Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

ιστορικά θέματα

μετά το Ματζικέρτ

«άφρων γαρ εκείνος ο μη τας απροόπτους τύχας εξ αντεπιφοράς ευλαβούμενος», (Ατταλειάτη, Ιστορία, 164)
[«Γιατί είναι απερίσκεπτος όποιος δεν ανησυχεί μήπως μεταβληθεί η καλή του τύχη»]
Αλπ Αρσλάν (Ρωμαλέος Λέων)
______________________

Ο Σελτζούκος σουλτάνος Αλπ Αρσλάν (το όνομά του σημαίνει «Ρωμαλέος Λέων»), ο νικητής του Ματζικέρτ, πέθανε, άδοξα, το 1072, λίγους μήνες μετά τον μαρτυρικό θάνατο[1] του ηττημένου αντιπάλου του και έκπτωτου αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη. Κατά ειρωνική σύμπτωση, αιτία του θανάτου του ήταν η υπεροψία[2] και η βαναυσότητά του, ελαττώματα για τα οποία είχε επικρίνει, από την θέση του νικητή, ένα περίπου χρόνο νωρίτερα, τον ίδιο τον Ρωμανό.
Μετά το Ματζικέρτ ο Αλπ Αρσλάν αναπροσανατολίζει τις προτεραιότητές του και θέτει υπέρτερο πολιτικό σκοπό την συνένωση ολόκληρου του μουσουλμανικού κόσμου, κάτω από την εξουσία του. Κινούμενος ανατολικά επεξέτεινε τα σύνορα της νεοσύστατης αυτοκρατορίας του προς το Τουρκεστάν, την κοιτίδα των προγόνων του, σαρώνοντας τα πάντα στην πορεία του. Στον σουλτάνο προέβαλε σθεναρή αντίσταση ο Χωράσμιος Ιρανός Γιουσούφ Κοτουάλ, υπερασπιζόμενος το φρούριο του Μπαρζάμ. Όταν, τελικά, το φρούριο κατελήφθη, ο Κοτουάλ οδηγήθηκε αιχμάλωτος μπροστά στον Σουλτάνο. Το διάστημα που είχε μεσολαβήσει από την νίκη του στο Ματζικέρτ είχε διαγράψει, ως φαίνεται, από την μνήμη του την προηγούμενη μεγαθυμία[3] του. Μόλις αντίκρισε τον αιχμάλωτο αντίπαλό του, διέταξε να βασανιστεί μέχρι θανάτου. Οργισμένος ο Κοτουάλ, από την απόφαση αυτή και χωρίς να έχει πλέον τίποτα να χάσει, προσβάλλει καταπρόσωπο τον Σουλτάνο, αποκαλώντας τον δειλό. Ο πάντοτε γενναίος Αλπ Αρσλάν, αποδεχόμενος την πρόκληση, διατάζει τους φρουρούς να τον απελευθερώσουν και επιλέγει την απ’ ευθείας αναμέτρηση με τον θρασύ αιχμάλωτό του.
Στην διάρκεια της σύντομης[4] μονομαχίας τους ο Ιρανός κατορθώνει να τραυματίσει θανάσιμα τον σουλτάνο. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο νικητής του Ματζικέρτ θα υπέκυπτε στο μοιραίο τραύμα του. Ήταν 42 χρονών και είχε βασιλεύσει επί 10 χρόνια. Συνειδητοποιώντας ότι είχε τιμωρηθεί για την υπεροψία του, διέταξε να γραφεί στον τάφο του η ακόλουθη επιγραφή:

«Όλοι εσείς που είδατε το μεγαλείο του Αλπ Αρσλάν να αγγίζει τα ουράνια[5], δείτε το τώρα να μετατρέπεται σε σκόνη».
____________________

