Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Ομήρου Οδύσσεια

Οι Λωτοφάγοι[1]

Κύμα και ρέμα και Βοριάς μας βγάζουνε απ’ το δρόμο,
Και πέρ’ από τα Κύθηρα στα πέλαα μας πετάνε,
Μέρες εννιά μας έδερναν οι φοβεροί ανέμοι
Μες στα ψαράτα πελαγα, στις δέκα στα λημέρια
Τω Λωτοφάγων ήρθαμε, που θρέφουνται με τ’ άνθια,
Βγήκαμε τότες, και νερό σαν πήραμε από βρύση,
Κοντά στα γοργοκάραβα στρώσαν φαΐ οι συντρόφοι.
Σα φάγαμε, σαν ήπιαμε, και φράνθηκε η καρδιά μας,
Συντρόφους τότες έστειλα να πάνε και να μάθουν
Ποιοι ζούσανε σ’ αυτή τη γης σιταροφάγοι ανθρώποι,
Και διάλεξα νομάτους δυο με κήρυκα μαζί τους.
Πήγανε τότες, ζύγωσαν τους Λωτοφάγους άνδρες,
Και στους συντρόφους μας αυτοί κακό δεν μελετούσαν
Κανένα, μόν’ τους έδωκαν λωτό ν’ απογευτούνε.
Κι όποιος στο στόμα του έβαζε λωτού καρπό μελάτο,
Δεν ήθελε πια ν’ ακουστή και μήτε να γυρίση,
Παρά να μείνουν θέλανε στη γης τω Λωτοφάγων,
Λωτό να τρώνε, γυρισμό πατρίδας λησμονώντας.
Κλαίγανε σαν τους έφερα με το στανιό στα πλοία,
Και στα ζυγά από κάτωθε τους έσυρα δεμένους.
Τους άλλους τότες φώναξα συντρόφους ν’ ανεβούνε
Μεμιάς στα γοργοκάραβα, μην τύχη και κανένας
Γευτή λωτό και γυρισμό πατρίδας λησμονήση.
Κι αυτοί έμπαιναν κι αραδιαστά καθίζανε στους πάγκους,
Και τα νερά τα’ αφρόασπρα με τα κουπιά βαρούσαν.
Βαρίοκαρδοι τραβάμε ομπρός, κ’ ερχόμαστε από ‘κείθε…
_________________________

[1] Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία ι΄, στ. 81-106, μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη, Ιάκωβου Πολυλά, Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 1998.