκείνους της μεσογείου. Πολλές δευτερεύουσες οροσειρές, ψηλότερες καμιά φορά από την κύρια, αποχωρίζονται και κατευθύνονται προς νότο. Διαγράφουν το περίγραμμα των κόλπων του Αιγαίου πελάγους, τα νησιά του οποίου θεωρούνται ότι προέρχονται από το διαμελισμό μεγάλων λωρίδων ξηράς, αποκομμένων από τα παράλια της Ελλάδας, της Μακεδονίας και της Θράκης.

Διασχίζοντας την Μακεδονία

Το Μοναστήρι, που αριθμεί δεκαπέντε χιλιάδες κατοίκους, τόσο Χριστιανούς όσο και Τούρκους και Εβραίους, διαρρέεται από έναν ποταμό ονομαζόμενο Περιστέρα, η κύρια πηγή του οποίου εντοπίζεται πάνω στο όρος Δόβλετζικ. Ανεβαίνοντας τις όχθες αυτού του παραπόταμου του Βαρδάρη προς τα βορειοδυτικά, ανακαλύπτουμε την τοποθεσία των αρχαίων Στόβων απ’ όπου πιθανόν να προήλθε και η σύγχρονη επωνυμία Βιτώλια που δίνουν στο Μοναστήρι, τη σύγχρονη πρωτεύουσα της εδώθε του Αξιού Μακεδονίας. Το σιτάρι, το καλαμπόκι και τα άλλα δημητριακά πωλούνται στην αγορά αυτής της πόλης σε πολύ χαμηλές τιμές πάντοτε, λόγω της δυσκολίας διαθέσεώς τους, από εδώ όμως εξάγονται μεγάλες ποσότητες μαλλιού, μπαμπακιού, δερμάτων αρνιών και βούβαλων ενώ γίνεται και αναπαραγωγή αλόγων, τα οποία στέλνονται με τα καραβάνια στην Ουγγαρία.

Ακολουθώντας το ρεύμα της Περιστέρας, που ενώνεται με τον Αξιό, συναντάμε λίγο νοτιότερα τα ερείπια της Πελαγονίας, της αποκαλούμενης από τους κατοίκους Παλαιάς Βιτώλιας. Τα τείχη της, αν και κατεστραμμένα, εξακολουθούν να υφίστανται ακόμη, και ο βαλής της Ρούμελης είχε δώσει, αντί μικρού χρηματικού ποσού, την άδεια στους Έλληνες να αφαιρέσουν από εδώ μάρμαρα για την οικοδόμηση μιας εκκλησίας.

Όπως ανέφερα προηγουμένως, στο μοναστήρι δεν υπήρχε βαλής της Ρούμελης, γι’ αυτό και ήδη από πολλά χρόνια τώρα κυβερνούσε ο Αλή Πασάς. Για να πούμε την αλήθεια, το γεγονός αυτό ήταν περισσότερο αποτέλεσμα των ραδιουργιών τού Αλή και λιγότερο μιας παραχώρησης εκ μέρους της Πύλης, η οποία συνέχιζε να διορίζει εδώ σερασκέρηδες in patribus (στις χώρες των απίστων). Φρονίμως ποιούντες όμως οι τελευταίοι δεν έρχονταν να εγκατασταθούν σε μια πόλη παραδομένη στους οπαδούς και τις πανουργίες του σατράπη των Γιαννίνων. Ο αρχιεπίσκοπος, που φέρει τον τίτλο του μητροπολίτη Βιτωλίας, είναι το πιο πλούσιο και πιο ισχυρό πρόσωπο μέσα στην πόλη μετά τον σερασκέρη. Εδώ οι πολυάριθμοι και φτωχοί Εβραίοι ασκούν τη θρησκεία τους σύμφωνα με όλες τις παραδόσεις, αφού κι αυτοί, όπως κι οι Τούρκοι, παντρεύονται ταυτόχρονα πολλές γυναίκες, και ζουν σ’ ένα δικό τους κόσμο γεμάτο ψευδαισθήσεις. Αν και τους έχουν παραπλανήσει πολλοί ψευτομεσσίες, αυτοί διατηρούν πάντοτε την έμμονη πεποίθηση ότι έχουν το Μεσσία μπροστά τους, όταν τύχει και συναντήσουν κάποιον ξένο που η φυσιογνωμία του τους θυμίζει τα χαρακτηριστικά του Μεσσία, όπως τους τα έχουν παραστήσει οι Ταλμουδιστές. Τότε, σαν τους Κουακέρους κι αυτοί, που περιμένουν πότε θα δουν τον Απόστολο Ιωάννη, πλησιάζουν τον ξένο με σεβασμό. Και δεν είναι λίγοι οι ραδιούργοι που έχουν καταχραστεί τη συναγωγή της Βιτωλίας.


[1] Φραγγίσκου Καρόλου Ούγγου Λαυρεντίου Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα, Μακεδονία Θεσσαλία», μετάφραση Νίκη Μολφέτα, εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα 1995