[1] Αμέσως μετά την επιστροφή του Ρωμανού στη Βασιλεύουσα, οι γραπτές εγγυήσεις για την ζωή και την ασφάλειά του έπαψαν να ισχύουν. Ο Καίσαρας Ιωάννης Δούκας, σε συνεννόηση με τον «ύπατο των φιλοσόφων» Μιχαήλ Ψελλό, αποφασίζει να τον δηλητηριάσει. Η πρώτη αυτή απόπειρα απέτυχε. Το δηλητήριο αποδείχθηκε ασθενές για να επιφέρει τον θάνατο, αλλά αρκετά ισχυρό για να προκαλέσει αφόρητους πόνους στον άτυχο αυτοκράτορα. Στην συνέχεια οι δύο ορκισμένοι εχθροί του Ρωμανού αποφασίζουν ότι η τύφλωσή του θα ήταν η πρέπουσα ποινή για τον «…παράνομο διεκδικητή του θρόνου». Όταν ο δήμιος του παλατιού αρνήθηκε να εκτελέσει την ποινή, ορίσθηκε μία αμοιβή 10 χρυσών υπέρπυρων για όποιον δεχόταν να πάρει την θέση του. Δεν παρουσιάσθηκε κανείς. Η αμοιβή αυξήθηκε στα 20 και κατόπιν στα 30 χρυσά υπέρπυρα. Τότε και μόνο τότε ευρέθη αντικαταστάτης. [«…και τινά Ιουδαίον αμαθή τα τοιαύτα την των οφθαλμών αυτού διαχείρισιν επιτρέπουσιν.» Ατταλειάτη, Ιστορία,178] Ο νέος δήμιος είχε πλήρη άγνοια της διαδικασίας της τύφλωσης και για αυτό το μαρτύριο του Ρωμανού παρατάθηκε κατά τον πλέον κτηνώδη τρόπο. [«…φέρουσι τον Ιουδαίον περιωδύνως άγαν και απηνώς σιδήρω τους οφθαλμούς αυτού εκταράττοντα,…» Ατταλειάτη, Ιστορία, 178] Έξι φορές βύθισε την πυρωμένη βέργα στα μάτια του Ρωμανού, καθώς εκείνος ούρλιαζε από τους πόνους. Ο δήμιος δεν είχε απλώς καυτηριάσει τις ίριδες – είχε εξορύξει ολόκληρους τους οφθαλμούς… Οι πληγές αυτές θα γίνονταν τελικά η αιτία του θανάτου του έκπτωτου αυτοκράτορα, στην νήσο Πρώτη, όπου εξορίστηκε, λίγο αργότερα, μέσα στο καλοκαίρι του 1072.

[2] Το πρωί της ημέρας της μάχης στο Ματζικέρτ [Παρασκευή 26 Αυγούστου 1971] μία πρεσβεία Τούρκων αξιωματούχων εμφανίστηκε απροσδόκητα μπροστά στο στρατόπεδο, ζητώντας από τον Αυτοκράτορα να θέσει τους όρους του για την σύναψη μίας συνθήκης ειρήνης. Όλοι έμειναν ενεοί και δίβουλοι.
«εν όσω δε τα τοιαύτα επράττετο, και οι στρατιώται κατά τάξεις και λόχους επί των ίππων εφίσταντο ένοπλοι, πρέσβεις ήκον εκ του σουλτάνου την ειρήνην αμφοτέροις επικηρυκευόμενοι.» (Ατταλειάτη, Ιστορία, 159)

Ο Ρωμανός καλεί αμέσως έκτακτο πολεμικό συμβούλιο. Εκτιμήθηκε πως η κίνηση αυτή των Τούρκων φανέρωνε σαφώς την μειονεκτική θέση τους και πως το δεδομένο αυτό από μόνο του ήταν επαρκής λόγος για να δοθεί η μάχη εκείνη τη στιγμή. Αλλά αυτός δεν ήταν ο μόνος λόγος. Ο αυτοκράτορας γνώριζε καλά ότι οι τουρκικές συνθήκες ειρήνης είχαν εξαιρετικά αμφισβητήσιμη αξία. Η λογική υπεδείκνυε πως αργά ή γρήγορα θα ξανάρχιζαν τις επιδρομές και τότε ίσως να μην είχε την δυνατότητα να συγκεντρώσει εκ νέου ένα παρόμοιο στράτευμα. Άλλωστε ήταν άγνωστο αν θα ξανάβρισκε τους Τούρκους σε τόσο μειονεκτική θέση. Στο εσωτερικό μέτωπο δε, της αντιπαράθεσής του με το πολιτικό κόμμα της Κωνσταντινούπολης, στην περίπτωση που αποδεχόταν την πρόταση ειρήνης του αντιπάλου του, θα χάριζε στην φαρέτρα του αντιπολιτευτικού λόγου του Δούκα και του Ψελλού επιχειρήματα καθώς και την αφορμή που αποζητούσαν για να τον κατηγορήσουν σαν ανίκανο και δειλό. Τα πάντα συνηγορούσαν στην απόρριψη της πρότασης και την άμεση διεξαγωγή της μάχης. Η απάντησή του προς την τουρκική πρεσβεία ήταν δικαιολογημένα αλαζονική:

«Τους όρους μου θα τους θέσω όταν στήσω τα λάβαρά μου στη σκηνή του Σουλτάνου».

«δεδήλωκε γαρ, τω ανελπίστω του μηνύματος επαρθής, ιν’ ο σουλτάνος καταλιπών τον τόπον της παρεμβολής πορρωτέρω στρατοπεδεύσεται, αυτός δε ο βασιλεύς εν εκείνω τω τόπω, ος τας Τουρκικάς είχε δυνάμεις πρότερον, επιθήση τον χάρακα, και τηνικαύτα προς συμβάσεις αυτώ παραγένηται.» (Ατταλειάτη, Ιστορία, 159)

[3] Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του [μετά την μάχη του Ματζικέρτ_1071 μ.Χ.], ο Ρωμανός ρωτήθηκε από τον Σουλτάνο πως θα του φερόταν εάν η έκβαση της μάχης ήταν η αντίθετη. Ο Ρωμανός δεν δίστασε να του απαντήσει με ωμή ειλικρίνεια.

«Θα σε υπέβαλλα σε βασανιστήρια».

«Εγώ όμως δεν θα μιμηθώ την σκληρότητά σου», του ανταπάντησε ο Αλπ Αρσλάν. «Ακούω πως ο Χριστός σας, διδάσκει την συγχώρεση προς τους κακούς, αντιτάσσεται στους υπερήφανους και δίνει χάρη στους ταπεινούς».

«Την ειρήνη πρεσβεύει ο Θεός μου, και όχι τον σπαραγμό», παραδέχθηκε ο Ρωμανός. «Αν όμως ήσουν εσύ Χριστιανός θα άφηνες τον λαό σου να υποφέρει ανυπεράσπιστος; Ποιός ποιμένας αφήνει τους λύκους να κατασπαράξουν το ποίμνιό του;».

«τι αν έδρασας ει ούτως έσχες αυτός εμέ υποχείριον;»
Ανυποκρίτως και αθωπεύτως εκείνος απήγγειλεν ότι: «πολλαίς ταις πληγές κατεδαπάνησά σου το σώμα γίγνωσκε.»
Ο δε: «αλλ’ εγώ» φησίν «ου μιμήσομαί σου το αυστηρόν και από/τομον» (Ατταλειάτη, Ιστορία, 165/166)

[4] Η μονομαχία των δύο ανδρών περιγράφεται ως εξής: Ο Κοτουάλ τράβηξε ένα μαχαίρι και όρμησε μανιασμένος κατά του Σουλτάνου. Ο Αλπ Αρσλάν, όντας ένας από τους δεινότερους τοξότες της εποχής του, επέλεξε να απαντήσει στην επίθεση του αντιπάλου του κάνοντας χρήση του τόξου του. Με αξιοθαύμαστη ταχύτητα έβαλε ένα βέλος στη χορδή του τόξου του. Την στιγμή, όμως, που το χέρι του απελευθέρωνε την χορδή, το πόδι του γλιστρούσε. Το βέλος αστόχησε για ελάχιστα εκατοστά και την επόμενη στιγμή ο Κοτουάλ κάρφωνε το μαχαίρι του στο στήθος του.

[5] «τη δ’ επαύριον αγγελθείσης τω σουλτάνω και της του βασιλέως αλώσεως, χαρά τις άπλετος ομού και απιστίαν κατέσχεν αυτόν, οιόμενον ως αληθώς μέγα τι και υπερμεγέθες είναι το μετά της ήττης του βασιλέως και αυτόν εκείνον δορυάλωτον και οικέτην λαβείν.» (Ατταλειάτη, Ιστορία, 164)
«την άλλη ημέρα, όταν ανακοινώθηκε και η σύλληψη του βασιλιά στον σουλτάνο, αυτός αισθάνθηκε ιδιαίτερη χαρά, αλλά παράλληλα δυσπιστούσε, πιστεύοντας ότι πραγματικά είναι μεγάλη υπόθεση και ξεπερνάει τα όρια της λογικής το να συλληφθεί μετά την ήττα και ο ίδιος ο βασιλιάς, καταλήγοντας σκλάβος του.»